Άμεσα μέτρα από την κυβέρνηση ζητούν οι αλιείς για την εξάπλωση του λαγοκέφαλου – «Προκαλεί ζημιές στα δίχτυα και το αλίευμά μας»

Άμεσα μέτρα και λύσεις από την κυβέρνηση για την αντιμετώπιση της εξάπλωσης του λαγοκέφαλου, ζητούν επαγγελματίες αλιείς, καθώς τα τελευταία χρόνια ο «εισβολέας» εμφανίζεται ολοένα και πιο συχνά στις ελληνικές θάλασσες, προκαλώντας ζημιές τόσο στο αλίευμά τους, όσο και στα δίχτυα τους, όπως αναφέρει στο tanea.gr, ο κ. Κωνσταντίνος Παγώνης Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Αλιέων γρι-γρι.

Οι λαγοκέφαλοι ανήκουν στην οικογένεια των τετραοδοντιδών ψαριών και οι περισσότεροι έφτασαν στη Μεσόγειο μέσω της Διώρυγας του Σουέζ, μεταναστεύοντας από την Ερυθρά Θάλασσα. Η αύξηση της θερμοκρασίας των υδάτων τα τελευταία χρόνια φαίνεται να ευνοεί την εξάπλωσή τους, με αποτέλεσμα να καταγράφονται πλέον έξι διαφορετικά είδη στις ελληνικές θάλασσες.

«Είναι ένα ψάρι, το οποίο τα τελεταία χρόνια πληθαίνει στις θάλασσές μας. Είναι συνεχώς με το στόμα ανοιχτό, γιατί θέλει να τρώει συνέχεια οτιδήποτε βρει. Από όσα επισημαίνουν οι επιστήμονες, προκαλεί ζημιά στην αλυσίδα των ψαριών, και προφανώς ο λαγοκέφαλος έχει αποτελέσει μεγάλο κίνδυνο για την υγεία των θαλασσών, καθώς τρώει τα μικρότερα ψαράκια και δημιουργεί πρόβλημα και στα μεγαλύτερα, αφού ήταν η τροφή τους» αναφέρει αρχικά ο κ. Παγώνης.

Ερωτηθείς εάν είναι επικίδυνος, ο κ. Παγώνης εξηγεί ότι «ακόμη και τα ήμερα ψάρια, όπως για παράδειγμα η τσιπούρα, μπορεί να μας τσιμπήσει στο πόδι, γιατί θα αναζητάει πολλές μέρες την τροφή της. Αν ο λαγοκέφαλος είναι πεινασμένος, δεν νομίζω ότι θα τον σταματήσει κάτι. Αν μας τσιμπήσει, προφανώς δεν θα πάθουμε κάτι, απλά είναι λίγο πιο επιθετικός από όλα τα άλλα ψάρια και χρειάζεται προσοχή».

Παράλληλα, ο κ. Παγώνης τονίζει πως «ελπίζουμε ότι το κράτος θα πάρει μέτρα για να βρει λύσεις στο μεγάλο αυτό πρόβλημα, που μεγαλώνει χρόνο με το χρόνο, και προκαλεί ζημιές στα δίχτυα και το αλίευμά μας. Μακάρι όλο αυτό να αλλάξει».

Τα έξι είδη λαγοκεφάλων στην Ελλάδα – Το πιο επικίνδυνο

Το πιο γνωστό και διαδεδομένο είδος είναι ο Lagocephalus sceleratus, ο λεγόμενος ασημομάγουλος λαγοκέφαλος. Πρόκειται για το μεγαλύτερο και πιο επικίνδυνο είδος, καθώς περιέχει υψηλές συγκεντρώσεις τετροδοτοξίνης, μιας ισχυρής νευροτοξίνης που μπορεί να προκαλέσει σοβαρή δηλητηρίαση ακόμη και θάνατο εάν καταναλωθεί.

Παράλληλα έχουν καταγραφεί και τα είδη Lagocephalus suezensisLagocephalus spadiceusTorquigener flavimaculosusSphoeroides pachygaster και Tylerius spinosissimus, τα οποία εμφανίζονται κυρίως στο νότιο και ανατολικό Αιγαίο, αλλά σταδιακά επεκτείνουν την παρουσία τους και σε άλλες περιοχές της χώρας.

Γιατί θεωρούνται επικίνδυνοι

Η βασική ανησυχία αφορά την τοξικότητα ορισμένων ειδών. Η τετροδοτοξίνη δεν καταστρέφεται με το μαγείρεμα ή την κατάψυξη, γεγονός που καθιστά την κατανάλωση λαγοκέφαλων ιδιαίτερα επικίνδυνη. Για τον λόγο αυτό οι αρμόδιες αρχές συνιστούν στους πολίτες να μην καταναλώνουν ποτέ ψάρια που αναγνωρίζονται ως λαγοκέφαλοι.

Παράλληλα, οι λαγοκέφαλοι προκαλούν σοβαρά προβλήματα στην αλιεία. Με τα ισχυρά τους δόντια καταστρέφουν δίχτυα, αγκίστρια και αλιεύματα, αυξάνοντας το κόστος για τους επαγγελματίες ψαράδες. Σε αρκετές περιοχές της Ελλάδας οι αλιείς αναφέρουν ότι οι ζημιές που προκαλούν έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.

Η απειλή για το οικοσύστημα

Οι επιστήμονες παρακολουθούν στενά την εξάπλωσή τους, καθώς πρόκειται για χωροκατακτητικά είδη που μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά τη βιοποικιλότητα των ελληνικών θαλασσών. Οι λαγοκέφαλοι ανταγωνίζονται γηγενή είδη για τροφή και καταφύγιο, ενώ σε πολλές περιπτώσεις θηρεύουν ψάρια, καρκινοειδή και μαλάκια που αποτελούν σημαντικό κομμάτι των τοπικών οικοσυστημάτων.

Η συνεχής αύξηση των πληθυσμών τους θεωρείται από τους ειδικούς μία από τις σημαντικότερες περιβαλλοντικές προκλήσεις για τη Μεσόγειο, με την Ελλάδα να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της καταγραφής και της αντιμετώπισης του φαινομένου.

Καθώς η κλιματική αλλαγή μεταβάλλει τις συνθήκες στις ελληνικές θάλασσες, οι ερευνητές εκτιμούν ότι η παρουσία των λαγοκεφάλων όχι μόνο θα διατηρηθεί αλλά ενδέχεται να ενισχυθεί τα επόμενα χρόνια, καθιστώντας αναγκαία τη συνεχή παρακολούθηση και ενημέρωση του κοινού.