10 χρόνια Brexit: διδάγματα για την Ελλάδα

Στις 23 Ιουνίου 2016, οι Βρετανοί ψήφισαν, τελείως αναπάντεχα, να φύγουν από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Δέκα χρόνια μετά, οι δημοσκοπήσεις επέστρεψαν εκεί που ήταν πριν από το δημοψήφισμα – πλειοψηφία υπέρ της παραμονής. Η πλειοψηφία των αποτιμήσεων καταλήγει ότι η χώρα είναι σε σημαντικά χειρότερη θέση από ό,τι θα ήταν αν δεν είχε ληφθεί εκείνη η απόφαση: γεωστρατηγικά, οικονομικά, πολιτικά, κομματικά αλλά και κοινωνικά. Ακόμη και οι προσδοκίες για ελευθερία κινήσεων και για έλεγχο των συνόρων διαψεύστηκαν. Το Brexit αποδείχθηκε αυτογκόλ. Και ένα αυτογκόλ, μάλιστα, από το οποίο δεν υπάρχει ορατή θεραπεία – τουλάχιστον ως τα μέσα της επόμενης δεκαετίας.

Ο Μπίσμαρκ έλεγε: «Μόνο ένας ανόητος μαθαίνει από τα δικά του λάθη. Ο σοφός μαθαίνει από τα λάθη των άλλων». Τι μαθήματα, λοιπόν, μπορούμε να αντλήσουμε από τα βρετανικά παθήματα; Μήπως υπάρχουν κάποια λάθη που θα μπορούμε να αποφύγουμε αν εξετάσουμε με προσοχή τη βρετανική περίπτωση;

Το Brexit ήταν μια εξέλιξη την οποία ουδείς ήθελε και για την οποία ουδείς είχε προετοιμαστεί – πράγμα που εξηγεί και το χάος που ακολούθησε. Η εθνική απώλεια προέκυψε από «ευρηματικούς» κομματικούς χειρισμούς που εγκλώβισαν τις πολιτικές ηγεσίες σε εξελίξεις τις οποίες δεν επιθυμούσαν και, από ένα σημείο και μετά, δεν ήλεγχαν.

Τον Ιανουάριο 2013 τη Βρετανία κυβερνούσε συνασπισμός Συντηρητικών (με πρωθυπουργό τον Ντέιβιντ Κάμερον) με τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες (LibDems) του Νικ Κλεγκ. Σε προσπάθεια να ενώσει το κόμμα του, ο Κάμερον υποσχέθηκε ότι, μετά τις επόμενες εκλογές, θα διεξήγε δημοψήφισμα για την Ευρώπη. Το έκανε εκ του ασφαλούς, γνωρίζοντας ότι οι LibDems ποτέ δεν θα συμφωνούσαν για κάτι τέτοιο. Γνώριζε επίσης ότι όλοι απέκλειαν το εκλογικό σενάριο της αυτοδυναμίας. Αν και στην κοινωνία δεν υπήρχε αίτημα, η δέσμευση αυτή ικανοποιούσε τους ευρωσκεπτικιστές βουλευτές του δικού του κόμματος. Θα δημιουργούσε και ρήγμα στην αντιπολίτευση, που είχε ευρωσκεπτικιστή αρχηγό (τον Τζ. Κόρμπιν) και φιλευρωπαϊκά στελέχη. Θεωρήθηκε τότε ένας ευφυής και ανέξοδος κομματικός ελιγμός.

Τα δύσκολα άρχισαν όταν, τελείως αναπάντεχα, οι Συντηρητικοί κέρδισαν (μικρή) αυτοδυναμία στις εκλογές του Μαΐου 2015 και έτσι το αντίβαρο εξέλιπε. Προχώρησε, λοιπόν, η προετοιμασία για το δημοψήφισμα – ως οδός για εσωκομματική ηρεμία. Με το ίδιο σκεπτικό (συν την πεποίθηση ότι η κοινή γνώμη ήταν με την ΕΕ), κρατήθηκαν χαμηλοί τόνοι στη διαπραγμάτευση και την καμπάνια και αφέθηκε το πεδίο ελεύθερο στην πλευρά της άρνησης.

Το τελικό αποτέλεσμα κατέλαβε όλους εξαπίνης – αφού οφειλόταν στην κινητοποίηση πληθυσμού που ψήφιζε πρώτη φορά. Αλλά τότε ήταν αργά.Την ίδια εποχή η Ελλάδα, έχοντας παρ’ ολίγον αποφύγει το Grexit, βολόδερνε με το τρίτο Μνημόνιο. 10 χρόνια μη Grexit συμπίπτουν με 10 χρόνια Brexit.

Αν και το μη Grexit πέτυχε, στο 2026 διακινείται νοσταλγία για το 2009 και για τον ηρωισμό που παρ’ ολίγον να οδηγήσει σε έξοδο. Σχεδόν ποτέ ικανοποίηση για τη μετέπειτα πορεία. Οι παίκτες στην πολιτική και κομματική σκακιέρα σκέφτονται κυρίως βραχυχρόνιες κομματικές προτεραιότητες. Αν και το εξωτερικό περιβάλλον είναι απειλητικό, δεν εκφράζεται ανησυχία για μακροχρόνιες εξελίξεις και για την εθνική σταθερότητα. Οι κομματικοί χειρισμοί προεξοφλούν ότι (κάπως) η συνολική πορεία είναι διασφαλισμένη.

Εχοντας αποφύγει τα λάθη του Grexit, η Ελλάδα κινείται αμέριμνα προς τα λάθη του Brexit.

Ο Πλάτων Τήνιος είναι οικονομολόγος, ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιά