Ο Πάπας και οι προφήτες της τεχνητής νοημοσύνης

Ο Πύργος της Βαβέλ είναι η βιβλική ιστορία για το πώς η ανθρωπότητα, ενωμένη από μία κοινή γλώσσα και έναν κοινό στόχο, επιχειρεί να χτίσει έναν πύργο που θα φτάνει έως τον ουρανό. Το εγχείρημα καταλήγει σε κατάρρευση, καθώς ο Θεός τιμωρεί τους δημιουργούς του για την αλαζονεία τους, διασπώντας την ανθρωπότητα σε διαφορετικές γλώσσες και πολιτισμούς.

Η παραβολή αυτή, την οποία ο Πάπας Λέων ΙΔ’ επικαλείται ρητά στην πρώτη του εγκύκλιο, Magnifica Humanitas (Υπέροχη Ανθρωπότητα), παρουσιάζει μια εντυπωσιακή ομοιότητα με την τεχνητή νοημοσύνη (TN). Θα αποτελέσει η τεχνολογία αυτή τη σωτηρία της ανθρωπότητας, όπως υποστηρίζουν οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της, ή θα οδηγήσει στην καταστροφή, όπως φοβούνται οι επικριτές της;

Ο ανθρώπινος πολιτισμός βρίσκεται ήδη σε έναν αγώνα δρόμου γύρω από την TN, με στόχο να διαμορφώσει το μέλλον μέσω του λογισμικού και των αλγορίθμων. Οι τεχνολογικές εταιρείες επενδύουν δισεκατομμύρια δολάρια για τη δημιουργία συστημάτων που υπόσχονται να μεταμορφώσουν τη γνώση, την εργασία, τον πόλεμο, την πολιτική και ίσως ακόμη και την ίδια την ανθρώπινη συνείδηση. Ο δημόσιος διάλογος ταλαντεύεται ανάμεσα στην ουτοπική αισιοδοξία και τον πανικό. Και τώρα, ένας από τους αρχαιότερους θεσμούς του κόσμου παρεμβαίνει στη συζήτηση για να προειδοποιήσει απέναντι σε έναν ανεξέλεγκτο ανταγωνισμό που οδηγεί στη γενικευμένη υποβάθμιση.

Ωστόσο, η καταστροφική δυναμική της τεχνητής νοημοσύνης είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη της χρηματοοικονομικής καινοτομίας των τελών της δεκαετίας του 1990 και των αρχών της δεκαετίας του 2000. Οπως αντιλαμβάνεται ο Πάπας, η πλησιέστερη ιστορική αναλογία είναι η ίδια η Βιομηχανική Επανάσταση. Οταν ο καρδινάλιος Ρόμπερτ Πρέβοστ επέλεξε πέρυσι το όνομα Λέων ΙΔ’, έστελνε ένα σαφές μήνυμα. Ο προηγούμενος Πάπας με το ίδιο όνομα, ο Λέων ΙΓ’, άφησε ιστορία εκδίδοντας την εξίσου αιχμηρή και ευρείας εμβέλειας εγκύκλιο Rerum Novarum (Επαναστατική Αλλαγή), η οποία πραγματευόταν τις βαθιές ανισότητες και τις κοινωνικές αναστατώσεις που προκάλεσε ο βιομηχανικός καπιταλισμός. Τα εργοστάσια, οι σιδηρόδρομοι και η μηχανοποιημένη παραγωγή είχαν μεταμορφώσει την κοινωνία με ταχύτερους ρυθμούς από εκείνους με τους οποίους μπορούσαν να προσαρμοστούν οι πολιτικοί θεσμοί, οδηγώντας σε πρωτοφανείς συγκεντρώσεις πλούτου, αλλά και σε πρωτοφανή κοινωνική δυστυχία.

Η σημερινή συγκυρία θυμίζει προηγούμενες περιόδους οικονομικής υπερβολής. Η αυτοπεποίθηση του τεχνολογικού κλάδου μοιάζει με εκείνη του χρηματοπιστωτικού τομέα πριν από το 2008, όταν μια μικρή ομάδα ειδικών επέμενε ότι είχε κατακτήσει ένα μετασχηματιστικό σύστημα, το οποίο οι υπόλοιποι αδυνατούσαν να κατανοήσουν πλήρως. Τεράστιες περιουσίες δημιουργήθηκαν πάνω στην υπόσχεση ενός μέλλοντος που θα βελτιωνόταν ριζικά μέσω της χρηματοοικονομικής καινοτομίας, ενώ τα προειδοποιητικά σημάδια απορρίπτονταν ως εκδηλώσεις άγνοιας ή φόβου. Ανάμεσα στις λίγες φωνές σύνεσης ήταν ο οικονομολόγος Ραγκουράμ Τζ. Ρατζάν, ο οποίος σήμερα προειδοποιεί για τον υπερβολικό ενθουσιασμό γύρω από την TN.

Οι οικονομολόγοι συζητούν εδώ και δεκαετίες αν η αυτοματοποίηση δημιουργεί τελικά περισσότερες θέσεις εργασίας από όσες καταργεί. Ωστόσο, όπως δείχνει η άνοδος του λαϊκισμού σε παγκόσμιο επίπεδο, τα στατιστικά στοιχεία για την απασχόληση από μόνα τους δεν μπορούν να αποτυπώσουν τον ρόλο που διαδραματίζει η εργασία στη διαμόρφωση ταυτότητας, σκοπού, κοινωνικών δεσμών και αυτοεκτίμησης. Η πρόκληση που θέτει η TN δεν είναι μόνο οικονομική, είναι και υπαρξιακή.

Η Αντάρα Χάλνταρ είναι καθηγήτρια στη σχολή Νομικής του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ