
Ενα από εκείνα τα μουντά αγγλικά απογεύματα του Οκτωβρίου του 2020, ο Αντι Μπέρναμ στεκόταν στα σκαλιά του Bridgewater Hall, στην καρδιά του Μάντσεστερ, όταν πληροφορήθηκε ότι η κυβέρνηση του Λονδίνου τον είχε εγκαταλείψει. Επί μέρες ζητούσε 65 εκατομμύρια στερλίνες για να θωρακίσει την περιφέρειά του απέναντι σε ένα χειμερινό lockdown.
Η Ντάουνινγκ Στριτ όμως τράβηξε το χαλί κάτω από τα πόδια του, αποστέλλοντας μόλις 22 εκατομμύρια. «Είναι βάναυσο, ειλικρινά», ήταν το μόνο που είπε. Δεν το γνώριζε ακόμη, αλλά εκείνο το απόγευμα είχε ενθρονιστεί και μέχρι το τέλος της εβδομάδας οι Αγγλοι τον είχαν χρίσει «βασιλιά του Βορρά».
Στην Ελλάδα το όνομά του είναι ελάχιστα γνωστό – προς το παρόν. Στη Γηραιά Αλβιώνα ο πενηνταεξάχρονος Μπέρναμ ανήκει σε εκείνη την κατηγορία πολιτικών που διαφεύγουν την εύκολη ιδεολογική κατάταξη. Γεννήθηκε το 1970 σε μια εργατική καθολική οικογένεια του Μέρσεϊσαϊντ. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Κέιμπριτζ και βρέθηκε μέσα στον στενό κύκλο των συμβούλων που έπλασαν, στα τέλη του 1990, το Νέο Εργατικό Κόμμα του Τόνι Μπλερ.
Εγινε βουλευτής στα τριάντα ένα, πέρασε από τα υπουργεία Πολιτισμού και Υγείας επί Γκόρντον Μπράουν και έπειτα διεκδίκησε δύο φορές την ηγεσία του κόμματος, χωρίς επιτυχία. Τρόπον τινά, ο Μπέρναμ ανήκε ανέκαθεν στο λονδρέζικο κατεστημένο που σήμερα στηλιτεύει. Αυτό όμως που τον σφράγισε ήταν η στροφή του προς τον παραμελημένο Βορρά της γενέτειράς του.
Για να κατανοήσει κανείς τον Μπέρναμ, πρέπει πρώτα να γνωρίσει αυτή τη γωνιά της Αγγλίας και την πληγή που σημάδεψε τη γενιά του. Φοιτητής ακόμη, το 1989, παρακολούθησε την τραγωδία του Χίλσμπορο, όπου 96 οπαδοί της Λίβερπουλ συνεθλίβησαν μέχρι θανάτου σε ένα κατάμεστο γήπεδο, και είδε το κράτος να συγκαλύπτει επί δύο δεκαετίες τις δικές του ευθύνες. Οταν το 2009 εστάλη στο Ανφιλντ για να εκφωνήσει την ομιλία της εικοστής επετείου, οι συμπατριώτες του τον αποδοκίμασαν με σφοδρότητα. Από τότε ανέκρουσε πρύμναν. Συνέβαλε καθοριστικά στη σύσταση της ανεξάρτητης επιτροπής που το 2012 αποκατέστησε τη μνήμη των νεκρών και ενστερνίστηκε τον ρόλο του πολιτικού που στέκεται απέναντι στους ισχυρούς.
Το 2017 άφησε την κεντρική πολιτική σκηνή για να γίνει ο πρώτος αιρετός δήμαρχος του Μάντσεστερ. Το σχεδόν δεκαετές έργο του στην πόλη δεν είναι ευκαταφρόνητο: πέρασε τα λεωφορεία σε δημόσιο έλεγχο πρωτοστατώντας στην αναίρεση της απορρύθμισης που είχε κληροδοτήσει η Σιδηρά Κυρία, παγιώνοντας ενιαία κόμιστρο δύο στερλινών. Καταπολέμησε την αστεγία με ένα φιλόδοξο πρόγραμμα κοινωνικής στέγασης. Πάνω απ’ όλα, όμως, αντιπροσώπευε έναν τόπο, ο οποίος συχνά αντιλαμβάνεται τον εαυτό του σε αντιδιαστολή με τον πλούσιο Νότο. Η ανταμοιβή ήρθε το 2021, με τη θριαμβευτική επανεκλογή του τη στιγμή που οι Εργατικοί βυθίζονταν εκλογικά στην υπόλοιπη χώρα.
Ετσι συγκροτήθηκε το ιδεολόγημα του «μαντσεστερισμού», φαινόμενο που όσο το πλησιάζει κανείς τόσο εξατμίζεται στους ιδεολογικούς αιθέρες. Ο Μπέρναμ μιλάει για «δημόσιο έλεγχο» χωρίς να εκφέρει ποτέ τη λέξη «κρατικοποίηση». Υπόσχεται λαϊκές κατοικίες αποσιωπώντας πως η οικοδομική έκρηξη της πόλης υποστηρίχτηκε από ιδιώτες. Ορισμένοι υποστηρίζουν πως είναι ένας πολιτικός του ενστίκτου, όχι του δόγματος, χάρισμα που εξηγεί ως έναν βαθμό τη γοητεία του. Αλλοι αναφέρονται στην αδυναμία του να παίρνει δυσάρεστες αποφάσεις.
Την ευκαιρία ανάδειξής του σε επόμενο πρωθυπουργό την έφερε η κατάρρευση του ίδιου του Στάρμερ, ο οποίος βρέθηκε αποκλεισμένος ανάμεσα στις Συμπληγάδες ενός απογοητευμένου κόμματος και μιας οργισμένης χώρας, με το κόμμα του Νάιτζελ Φάρατζ να προηγείται σταθερά στις δημοσκοπήσεις. Σε αυτό ακριβώς το κενό εισήλθε ο Μπέρναμ, και την περασμένη Πέμπτη, κερδίζοντας την πολυπόθητη έδρα του Μέικερφιλντ, επέστρεψε στη Βουλή αποδεικνύοντας ότι σε ορισμένες τουλάχιστον γωνιές του Βορρά ο επελαύνων Φάρατζ μπορεί ακόμη να ανακοπεί.
Τι λογής πρωθυπουργός θα αναδειχθεί, αν ο δελφίνος κατορθώσει τελικά να εκθρονίσει τον βασιλιά; Τα προτερήματά του δεν είναι αμελητέα: επικοινωνεί όπως ελάχιστοι σύγχρονοι πολιτικοί και αγγίζει εκλογείς που οι Εργατικοί έχουν από καιρό χάσει, ώστε να μοιάζει σχεδόν με κατοπτρικό είδωλο του Φάρατζ. Από την άλλη δεν έχει διοικήσει ποτέ κάτι μεγαλύτερο από μια περιφέρεια, ούτε έχει αντιμετωπίσει ποτέ σοβαρή κοινοβουλευτική αντιπολίτευση, ενώ το Μάντσεστερ, με προϋπολογισμό κάτω από 3 δισεκατομμύρια, ήταν εύκολο γήπεδο – ο Μπέρναμ αρέσκεται σε ποδοσφαιρικές αναφορές.
Μερικά σημάδια είναι ανησυχητικά. Μέσα στις πρώτες κιόλας μέρες της εκστρατείας του απαρνήθηκε τρεις θέσεις που υποστήριζε επί χρόνια: την αναλογικότερη εκλογική νομοθεσία, την αναίρεση του Brexit και την καχυποψία του απέναντι στις αγορές ομολόγων, ευθυγραμμιζόμενος αδιαμαρτύρητα με τη δημοσιονομική ορθοδοξία. Επί εννέα χρόνια ο Μπέρναμ γινόταν δεκτός με χειροκροτήματα.
Η αγάπη του πλήθους και η άσκηση της εξουσίας είναι όμως δύο διαφορετικά πράγματα. Η χώρα που τον περιμένει είναι κουρασμένη και θυμωμένη, με πενιχρά αποθέματα υπομονής. Παράλληλα, το έργο μπροστά του είναι τιτάνιο. Οψόμεθα. Προς το παρόν ο βασιλιάς του Βορρά κατεβαίνει προς τον Νότο για να φορέσει το στέμμα των Εργατικών και να παραλάβει τα κλειδιά της πρωθυπουργικής εξουσίας που τόσα χρόνια πολιορκούσε από μακριά.
Ο Ιωάννης Χουντής ντε Φάμπρι είναι ιστορικός των ιδεών, συγγραφέας και σύμβουλος στη Βουλή των Λόρδων