Παύλος Πολάκης: Ο τελευταίος Ιάπωνας

Το 1944 ο ανθυπολοχαγός του ιαπωνικού στρατού Χιρόο Ονόδα τοποθετήθηκε στη νήσο Λουμπάνγκ, στις Φιλιππίνες, με εντολή να παρεμποδίσει αποβάσεις των συμμαχικών δυνάμεων. Του απαγορεύτηκε ρητά να παραδοθεί ή να αυτοκτονήσει. Η ομάδα του αποδεκατίστηκε. Εμειναν μόλις τρεις. Κρυμμένοι στη ζούγκλα έκαναν ανταρτοπόλεμο. Η Ιαπωνία συνθηκολόγησε τον Αύγουστο του 1945.

Ομως ο Ονόδα και οι σύντροφοί του δεν πίστεψαν την είδηση. Νόμιζαν ότι πρόκειται για προπαγάνδα. Και συνέχισαν να μάχονται. Το 1972 ο Ονόδα έμεινε μόνος. Επιβίωνε στη ζούγκλα τρώγοντας άγρια φρούτα και κλέβοντας ρύζι από τους ντόπιους. Οι συμπατριώτες του τον εντόπισαν το 1974. Τότε παραδόθηκε στον πρόεδρο των Φιλιππίνων. Επέστρεψε στην Ιαπωνία. Ομως δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τον σύγχρονο κόσμο. Πήγε στη Βραζιλία και έγινε αγρότης. Πέθανε το 2014 σε βαθύ γήρας.

Η ιστορία του μπορεί να σταθεί, συμβολικά, δίπλα στον Παύλο Πολάκη. Βέβαια αυτός δεν θα μείνει σε ζούγκλα, αλλά σε έρημο. Μόνος μέσα στο κτίριο της Κουμουνδούρου ή κάπου αλλού. Στο πολιτικό του καλύβι από όπου θα βγαίνει για τον ανταρτοπόλεμο. Αν μη τι άλλο, με τα όπλα τα πάει μια χαρά. Είναι και αυτός ένας άνθρωπος που σήμερα δείχνει ξέμπαρκος από καράβι που ταξιδεύει στο παρελθόν. Αν τον έπαιρνες όπως είναι, φορώντας του μόνο ένα ζιβάγκο, και τον τοποθετούσες στο ΠΑΣΟΚ της Αλλαγής, θα έσπαγε ταμεία.

Θα ήταν κάτι περισσότερο από το άθροισμα του Μένιου του Κουτσόγιωργα και του Βαγγέλη του Γιαννόπουλου με μία καλή δόση Τσοβόλα. Αλλά και στα χρόνια της κρίσης ήταν ασορτί με την εποχή. Εξέπεμπε θυμό και μία λαϊκότητα που τον καθιστούσε απολύτως συμβατό με το κλίμα των καιρών. Οταν μιλούσε για «βοθροκάναλα» και απειλούσε να χώσει τους δημοσιογράφους δύο μέτρα κάτω από τη γη, δάνειζε τη φωνή του στο λαϊκό θυμικό. Ηταν στο υπουργείο Υγείας και κάπνιζε στις συνεντεύξεις Τύπου. Ο HIV ήταν «χιβ». Και η αντιγραφή με επικόλληση έγινε «κόπι-πάστε».

Τώρα που το σκέφτομαι, μπορεί αυτά να ήταν και επιτηδευμένα. Εντονες πινελιές σε ένα πορτρέτο που φιλοτεχνήθηκε από λαϊκό ζωγράφο. Επίσης το πακέτο περιείχε κάτι από κρητική λεβεντιά ή, πιο σωστά, κουτσαβακισμό. Με εριστική συμπεριφορά που εξόργιζε την «ελίτ», αλλά γεννούσε εκατοντάδες καρδούλες κάτω από τις αναρτήσεις του στην κοινωνική δικτύωση. Ακόμα και αν τον αντιπαθείς, δεν μπορείς να μην αναγνωρίσεις τη μοναδικότητα του προϊόντος που προσέφερε στην πολιτική αγορά. Και επειδή η οικοδόμηση αυτού του πολιτικού χαρακτήρα απαιτεί πάντα και έναν εχθρό, βρήκε τον Αδωνι Γεωργιάδη για να ζευγαρώσουν οι δυο τους σε ένα παιχνίδι πόλωσης. Ολα αυτά έγιναν σπορά που έδωσε προσωπικό κοινό και πιστούς ακόλουθους. Πείτε τον γραφικό, κατηγορήστε τον για πολιτικό τραμπουκισμό, αναδείξτε τον αναχρονισμό. Ομως μην του αρνηθείτε την ενδιαφέρουσα επίδοση στο πολιτικό μάρκετινγκ.

Αναδείχθηκε και πέτυχε εκλογικά σε μια εποχή όπου οι πολιτικοί εκπαιδεύονται από επικοινωνιολόγους, μετρούν κάθε λέξη και σκέφτονται κάθε ανάρτηση. Και εδώ προκύπτει αυθορμήτως το ερώτημα: πώς γίνεται ένας πολιτικός που παραβιάζει σχεδόν όλους τους κανόνες της σύγχρονης επικοινωνίας να παραμένει δημοφιλής σε ένα κομμάτι του κοινού; Η απάντηση ίσως είναι ότι εκπροσωπεί κάτι που οι επαγγελματίες πολιτικοί έχουν χάσει: την αίσθηση της γνησιότητας. Προσοχή, όχι της ορθότητας. Της γνησιότητας. Μία πολιτική διαδρομή διέρχεται, συνήθως, από τα εξής σημεία: ξεκινάς ακραίος. Μετά βάζεις νερό στο κρασί σου. Λειάνεις γωνίες. Ωριμάζεις. Γίνεσαι θεσμικός. Τσίπρας.

Ο Πολάκης δεν έκανε τίποτα από όλα αυτά. Εμεινε να τσακώνεται στη Βουλή και να βγάζει τα απωθημένα του στο Facebook. Παρέμεινε αναλογικός σε ένα ψηφιακό κόσμο. Κυκλοφορεί μόνο σε βινύλιο την εποχή του streaming. Υπάρχει κοινό για να το υποστηρίξει όλο αυτό; Θα το μάθουμε σχετικά σύντομα. Λένε ότι ο μεγάλος του πόθος είναι να ηγηθεί του ΣΥΡΙΖΑ ή, τέλος πάντων, να φτιάξει το προσωπικό του πολιτικό μαντρί όπου θα καλέσει τους οπαδούς του. Μεταξύ μας, δεν έχει και άλλη επιλογή. Ο Τσίπρας δεν θέλει να τον δει να περνάει ούτε κάτω από το μπαλκόνι του.

Οι περισσότεροι από τους συντρόφους του γυρίζουν την πλάτη. Τον διέγραψαν, κομματικά και πολιτικά. Τι να κάνει, λοιπόν; Να πάει σπίτι του; Δεν θα ήταν ο Πολάκης. Θα μείνει στον ΣΥΡΙΖΑ ή κάπου εκεί δίπλα. Και όταν τριγυρίζει μόνος του μέσα σε άδεια γραφεία, δεν θα παραδεχθεί την ήττα του. Θα λέει ότι είναι ο τελευταίος που επέζησε. Ο Ονόδα βγήκε από τη ζούγκλα όταν εμφανίστηκε ο διοικητής του και του είπε ότι ο πόλεμος είχε τελειώσει. Το πρόβλημα του Πολάκη είναι ότι δεν υπάρχει κανείς να του δώσει αυτή τη διαταγή.