«Να κλείσει της ψυχής το τραύμα» -Τέσσερις οικογένειες επανακτούν αντικείμενα Ελλήνων κρατουμένων από στρατόπεδα συγκέντρωσης

Δύο ρολόγια χειρός, στα οποία ο χρόνος σταμάτησε τον Ιούνιο του 1944, τότε που οι νεαροί κάτοχοί τους μεταφέρθηκαν από την Αθήνα στο Αμβούργο στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης και καταναγκαστικής εργασίας Neuengamme. Μια στιγμή σκοτεινή, τόσο για την ίδια την ιστορία όσο και για τις οικογένειες των ελλήνων θυμάτων των ναζιστικών διώξεων που αποκόπηκαν από τους δικούς τους, χωρίς – αρκετοί εξ αυτών – να έχουν την ευκαιρία είτε να τους ξαναδούν είτε να τους πουν το αναγκαίο αντίο, με το τραύμα της απώλειας να παραμένει δεκαετίες μετά ανοιχτό.

Τέσσερις οικογένειες ελλήνων κρατουμένων θα έχουν την ευκαιρία να δουν την πληγή επιτέλους να κλείνει την Πέμπτη 25 Ιουνίου, σε ειδική εκδήλωση που θα φιλοξενηθεί στο υπουργείο Εξωτερικών, κατά τη διάρκεια της οποίας θα τους αποδοθούν προσωπικά αντικείμενα των προγόνων τους, που για δύο από τις εν λόγω περιπτώσεις δεν επέστρεψαν ποτέ. Η επικείμενη τελετή απόδοσης προσωπικών αντικειμένων στις οικογένειες των ελλήνων κρατουμένων, 81 χρόνια μετά, πραγματοποιείται στο πλαίσιο της διεθνούς εκστρατείας #StolenMemory (που άρχισε το 2016) των Αρχείων Arolsen – της υπηρεσίας που κατέχει και διαχειρίζεται το Αρχείο των ναζιστικών στρατοπέδων και των αναζητήσεων για τον εντοπισμό θυμάτων του Ολοκαυτώματος και των ναζιστικών διώξεων.

Τη διοίκηση των Αρχείων Arolsen έχει διεθνής επιτροπή από 11 κράτη, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα που εκπροσωπείται από τον προϊστάμενο της Υπηρεσίας Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του υπουργείου Εξωτερικών Γιώργο Πολυδωράκη. Σε ό,τι αφορά τη δράση #StolenMemory στην ελληνική επικράτεια, νέα ώθηση στις (άκαρπες) έρευνες για εντοπισμό συγγενών εννέα ελλήνων κρατουμένων σε ναζιστικά στρατόπεδα δόθηκε το 2021, όταν το υπουργείο Εξωτερικών και το υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού άρχισαν να επεξεργάζονται την ιδέα να αναθέσουν την έρευνα σε μαθητές και μαθήτριες της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Πράγματι, κατά το σχολικό έτος 2024-2025, στο πλαίσιο υλοποίησης εκπαιδευτικού προγράμματος από τη Γενική Γραμματεία Θρησκευμάτων του υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και σε συνεργασία με την Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του υπουργείου Εξωτερικών, μαθητές και μαθήτριες εντόπισαν έπειτα από συστηματική έρευνα συγγενείς τριών κρατουμένων (Θεόφιλου Συμεωνίδη, Γεώργιου Χανά, Χρήστου Τακτικού) και το επόμενο έτος ακόμη τέσσερις οικογένειες (Ευάγγελου Κερασιώτη, Νικόλαου Φασουλιώτη, Δημήτριου Βατιάδη, Γεώργιου Σαγματόπουλου).

Η τελετή απόδοσης αντικειμένων της 25ης Ιουνίου αφορά τις τέσσερις αυτές περιπτώσεις. Η ελληνική έρευνα ξεχωρίζει, υπό το πρίσμα της ανάληψης πρωτοβουλίας κεντρικά από τα συναρμόδια υπουργεία, με στόχο την άμεση εμπλοκή της σχολικής κοινότητας. Δύο από τις ιστορίες των τεσσάρων ελλήνων κρατουμένων ζωντανεύουν σήμερα μέσα από τους απογόνους τους που μιλούν στα «ΝΕΑ» καθώς και μέσα από την οπτική των καθηγητών που επέβλεψαν τη διαδικασία στις σχολικές μονάδες. Δύο ιστορίες που συγκλίνουν στο ίδιο συμπέρασμα: πως ο διχασμός μπορεί να οδηγήσει στην απόλυτη καταστροφή και πως η συνεργασία μπορεί να κάνει δυνατό ακόμα και αυτό που μοιάζει συχνά ακατόρθωτο.

«Ηταν από τους τυχερούς που επιβίωσαν»

Για τον κρατούμενο Ευάγγελο Κερασιώτη, που γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1925 στην Καβάλα και τον Ιούνιο του 1944 έφτασε από το στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Χαϊδάρι στο ναζιστικό στρατόπεδο Neuengamme, έρευνα για τον εντοπισμό συγγενών του πραγματοποίησε το Εσπερινό ΕΠΑΛ Ευόσμου με επιβλέποντα καθηγητή τον ιστορικό (και νομικό) Αγγελο Χοτζίδη, οι μαθητές του οποίου είχαν εντοπίσει συγγενείς και άλλου κρατούμενου, του Γεώργιου Χανά. Μέσα από τη σχολική έρευνα και τη συνεργασία αρκετών φορέων στους οποίους απευθύνθηκαν οι μαθητές (Δημοτολόγιο Καβάλας, Νίκαιας, Αγίων Αναργύρων Καματερού, στρατολογικό γραφείο Ανατολικής Μακεδονίας, ιστορικό αρχείο Αρχηγείου ΕΛΑΣ, ιστορικό αρχείο Υπηρεσίας Αναζητήσεων Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού), η οικογένεια του Ευάγγελου Κερασιώτη έμαθε για την ύπαρξη του ρολογιού χειρός του, καθώς και πληροφορίες για το τι του συνέβη, προτού επιστρέψει στην Ελλάδα τον Αύγουστο του 1945 για να υπηρετήσει ως αστυνομικός και να πεθάνει τον Φεβρουάριο του 1949 μόλις 24 ετών από μια σπάνια πάθηση της καρδιάς που προκλήθηκε από τις κακουχίες που υπέστη στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Γεώργιος Σαγματόπουλος. Αριστερά η εξαδέλφη του Ροδή, δεξιά η αδελφή του Παναγιώτα Γαλάνη Σαγματοπούλου

Η πορεία του Ευάγγελου Κερασιώτη είχε, ως βασικούς αρχικούς σταθμούς, τη γενέτειρα Καβάλα και τη μετεγκατάσταση στη Νίκαια, όπου την άνοιξη του 1944 γίνονταν πολλά μπλόκα που κατέληγαν σε συλλήψεις. Τον Μάιο του 1944, ο 19χρονος Ευάγγελος Κερασιώτης πέφτει στα χέρια των SS. Μέσω τρένου, οδηγείται στις 4 Ιουνίου στο στρατόπεδο Neuengamme και αργότερα στο Salzgitter-Drutte για καταναγκαστική εργασία. Με την εκκένωση του στρατοπέδου το ’45, καταλήγει στο στρατόπεδο Bergen Belsen όπου τον Μάιο-Ιούνιο καταγράφεται από τους Βρετανούς. «Ηταν από τους τυχερούς που επιβίωσαν», σχολιάζει ο καθηγητής Χοτζίδης, επισημαίνοντας το πόσο βοήθησε και η οικογένεια του κρατούμενου με επιπλέον στοιχεία, όπως το συλλυπητήριο γράμμα που έστειλε ο αξιωματικός του αδερφού του, Ιωάννη, στους γονείς του Ευάγγελου Κερασιώτη, για να ενημερώσει ότι το ένα τους παιδί έφτασε στο στρατόπεδο μετά την κηδεία του Ευάγγελου και για να τους συλλυπηθεί για την απώλειά τους. «Για περίπου εξήντα χρόνια από το 1915 έως το ’74 και την πτώση της χούντας, οι μισοί Ελληνες έστελναν τους άλλους μισούς εξορία», σημειώνει ο καθηγητής, αναφερόμενος στον ρόλο των ταγματασφαλιτών στις συλλήψεις των Ελλήνων από τα SS. «Τα παιδιά συνέβαλαν στο να ολοκληρωθεί ένας κρίκος, ιστορικός. Για εμάς, με την τελετή απόδοσης, κλείνει ένας κύκλος έρευνας μέσα από τον οποίο αποτίουμε φόρο τιμής σε όσους χάθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης τους οποίους είχαμε σε κάποιο βαθμό συνολικά λησμονήσει. Το βασικό όφελος για τα παιδιά ήταν ότι μπήκαν μέσα στην Ιστορία και γνώρισαν τους πραγματικούς πρωταγωνιστές της».

Ευάγγελος Κερασιώτης

Το ρολόι χειρός του Ευάγγελου Κερασιώτη, τον οποίο η οικογένειά του αποκαλούσε «Βαγγελάκη» θα κρατήσει ο 27χρονος γιος της 59χρονης Σοφίας Κερασώτη, ανιψιάς του κρατούμενου και κόρης του μεγαλύτερου αδερφού του Ιωάννη η οποία, παρά το ότι έχει μόνο ακουστά τον θείο της από περιγραφές των γονιών της, συγκινείται όταν καλείται να μιλήσει για εκείνον. «Μου δίνεται η ευκαιρία να έρθω σε επαφή με ένα κομμάτι του παρελθόντος μου που δεν έζησα ποτέ, που το άκουγα απλώς. Και τώρα, πόσο σημαντικό είναι να έρθω σε ουσιαστική επαφή με τις ρίζες μου, με έναν άνθρωπο της οικογένειάς μου, που άκουγα πάντα σαν ένα θρύλο. «Ο θείος Βαγγελάκης» άκουγα, και ξαφνικά τόσα χρόνια μετά να έχω το ρολόι του, ναι, είναι φοβερό».

Από τον Μάιο του ’44 η τύχη του αγνοείται

Η Παναγιώτα Γαλάνη είναι εκείνη στην οποία θα αποδοθεί, για λογαριασμό της οικογένειάς της, το ρολόι χειρός του έλληνα κρατούμενου και αδερφού της γιαγιάς της Παναγιώτας Γαλάνη-Σαγματοπούλου, Γεώργιου Σαγματόπουλου, για την περίπτωση του οποίου εργάστηκαν οι μαθητές του 7ου Γυμνασίου Νέας Ιωνίας υπό την επίβλεψη του καθηγητή Μουσικής (και υποδιευθυντή), Κωνσταντίνου Καραμπερόπουλου. «Στο σπίτι της γιαγιάς που μεγάλωσα θυμάμαι είχε μια μεγάλη φωτογραφία του αδερφού της, για τον οποίο, όποτε μιλούσε η γιαγιά, δάκρυζε. Ηταν κάτι σαν οικογενειακό τραύμα», αναφέρει η εγγονή της αδερφής του Γεωργίου Σαγματόπουλου η οποία αναφέρει με εύθραυστη φωνή πως αμέσως μετά την τελετή απόδοσης σχεδιάζει να μεταβεί στο κοιμητήριο Δραπετσώνας όπου αναπαύεται από το 2013 η γιαγιά Παναγιώτα. «Θα πηγαίνω κάθε χρόνο, το νιώθω σαν φόρο τιμής. Αισθάνομαι ευλογημένη που παραλαμβάνω εγώ το ρολόι. Και θέλω να αναφέρω πως αν δεν υπήρχαν οι φορείς που συνεργάστηκαν και το μεράκι των παιδιών, δεν θα γινόταν τίποτα», σημειώνει η 48χρονη Παναγιώτα.

Η τραγική ιστορία του Γεώργιου Σαγματόπουλου, όπως την αφηγείται ο καθηγητής Καραμπερόπουλος, ξεκινά από τις 6 Ιουνίου 1944 όταν φτάνει 24 χρόνων με την ιδιότητα του οδηγού στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Neuengamme μαζί με άλλους κρατούμενους από την Αθήνα και καταχωρείται με τον αριθμό 32517. Γιος του Γρηγόρη και της Ευρώπης Σεμερτζή από τον Πόντο, οι οποίοι ήρθαν στην Ελλάδα με την ανταλλαγή πληθυσμών το 1923. Συνελήφθη, σύμφωνα με αναφορές της μητέρας του που δεν σταμάτησε λεπτό να τον αναζητά, το 1943 στο μπλόκο της Νίκαιας.

Το ρολόι του Γεώργιου Σαγματόπουλου

Από το Χαϊδάρι, τον Μάιο του ’44 τον μετέφεραν στη Γερμανία όπου κατέληξε στο περιφερειακό στρατόπεδο Bremen Farge από όπου κι έπειτα η τύχη του αγνοείται. Ληξίαρχος της Αθήνας, ωστόσο, πιστοποιεί ότι ο θάνατός του επήλθε τον Απρίλιο του 1945. Οπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Κωνσταντίνος Καραμπερόπουλος, ιδίως για τις οικογένειες που έχουν άνθρωπο που δεν επέστρεψε, η επικείμενη τελετή έχει ύψιστη σημασία. «Ζητούμενο εδώ είναι να κλείσει της ψυχής το τραύμα», λέει ο ίδιος υπογραμμίζοντας το πόσο σημαντικό είναι ένα αντικείμενο που κάποτε απέσπασαν οι ναζί από έναν κρατούμενο να αποδίδεται σήμερα πίσω στην οικογένειά του.

Ελένη Μπουτράκη: Ενα πρωτόγνωρο ταξίδι βιωματικών γνώσεων

«Το πρόγραμμα Stolen Memory ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία, έξω από το συνηθισμένο και περιορισμένο πρόγραμμα του σχολείου. Ομως, δεν ήταν απλώς μια εμπειρία· ήταν πρωτίστως ένα ταξίδι βιωματικών γνώσεων για κομμάτια της ιστορίας που μέχρι τώρα μας ήταν άγνωστα. Κατά τη διάρκεια των ερευνών, γίναμε μέλη των οικογενειών που επιθυμούσαν τόσο όσο εμείς να βρουν τους συγγενείς τους, να μάθουν τι απέγιναν, έτσι ώστε να λυτρωθούν κατά κάποιο τρόπο, αλλά και να τιμηθεί η μνήμη των ανθρώπων που χάθηκαν. Τέτοιου είδους δράσεις λείπουν από την εκπαίδευση και το Stolen Memory μπορεί να αποτελέσει ένα αισιόδοξο βήμα για την ένταξή τους στο σχολικό πρόγραμμα, με αποτέλεσμα την ευαισθητοποίηση των μαθητών, όσον αφορά στην ιστορία και στο να δοθούν ερεθίσματα για αναζήτηση στο παρελθόν».

Η Ελένη Μπουτράκη είναι φοιτήτρια Φαρμακευτικής στο ΑΠΘ και συμμετείχε στο πρόγραμμα #StolenMemory και τις δύο χρονιές (2024/25 για τον Γεώργιο Χανά και 2025/26 για τον Ευάγγελο Κερασιώτη), ως μαθήτρια του Εσπερινού ΕΠΑΛ Ευόσμου

Moritz Wein: Η μνήμη, αγκυροβολημένη

«Τα Αρχεία Arolsen εξακολουθούν να διατηρούν περισσότερα από 2.000 προσωπικά αντικείμενα που είχαν κλαπεί από κρατούμενους σε γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης – ρολόγια τσέπης και χειρός, δαχτυλίδια, πορτοφόλια και οικογενειακές φωτογραφίες. Τα άτομα στα οποία ανήκαν αυτά τα αντικείμενα ήταν ως επί το πλείστον πολιτικοί κρατούμενοι ή καταναγκαστικοί εργάτες. Προέρχονταν από περισσότερες από 30 χώρες, κυρίως από την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Το #StolenMemory δείχνει ότι η μνήμη δεν είναι αφηρημένη, αλλά αγκυροβολημένη σε μεμονωμένα αντικείμενα και σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν απαντήσεις δεκαετίες αργότερα. Κινητοποιώντας εθελοντές και συνεργαζόμενους φορείς, η καμπάνια δημιούργησε μια νέα μορφή συμμετοχικής μνήμης που υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα και συνδέει ανθρώπους σε όλη την Ευρώπη. Η συλλογή που διατηρούν τα Αρχεία Arolsen περιελάμβανε τα προσωπικά αντικείμενα μόνο δέκα πρώην κρατουμένων στρατοπέδων συγκέντρωσης από την Ελλάδα. Χάρη στην έρευνα που διεξήχθη κυρίως από έλληνες μαθητές, έχουμε πλέον βρει όλες τις οικογένειες και μπορούμε να τιμήσουμε τη μνήμη αυτών των θαρραλέων ατόμων, που αντιπροσωπεύουν τις χιλιάδες που απελάθηκαν από την Ελλάδα στο γερμανικό Ράιχ. Οταν οι νέοι γίνονται εθελοντές του #StolenMemory, ο αντίκτυπος επεκτείνεται βαθιά στην κοινωνία. Μαθητές σε όλη την Ελλάδα πραγματοποίησαν επίπονη αστυνομική έρευνα, αναζητώντας τοπικά αρχεία και ληξιαρχεία και επικοινωνώντας με κοινοτικές οργανώσεις, για να βρουν τις οικογένειες των θυμάτων των ναζιστικών διώξεων. Αυτό συνδέει τους νέους άμεσα με την ιστορία, καθιστώντας τη μνήμη μια ενεργή, προσωπική εμπειρία».

Ο Moritz Wein είναι διευθυντής των Αρχείων Arolsen