Σταυρούλα Λεβεντάκη: Έσπασε στην κυριολεξία το κρανίο της ο 43χρονος – Η προσπάθειά του να αποπροσανατολίσει τις Αρχές

Η ιατροδικαστική ανάλυση της δολοφονίας της Σταυρούλας Λεβεντάκη αποκαλύπτει στοιχεία που προκαλούν σοκ και αναδεικνύουν τη σφοδρότητα με την οποία ενήργησε ο δράστης, διαπράττοντας ένα από τα πιο βάναυσα εγκλήματα που έχουν συγκλονίσει τη χώρα.

Το πιο συγκλονιστικό εύρημα αφορά το βαρύ τραύμα που εντοπίστηκε στην αριστερή πλευρά της κεφαλής. Οι ιατροδικαστές διαπίστωσαν κάταγμα των οστών του κρανίου, αποτέλεσμα χτυπήματος με βαρύ και συμπαγές αντικείμενο. Όπως εξηγούν, τέτοια κατάγματα δύσκολα προκαλούνται από μαχαίρι και συνήθως συνδέονται με αντικείμενα όπως ξύλα ή μεταλλικά εργαλεία. Ο 43χρονος δράστης ομολόγησε, ότι χτύπησε την γυναίκα με ένα κούτσουρο στο κεφάλι. Η σφοδρότητα του πλήγματος προκάλεσε εκτεταμένες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, επιβεβαιώνοντας την ένταση της επίθεσης.

Παράλληλα, εντοπίστηκαν δύο τραύματα από αιχμηρό όργανο στην αριστερή πλευρά του στήθους, στην περιοχή της καρδιάς. Τα τραύματα ήταν επιφανειακά και δεν έπληξαν ζωτικά όργανα. Η σορός της 45χρονης, που βρέθηκε σε προχωρημένη σήψη, είχε θαφτεί πρόχειρα κάτω από στρώμα χώματος πάχους περίπου 30 έως 40 εκατοστών.

Από το θέατρο στην ομολογία

Ο 43χρονος καθ’ ομολογίαν δολοφόνος λύγισε κατά την ανάκριση, όταν αντιλήφθηκε ότι η αστυνομική έρευνα είχε αποκαλύψει την αλήθεια που προσπαθούσε να αποκρύψει. Οι δημοσιογράφοι του MEGA Ελευθερία Σπυράκη και Ειρήνη Πεϊβάνη, που παραμένουν στην Κρήτη, πραγματοποίησαν αυτοψία στα σημεία όπου εκτυλίχθηκαν τα δραματικά γεγονότα, ακολουθώντας τα βήματα του δράστη μετά το έγκλημα.

Στην κατάθεσή του, ο 43χρονος παραδέχθηκε ότι έδεσε, φίμωσε, μαχαίρωσε και χτύπησε μέχρι θανάτου τη Σταυρούλα Λεβεντάκη μέσα στο σπίτι που του είχε νοικιάσει. Στη συνέχεια, όπως είπε, έκανε ανάληψη χρημάτων από ΑΤΜ για να δημιουργήσει την εντύπωση ληστείας.

Ο δράστης ισχυρίστηκε πως το έγκλημα είχε ερωτικό υπόβαθρο, κάτι που ωστόσο δεν επιβεβαιώνεται από την αστυνομική έρευνα. Όλα τα στοιχεία δείχνουν πως η αφορμή ήταν διαφορετική από αυτή που ο ίδιος περιέγραψε.

Η περιγραφή του εγκλήματος

Σύμφωνα με τον ίδιο, το μεσημέρι του Σαββάτου 30 Μαΐου δέχθηκε τηλεφώνημα από το θύμα. Όπως είπε: «Την 30-05-2026 με πήρε τηλέφωνο 13:30 ώρα το μεσημέρι και εγώ ήμουν στη δουλειά… Πήγαμε στην κρεβατοκάμαρα. Ξαφνικά άλλαξε τη συζήτηση και μου κόλλησε ζητώντας να συνευρεθούμε».

Οι ισχυρισμοί του προκάλεσαν οργή στους συγγενείς της δολοφονημένης γυναίκας, όπως και οι κυνικές περιγραφές του για τα επόμενα γεγονότα. Ο κατηγορούμενος ανέφερε: «Εκεί έκανε σαν τρελή και ξεκίνησε να μου φωνάζει ότι θα με καταστρέψει. Άρχισε να ωρύεται και να με απειλεί ότι θα το πει στη γυναίκα μου, θα με ξεφτιλίσει, θα πει ότι την έχω βιάσει και θα με διώξει από το σπίτι. Εκείνη τη στιγμή πάνω στην τρέλα της άρπαξε ένα γεμάτο μπουκάλι κρασί που το είχα σαν διακοσμητικό στο σύνθετο που έχει ένα ράφι κάτω από την τηλεόραση του υπνοδωματίου μου και πήγε να με χτυπήσει. Εκεί της έπιασα το μπουκάλι για να μη με χτυπήσει και μπλέχτηκαν τα πόδια μας. Έτσι έπεσε χτυπώντας το κεφάλι της στο πάτωμα, στη δεξιά μεριά του αυτιού της».

Ο 43χρονος ανέφερε πως σε εκείνο το σημείο αποφάσισε να σκοτώσει την 45χρονη. Για να μην μπλέξει, όπως είπε σε αστυνομικούς. «Εκεί είδα στα πλακάκια κάτω αίμα που έτρεχε από την πλευρά του δεξιού αυτιού της. Εκεί ξεκίνησε και φώναζε και εγώ θόλωσα και λέω “θα μπλέξω για μια τρελή”. Την χτύπησα με το μπουκάλι που είχα πάρει από τα χέρια της. Την τύλιξα δύο φορές γύρω από το κεφάλι της και αυτή προσπαθούσε να το βγάλει με τα χέρια της. Επέμεινα και το τύλιξα άλλη μία φορά και ξαφνικά έπεσε αναίσθητη. Σταμάτησε και δεν κουνιόταν καθόλου και λέω “εντάξει τελείωσε”».

Η Σταυρούλα Λεβεντάκη ψυχορραγεί. Μόνη και αβοήθητη. Δεν έχει δυνάμεις να σταθεί στα πόδια της. Και αυτό αφήνει στον καθ’ ομολογίαν δολοφόνο να ολοκληρώσει το έγκλημα. «Εγώ θεώρησα ότι είχε πεθάνει και πήγα στην κουζίνα να ηρεμήσω. Μετά από ένα με δύο λεπτά το πολύ ξύπνησε και φώναζε βοήθεια. Εγώ θολωμένος επιστρέφω πίσω στο υπνοδωμάτιο και είχα πάρει ένα κουζινομάχαιρο από το συρτάρι της κουζίνας μαζί μου. Αυτή ήταν ξαπλωμένη στο πάτωμα σε πλάγια θέση και φώναζε. Εγώ την πλησίασα και την κάρφωσα με το μαχαίρι στο ύψος της καρδιάς νομίζω δύο φορές. Εκεί σταμάτησε να φωνάζει και εγώ έφυγα στην κουζίνα και έπλυνα το μαχαίρι με σαπούνι για τα πιάτα και ξύδι. Δεν θυμάμαι ποιο μαχαίρι πήρα και ούτε που το πέταξα μετά. Εκεί σκέφτηκα “τελείωσε, έφυγε, θα ηρεμήσω”».

Αμέσως μετά όμως, άκουσε όπως είπε και πάλι τη φωνή της Σταυρούλας. «Μετά ξεκίνησε πάλι και φώναζε “βοήθεια, βοήθεια, με ακούει κανένας;”. Πήγα και πήρα ένα κούτσουρο, πήγα στο υπνοδωμάτιο όπου η Σταυρούλα ήταν μέσα στα αίματα σε πλάγια θέση ξαπλωμένη με τη δεξιά πλευρά της στο πάτωμα και με το κομμάτι ξύλου που κρατούσα, τη χτύπησα στο κεφάλι δύο φορές σίγουρα, για τρίτη δε θυμάμαι. Τότε είδα ότι είχε πεθάνει και η ώρα ήταν 17:00 ή 17:15».

Αυτή ήταν η ώρα που έπαψε η Σταυρούλα Λεβεντάκη να εμφανίζεται ενεργή στο viber. Η ώρα που ο 43χρονος σκεφτόταν πως θα εξαφανίσει τη σορό της.

Η απόπειρα συγκάλυψης

«Εκεί στο πάτωμα δίπλα της είχαν πέσει δύο κάρτες ανάληψης τράπεζας. Πήγα στο ATM και πάτησα τον κωδικό. Ήταν αυτός ο κωδικός έβγαλα 1.000 ευρώ και γύρισα σπίτι. Το έκανα αυτό επειδή ήθελα να φανεί ότι έγινε ληστεία και να μη με συνδέσουν με το θάνατό της».

Τις πρώτες ώρες μετά το έγκλημα, ο 43χρονος δεν είχε μεταφέρει τη σορό της δολοφονημένης γυναίκας. Το έκανε τη νύχτα. Όταν στην περιοχή δεν κυκλοφορούσε κανείς. «Το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ και κατά τις 00:30 έστριψα ένα τσιγάρο χασίς για να χαλαρώσω. Αποφάσισα να την πάω στο χωράφι μου στον Βατόλακκο όπου έχω το κοντέινερ. Περίπου 06:00 της 31-05-2026 τη σήκωσα μέχρι ένα σημείο και στα σκαλιά δεν μπορούσα άλλο και ξεκίνησα να τη σέρνω μέχρι το μπλε βαν μου. Κατάφερα να τη σύρω μέχρι το μπλε βαν μου, της έβαλα άλλη μία σακούλα και τη φόρτωσα στον αποθηκευτικό χώρο του αυτοκινήτου».

Ο καθ’ ομολογίαν δολοφόνος κατευθύνεται σε χωράφι του, περίπου 5 χιλιόμετρα από το σπίτι που έβαψε τα χέρια του με αίμα. Όταν έφτασε έκανε έλεγχο και διαπίστωσε πως δεν κυκλοφορούσε κανείς άλλος. «Ξεκίνησα στο βάθος του χωραφιού ανάμεσα στις πορτοκαλιές να σκάβω ένα λάκκο. Όταν τελείωσα μετά από 20 λεπτά το σκάψιμο, γύρισα στο αμάξι παίρνοντας ένα καρότσι που έχω εκεί και είναι οικοδομής και τοποθέτησα πάνω το πτώμα. Το μετέφερα μέχρι το βάθος του χωραφιού στο λάκκο που είχα μόλις ανοίξει και την έριξα μέσα».

Η συνομιλία του καθ’ ομολογίαν δολοφόνου με τον αδελφό της 45χρονης

Στις επόμενες ημέρες συνέχισε τη ζωή του κανονικά, ενώ ο αδελφός της Σταυρούλας δήλωνε την εξαφάνισή της. Σε ηχητικό ντοκουμέντο που δημοσιοποιήθηκε, ο 43χρονος προσποιείται άγνοια και εκφράζει δήθεν αγωνία για την τύχη της.

Καθ’ ομολογίαν δολοφόνος: Σου λέω έχω τρομοκρατηθεί για τα καλά μιλάμε. Δηλαδή, εντάξει λέω, έλεος. Εκεί πέρα που είχαμε μία ήρεμη ζωή κάθε καλοκαίρι, το ένα, το άλλο… Εύχομαι και τώρα, τώρα αυτή τη στιγμή, κάποιος να με πάρει τηλέφωνο, να μου πει: «Ξέρεις κάτι, τη βρήκανε, ηρέμησε».

Αδελφός: Όλοι αυτό θέλουμε, αλλά σου ξαναλέω, συνεννοήσου μαζί τους. Εγώ δεν μπορώ να σου πω τι θα κάνεις.

Καθ’ ομολογίαν δολοφόνος: Όχι (…), όχι… μιλάμε. Μιλάμε, Παναγία μου, έτσι; Μιλάμε. Πάνω από όλα μιλάμε.

Αδελφός: Ναι.

Καθ’ ομολογίαν δολοφόνος: Ό,τι νεότερο (…), χτύπα ρε φίλε… Να ηρεμήσουμε, δε με νοιάζει… Είμαστε κι εγώ και η γυναίκα μου άνω κάτω, τι να σου πω.

Αδελφός: Ναι, το ξέρω. Όλοι είμαστε, εγώ τι να λέω;

Καθ’ ομολογίαν δολοφόνος: Σου λέω, εύχομαι μέσα από την καρδιά μου, πίστεψέ με, περισσότερο θα χαρώ να με πάρεις τηλέφωνο, να μου πεις ότι τη βρήκανε, παρά όλο τον κόσμο να μου φέρουνε μπροστά μου. Να μου πούνε: «Ξέρεις κάτι, γίνεσαι αύριο το πρωί Ωνάσης, οποιοσδήποτε», δεν με ενδιαφέρει. Με ενδιαφέρει να έχω μία ήσυχη ζωή. Την υγειά μου θέλω.

Σε άλλο σημείο της ομολογίας του, ανέφερε: «Δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό μου να κάνω κακό σε κανέναν… Ζητώ συγγνώμη από την οικογένεια της Σταυρούλας αλλά και από τη δική μου οικογένεια που τους απογοήτευσα».

Η υπόθεση της Σταυρούλας Λεβεντάκη έχει προκαλέσει βαθιά συγκίνηση και οργή στην Κρήτη και σε ολόκληρη τη χώρα, καθώς αποκαλύπτεται βήμα προς βήμα η φρίκη ενός εγκλήματος που συγκλονίζει την κοινή γνώμη.