Η λύση δεν είναι λιγότερη μετανάστευση, αλλά καλύτερη πολιτική

Όταν υπηρέτησα ως πρέσβης της Αυστραλίας στην Ελλάδα, στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, είδα από κοντά πόσο εύκολα μπορεί να κλονιστεί η κοινωνική συνοχή όταν οι κυβερνήσεις, αντί να αναλάβουν το δύσκολο έργο των μεταρρυθμίσεων, καταφεύγουν στον λαϊκισμό και στην αναζήτηση ενόχων.

Η κρίση δεν ήταν κάτι αφηρημένο. Ήταν ορατή στα κλειστά μαγαζιά, στους δρόμους γεμάτους διαδηλώσεις, στους νέους που έφευγαν αναζητώντας ένα μέλλον αλλού και στις οικογένειες που πλήρωναν το τίμημα πολλών χρόνων λανθασμένων πολιτικών επιλογών.

Η ανάκαμψη της Ελλάδας από τότε υπήρξε εντυπωσιακή, αλλά δεν ήρθε χωρίς κόστος. Χρειάστηκαν επώδυνη δημοσιονομική προσαρμογή και βαθιές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Το μάθημα ήταν σαφές και σκληρό: όταν οι κυβερνήσεις δεν έχουν την ικανότητα ή το θάρρος να αντιμετωπίσουν τα πραγματικά προβλήματα, η δημόσια οργή ψάχνει κάποιον να κατηγορήσει.

Γι’ αυτό και η σημερινή συζήτηση για τη μετανάστευση στην Αυστραλία πρέπει να μας ανησυχεί.

Καθώς οι πολίτες πιέζονται όλο και περισσότερο από το κόστος ζωής, τη στέγαση, τις υπηρεσίες και την αβεβαιότητα για το μέλλον, τα κόμματα προτείνουν πολύ διαφορετικές λύσεις. Οι Εργατικοί θέλουν λιγότερη και πιο στοχευμένη μετανάστευση, με έμφαση στις δεξιότητες και περισσότερα μέτρα για την ανέγερση νέων κατοικιών. Ο Συνασπισμός ζητά αυστηρότερα όρια, συνδεδεμένα με το κατά πόσο η χώρα μπορεί να στεγάσει περισσότερους ανθρώπους, καθώς και ένα πιο αυστηρό «τεστ αξιών». Το One Nation θέλει πολύ χαμηλότερη μετανάστευση, περισσότερους περιορισμούς και μια πολύ πιο κλειστή αντίληψη για το τι είναι η Αυστραλία.

Οι ανησυχίες των Αυστραλών είναι πραγματικές. Πολλοί δυσκολεύονται με το υψηλό κόστος ζωής, τα ακριβά καύσιμα, τον επίμονο πληθωρισμό, τα υψηλότερα επιτόκια και μια οικονομία που μπορεί να φαίνεται πως μεγαλώνει, αλλά δεν βελτιώνει την καθημερινότητα των νοικοκυριών. Όταν το ΑΕΠ αυξάνεται, αλλά το κατά κεφαλήν ΑΕΠ μειώνεται, το βιοτικό επίπεδο πολλών ανθρώπων μένει στάσιμο.

Όμως η απογοήτευση για την έλλειψη σωστού σχεδιασμού, τη χαμηλή παραγωγικότητα και τις πιεσμένες υπηρεσίες δεν πρέπει να ξεσπάσει στους ανθρώπους που έρχονται εδώ για να χτίσουν τη ζωή τους, ούτε να γίνει αφορμή για να κλείσει η Αυστραλία προς τον κόσμο. Η μετανάστευση δεν δημιούργησε αυτά τα προβλήματα και ο περιορισμός της, από μόνος του, δεν θα τα λύσει.

Η δύσκολη αλήθεια είναι ότι η μετανάστευση έχει γίνει εύκολος στόχος για προβλήματα που έχουν βαθύτερες αιτίες. Όπως έχει πει ο πρώην πρόεδρος της Επιτροπής Παραγωγικότητας της Αυστραλίας, καθηγητής Γκάρι Μπανκς, η Αυστραλία απομακρύνεται από τη σοβαρή, τεκμηριωμένη πολιτική. Πολλά μέτρα παρουσιάζονται ως «μεταρρυθμίσεις», παρότι δεν είναι πάντα σαφές αν πραγματικά ωφελούν τους πολίτες. Την ίδια ώρα, η γραφειοκρατία, το κόστος για τις επιχειρήσεις, οι επιδοτήσεις και οι λογαριασμοί ενέργειας αυξάνονται.

Οι κανόνες στην αγορά εργασίας γίνονται πιο άκαμπτοι, το μεταναστευτικό πρόγραμμα δεν φέρνει πάντα τις δεξιότητες που χρειάζεται η χώρα, και η πολιτική συχνά μοιράζει τον πλούτο αντί να τον δημιουργεί.

Αν η Αυστραλία δεν αλλάξει πορεία, κινδυνεύει να παγιδευτεί σε χαμηλή παραγωγικότητα, μικρή αύξηση εισοδημάτων, χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο και ένα μέλλον με υψηλό κόστος και χαμηλή ανάπτυξη.

Αλλά η λύση δεν είναι να κλείσει η Αυστραλία την πόρτα στον κόσμο. Η ανοιχτή και πολυπολιτισμική κοινωνία της είναι ένα από τα μεγαλύτερα δυνατά της σημεία. Δεν είναι απλώς σύνθημα. Φαίνεται στις πόλεις και στις γειτονιές μας, στα σχολεία, στους χώρους εργασίας και στους θεσμούς μας, αλλά και στις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων που ήρθαν από αλλού και βοήθησαν να γίνει η Αυστραλία αυτό που είναι σήμερα.

Το ξέρω και από τη δική μου ζωή. Ήρθα στην Αυστραλία από την Ελλάδα όταν ήμουν δώδεκα χρονών. Βρέθηκα σε ένα καινούργιο σχολείο, με μια καινούργια γλώσσα, σε μια χώρα που στην αρχή μου φαινόταν ξένη, αλλά γεμάτη ευκαιρίες. Όπως τόσες άλλες οικογένειες μεταναστών, έτσι κι εμείς μάθαμε αγγλικά, προσαρμοστήκαμε και δουλέψαμε σκληρά για ένα καλύτερο μέλλον. Η Αυστραλία μάς έδωσε την ευκαιρία να φτιάξουμε τη ζωή μας εδώ, να νιώσουμε ότι ανήκουμε και να προσφέρουμε.

Αυτή η εμπειρία άλλαξε τη ζωή μου με τρόπους που τότε δεν μπορούσα να φανταστώ. Αργότερα υπηρέτησα την Αυστραλία στο εξωτερικό και έγινα η πρώτη Ελληνοαυστραλή, και η πρώτη γυναίκα, που διορίστηκε πρέσβης της Αυστραλίας στην Αθήνα. Αυτή η διαδρομή, από παιδί μεταναστών σε πρέσβη, λέει κάτι σημαντικό για την καλύτερη πλευρά της Αυστραλίας: ότι είναι μια χώρα που αναγνωρίζει την προσπάθεια, εκτιμά την προσφορά και ανοίγει δρόμους σε ανθρώπους από κάθε καταγωγή.

Γι’ αυτό η μετανάστευση δεν είναι ξέχωρη από το μέλλον της Αυστραλίας. Είναι βασικό κομμάτι της ευημερίας της. Καλύπτει ελλείψεις σε εργαζομένους και δεξιότητες, στηρίζει μια κοινωνία που γερνά και ενισχύει τομείς που είναι κρίσιμοι για την ανάπτυξη. Φέρνει επίσης νέες ιδέες, γλώσσες, εμπειρίες και σχέσεις που συνδέουν την Αυστραλία πιο στενά με την περιοχή μας και με τον κόσμο.

Σε μια εποχή αβεβαιότητας και διεθνούς ανταγωνισμού, η ικανότητα της Αυστραλίας να προσελκύει ταλαντούχους ανθρώπους και ταυτόχρονα να διατηρεί την κοινωνική της συνοχή είναι σημαντικό εθνικό πλεονέκτημα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αγνοήσουμε τις πιέσεις που νιώθουν οι πολίτες. Η εμπιστοσύνη στη μετανάστευση χτίζεται με πράξεις, όχι με λόγια. Χρειάζονται περισσότερα σπίτια, καλύτερος σχεδιασμός για δρόμους, σχολεία, νοσοκομεία και υποδομές, καθώς και ένα μεταναστευτικό σύστημα που φέρνει στη χώρα τις δεξιότητες που πραγματικά χρειάζεται. Χρειάζεται επίσης πιο ανοιχτή, σοβαρή και διαφανής χάραξη πολιτικής, με πραγματικό διάλογο. Και χρειάζεται καλύτερη στήριξη για την ένταξη των νέων μεταναστών, με μαθήματα αγγλικών, πιο γρήγορη αναγνώριση προσόντων και ξεκάθαρες προσδοκίες για προσφορά και αμοιβαίο σεβασμό.

Κάποτε η Αυστραλία ήξερε πώς να πετυχαίνει δύσκολες μεταρρυθμίσεις: βασιζόταν σε στοιχεία, εξηγούσε καθαρά γιατί χρειαζόταν η αλλαγή, έπαιρνε τους πολίτες μαζί της και έβαζε το κοινό συμφέρον πάνω από τα συμφέροντα των λίγων.

Αυτή ήταν η εικόνα της Αυστραλίας που μετέφερα στην Ελλάδα στα χρόνια της κρίσης. Και αυτή είναι η ηγεσία που χρειάζεται σήμερα η ίδια η Αυστραλία: ηγεσία που εξηγεί, ενώνει και παίρνει δύσκολες αποφάσεις.

Η σωστή πολιτική, όχι η αγανάκτηση, είναι αυτό που θα κρατήσει αυτή τη χώρα δυνατή. Η Αυστραλία δεν χρειάζεται να γίνει πιο κλειστή για να νιώσει πιο ασφαλής. Χρειάζεται καλύτερη ηγεσία, καλύτερες πολιτικές και περισσότερη αυτοπεποίθηση για το είδος της χώρας που θέλει να είναι.

Μια χώρα που χτίστηκε από ανθρώπους από κάθε γωνιά του κόσμου δεν πρέπει να μετατρέπει τις αποτυχίες της πολιτικής σε κατηγορίες εναντίον ανθρώπων. Η Αυστραλία είναι πιο δυνατή όταν απορρίπτει την πολιτική της ενοχοποίησης και θυμάται τι την έκανε επιτυχημένη: την πίστη ότι άνθρωποι από διαφορετικές καταγωγές μπορούν να χτίσουν μαζί ένα κοινό μέλλον.

Αν οργανωθεί σωστά, η μετανάστευση θα συνεχίσει να κάνει την Αυστραλία πιο ευημερούσα, πιο δυνατή και πιο ανθεκτική.

*Η κ. Τζένη (Πολυξένη) Μπλούμφιλντ είναι πρώην διπλωμάτης και συγγραφέας του βιβλίου «Australian Ambassador», που θα κυκλοφορήσει τον Αύγουστο. Υπηρέτησε ως πρέσβης της Αυστραλίας στην Ελλάδα από το 2011 έως το 2014.

Πηγή: Australian Financial Review.

The post Η λύση δεν είναι λιγότερη μετανάστευση, αλλά καλύτερη πολιτική appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.