Δημήτρης Αβραμόπουλος: Ο άνδρας και η εικόνα του

Είναι πολλά 2.400 χρόνια. Ομως η Ιστορία έχει υπομονή. Η Αθήνα παραδόθηκε στη Σπάρτη το 404 π.Χ. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος τελείωσε. Και στην πόλη εγκαθιδρύθηκε το κατοχικό καθεστώς των Τριάκοντα Τυράννων. Το κλεινόν άστυ ατιμάστηκε. Κυλούσαν οι αιώνες και η αισχύνη ήταν μία σκιά στο αέτωμα του Παρθενώνα. Μέχρι τις 10 Μαρτίου 1996. Τότε ο δήμαρχος Αθηναίων Δημήτρης Αβραμόπουλος υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με τον ομόλογό του της Σπάρτης. Το γεγονός αποδόθηκε στην έφεση του δημάρχου Αβραμόπουλου προς την προβολή, τα φρου-φρου και τα αρώματα κατά το κοινώς λεγόμενο. Ομως ήταν άδικη η μομφή. Ο άνδρας ήταν τριάντα χρόνια μπροστά. Σήμερα το γεγονός θα ήταν παγκόσμια είδηση, viral video και meme. Γιατί ο Αβραμόπουλος ήξερε για τα social media πριν ο Ζάκερμπεργκ βγάλει μουστάκι και δίπλωμα οδήγησης.

Το ίδιο ισχύει και με την τοποθέτηση, επί δημαρχίας του, τιμητικής πλάκας στο σημείο, κάτω από την Ακρόπολη, όπου έπεσε ο εύζωνας Κωνσταντίνος Κουκίδης. Τυλίχθηκε με την ελληνική σημαία και δεν επέτρεψε την υποστολή της από τους ναζί. Βέβαια υπάρχει μία λεπτομέρεια. Το γεγονός δεν συνέβη ποτέ. Αλλά ο Αβραμόπουλος δεν τίμησε ένα ψέμα. Αναγνώρισε τα συστατικά στοιχεία της εθνικής μας συνοχής, το υλικό από το οποίο κατασκευάζουμε πατριωτικούς μύθους. Ναι, ήταν ένας ξεχωριστός δήμαρχος. Ο μοναδικός στον οποίο άξιζε να παρασταθεί ο μεγάλος Ζάχος Χατζηφωτίου. Και πρώτος που επιχείρησε να αποτυπώσει στην πόλη το προσωπικό του στυλ. Το μεγαλύτερο χριστουγεννιάτικο δέντρο στην Ευρώπη, οι γιορτές του millennium, φώτα, σιντριβάνια, συμμάζεμα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Και τα κάγκελα στους δρόμους.

Βέβαια μάλωνε με τον υπουργό ΠΕΧΩΔΕ Λαλιώτη για την πατρότητα των έργων, αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες. Ολα έγιναν επί Αβραμόπουλου, εντός του κρατήρα που άνοιξε η μετεωρική του άφιξη στη δημόσια ζωή. Ηταν διπλωμάτης, στο υπουργείο Εξωτερικών. Ο Μιλτιάδης Εβερτ τον επέλεξε για τον Δήμο Αθηναίων. Απέναντί του βρέθηκε ο πληθωρικός Θόδωρος Πάγκαλος που, κάποια στιγμή, πέταξε μία απρέπεια για τον αντίπαλό του. Ο Αβραμόπουλος απάντησε διά της κάλπης. Και όχι μόνο. Οταν ο 20ος αιώνας έφτανε στα στερνά του εκείνος σκαρφάλωνε στα ύψη των δημοσκοπήσεων. Βέβαια κανένας δεν θυμάται τι έλεγε τότε. Η εικόνα του, όμως, δεν ξεφτίζει από τη μνήμη. Ευθυτενής. Κομψότατος. Ενας δανδής. Ο αστικός μύθος λέει ότι για χάρη του χώρισαν ο Βάρδας με τον Αναγνωστόπουλο. Διαφώνησαν για το ποιος θα τον ντύνει.

Ο 21ος αιώνας μας βρήκε με πρωθυπουργό Σημίτη, αρχηγό της ΝΔ τον Καραμανλή και τον δήμαρχο Αβραμόπουλο να είναι το δημοφιλέστερο πολιτικό πρόσωπο στη χώρα. Θα ήταν αφελής αν δεν έφτιαχνε κόμμα. Το Κίνημα Ελευθέρων Πολιτών. Οι πρώτες δημοσκοπήσεις του έδιναν ως και 25%. Εφερνε το καινούργιο. Αν όχι στην πολιτική, σίγουρα στο στυλ. Πρέπει να ήταν ο πρώτος πολιτικός (ίσως και ο τελευταίος) που έστησε καμαρίνι στο πολιτικό του γραφείο. Καθρέφτης, φώτα, σύνεργα μακιγιάζ. Η εικόνα έπρεπε να είναι τέλεια. Τα υπόλοιπα δεν είχαν και τόση σημασία.

Αλλά μετά μία βελόνα τρύπησε τη φούσκα, ο Καραμανλής πήρε τον δρόμο για την εξουσία και ο Αβραμόπουλος μάζεψε τα πανιά του. Λάθος. Τα άνοιξε για υπερπόντια ταξίδια. Ανέλαβε το νεοσύστατο υπουργείο Τουρισμού. Και έτσι η πατρίδα μας εξέπεμψε παγκοσμίως ένα σύγχρονο μήνυμα. Δεν ήταν πλέον η χώρα του Ζορμπά, των αξύριστων ημιάγριων που θήρευαν τουρίστριες με τα καμάκια τους. Ηταν μία σύγχρονη χώρα με τα αγγλικά της, τα γαλλικά της. Πέρασε και από την Αμυνα, έτσι για να βλέπουν οι τσολιάδες τι σημαίνει αειθαλές παράστημα. Έθεσε υποψηφιότητα για την προεδρία της Νέας Δημοκρατίας. Την απέσυρε στη σωστή στιγμή και ανταμείφθηκε, από τον Σαμαρά, με τη θέση του επιτρόπου. Γιατί κατάλαβε ότι δεν χρειάζεται να φτάσεις στην κορυφή. Ενα σκαλί πιο κάτω είναι και πιο ασφαλές σημείο. Και έτσι την ώρα που οι άλλοι άκουγαν τα αναθέματα στις πιο σκοτεινές ώρες της κρίσης, εκείνος κούμπωνε το μπλέιζερ και βύθιζε τα, τύπου Oxford, υποδήματα σε ακριβές μοκέτες.

Ήταν αρμόδιος για τη Μετανάστευση και την Ιθαγένεια. Οι ροές προς την Ευρώπη αυξήθηκαν δραματικά. Δύναται να ισχυριστεί ότι, επί των ημερών του, διευρύνθηκε το έργο που επιτελεί το χαρτοφυλάκιο της Μετανάστευσης. Ομως έκανε και δεύτερη δουλειά, με την άδεια της Κομισιόν. Συμμετείχε, τιμητικά όπως λέει, στο διοικητικό συμβούλιο της ΜΚΟ που βρέθηκε μπλεγμένη στο σκάνδαλο με το Κατάρ. Του έκαναν την τιμή και αυτός, με τη σειρά του, ανταπέδωσε ζητώντας μία λογική αμοιβή: 5.000 ευρώ τον μήνα. Ενα πεντοχίλιαρο για να μην κάνεις τίποτα. Μόνο να τους τιμάς διά της διακριτικής παρουσίας σου. Μα, πώς βρίσκουν τέτοιες δουλειές; Ας είναι. Τα δήλωσε, πλήρωσε τους φόρους του και, όπως μας λέει, δεν ανησυχεί και δέχεται άρση της ασυλίας του για να δώσει στις βελγικές αρχές ένα σκληρό μάθημα. Θυμώνει. «Δεν έχω να απολογηθώ σε κανένα κερατά». Ούτε ξέρει αν θα είναι υποψήφιος στις επόμενες εκλογές. Στα 73 του, οδεύει προς την αποστρατεία. Θα φτιάξει τη γραβάτα, θα διώξει, με τα ακροδάκτυλα, τις σκόνες από τον ώμο του σακακιού. Και φεύγοντας προς τα παρασκήνια θα μας αφήσει με ένα αναπάντητο ερώτημα. Πώς, αλήθεια, θα θυμόμαστε τον Δημήτρη Αβραμόπουλο;