Κάποτε το ΠΑΣΟΚ στη Βικτώρια διέθετε πέντε Τοπικές Οργανώσεις και μια Νομαρχιακή Επιτροπή,

Η ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ που είχε περισσότερες σελίδες κι από το πρόγραμμα του κόμματος

Αναφέρομαι στην παραίτηση του Αθανασίου Τσουχαντάρη από την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας στη ΔΕΕΠ Βικτώριας, Νοτίου Αυστραλίας και Τασμανίας.

Ξεκινά με αναφορά στην υγεία –και όλοι εύχονται να ξεπεράσει τη δυσκολία σύντομα– όμως πριν καν φτάσεις στην υπογραφή, έχεις ήδη περάσει από κομματικούς μηχανισμούς, την ομογένεια, τα ελληνικά σχολεία του εξωτερικού, τα χωριά της Ελλάδας, την Τουρκία, την παραδοσιακή οικογένεια, τον Καραμανλή και γενικά ό,τι απασχολεί τον ελληνισμό από την Ορεστιάδα μέχρι το Oakleigh.

ΔΕΝ ΗΤΑΝ παραίτηση.

Ήταν πολιτικός γύρος του Κόσμου.

Βέβαια, αυτή είναι και μια παλιά ελληνική πολιτική παράδοση. Στην Ελλάδα –και όπως φαίνεται και στην Ομογένεια– κανείς δεν παραιτείται απλώς.

Πρέπει να αφήσει και ένα μικρό… φιλοσοφικό αποτύπωμα.

Ένα «σας τα έλεγα».

Ένα «η ιστορία θα με δικαιώσει».

Ένα «φεύγω, αλλά δεν φεύγω».

ΓΙΑΤΙ ο Έλληνας πολιτικός –ακόμη κι όταν αποχωρεί– το κάνει με τρόπο που να αφήνει πάντα μισάνοιχτη την πόρτα.

Σαν τον θείο που σηκώνεται να φύγει από το κυριακάτικο τραπέζι και μετά από σαράντα λεπτά εξακολουθεί να βρίσκεται στην εξώπορτα συζητώντας για την κυβέρνηση.

Από την άλλη, η ελληνική ομογένεια έχει κι αυτή μια μοναδική ικανότητα.

Να μετατρέπει κάθε εσωκομματικό γεγονός σε εθνική υπόθεση.

Αν αλλάξει πρόεδρος σε μια τοπική επιτροπή, αρχίζουν τα τηλέφωνα.

«Τι έγινε;».

«Ποιος είναι από πίσω;».

«Ποιον στηρίζει η Αθήνα;».

«Έχει δάκτυλο;».

Ποιο δάκτυλο, δεν ξέρει κανείς.

Αλλά πάντα υπάρχει ένα.

ΤΩΡΑ εδώ, στην Αυστραλία, μού «σφύριξαν» πως κάποιος με ράσα «προωθεί» τον Τσουχαντάρη προς την, υπό ίδρυση, πολιτική παράταξη Σαμαρά.

Και όσο περισσότερο δηλώνει κάποιος ότι αποχωρεί «οριστικά», τόσο περισσότερο η παρέα είναι βέβαιη ότι θα τον ξαναδεί στις επόμενες εκλογές.

Γιατί στην ελληνική πολιτική υπάρχει ένας άγραφος νόμος.

Οι μόνες πραγματικά μόνιμες αποχωρήσεις είναι εκείνες που δεν ανακοινώνονται.

Οι υπόλοιπες είναι συνήθως… διάλειμμα.

ΚΑΙ μέσα σε όλα αυτά, η Ομογένεια συνεχίζει να συζητά για τα ίδια θέματα εδώ και δεκαετίες.

Τα ελληνικά σχολεία.

Τη γλώσσα.

Τη νέα γενιά.

Τη σχέση με την Ελλάδα.

Την εκπροσώπηση.

ΚΑΘΕ φορά αλλάζουν τα πρόσωπα.

Τα ζητήματα μένουν.

Ίσως τελικά αυτό να είναι και το μεγαλύτερο συμπέρασμα.

Οι πρόεδροι έρχονται και φεύγουν.

Οι επιστολές παραίτησης γίνονται όλο και μεγαλύτερες.

Οι ανακοινώσεις όλο και πιο δραματικές.

Οι αναλύσεις όλο και πιο βαθυστόχαστες.

Και η ελληνική παροικία συνεχίζει να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα.

Να συζητά την πολιτική με πάθος, να διαφωνεί με ένταση, να πίνει τον καφέ της και, στο τέλος της ημέρας, να συμφωνεί μόνο σε ένα πράγμα:

Ότι, αν εκείνοι ήταν στη θέση της ηγεσίας, θα τα είχαν λύσει όλα… μέχρι το επόμενο πρωί.

Η ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ του κ. Τσουχαντάρη είχε και μια απρόσμενη παρενέργεια. Μάς θύμισε ότι, εκτός από την Ελλάδα, υπάρχουν ακόμη και στην Αυστραλία παραρτήματα ελληνικών πολιτικών κομμάτων.

Ναι, υπάρχουν. Όπως υπάρχουν και οι μονόκεροι. Λες ότι υπάρχουν, αλλά σπάνια τους βλέπεις.

Κάποτε όμως ήταν αλλιώς. Το ΠΑΣΟΚ στη Βικτώρια διέθετε πέντε Τοπικές Οργανώσεις, Νομαρχιακή Επιτροπή, συνελεύσεις, εκλογές, ψηφοδέλτια, καφέδες, σουβλάκια και ατελείωτες πολιτικές αναλύσεις που κρατούσαν περισσότερο κι από ελληνικό γάμο. Σήμερα; Αν μαζευτούν όλοι μαζί για συνέλευση, υπάρχει κίνδυνος να τους βάλουν στο ίδιο τραπέζι με την παρέα που παίζει τάβλι στο καφενείο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ περνά ακόμη πιο δύσκολες μέρες. Κι όμως, οι παλιότεροι θυμούνται ότι το τότε ΚΚΕ Εσωτερικού είχε ισχυρή παρουσία στη Μελβούρνη.

Οι εποχές άλλαξαν. Οι περισσότεροι σύντροφοι έγιναν παππούδες, κάποιοι ασχολούνται με τα εγγόνια και οι υπόλοιποι… με την πίεσή τους. Εξαίρεση αποτελεί το ΚΚΕ. Εκεί υπάρχει ακόμη ζωή. Η Λέσχη Φίλων ΚΚΕ Μελβούρνης εξακολουθεί να εκπροσωπείται επάξια από τον Σταύρο Στρατέα, ο οποίος, για να λέμε και του στραβού το δίκιο, μάλλον έχει περισσότερα ενεργά μέλη απ’ όσα διαθέτουν μαζί ορισμένα άλλα κόμματα.

Ο κ. Στρατέας βρίσκεται αυτές τις μέρες στην Ελλάδα και φρόντισε να στείλει επιστολή στον «Νέο Κόσμο». Μια επιστολή που, αν τη διάβαζε κάποιος χωρίς τίτλο, θα νόμιζε ότι πρόκειται για ταξιδιωτικό οδηγό… επιβίωσης.

Ξεκινάς από το αεροδρόμιο της Αθήνας και, πριν προλάβεις να πεις «καλώς σας βρήκα», σε υποδέχεται η ουρά των διαβατηρίων.

Οι ηλεκτρονικές πύλες είναι εκεί. Λαμπερές. Σύγχρονες. Σχεδόν διακοσμητικές. Γιατί, όπως πληροφορείται ο επισκέπτης, η εκπαίδευση των χειριστών συνεχίζεται ακόμη. Από τον Μάρτιο. Προφανώς πρόκειται για διδακτορικό.

ΜΕΤΑ αρχίζει η γνωστή ελληνική Οδύσσεια. Εφορία, ΚΕΠ, συμβολαιογράφος, δικηγόρος, λογιστής, τράπεζα και ξανά από την αρχή. Αν ο Οδυσσέας είχε να κάνει γονική παροχή αντί να γυρίζει από την Τροία, μάλλον θα χρειαζόταν είκοσι χρόνια παραπάνω. Αν πάλι αποφασίσεις να ξεκουραστείς σε κάποια παραλία, πρέπει πρώτα να πάρεις… στεγαστικό δάνειο για την ξαπλώστρα. Αν βρεις ελεύθερη, θεωρείσαι ήδη τυχερός.

Η επιστολή συνεχίζει με ακρίβεια, εγκληματικότητα, πολέμους, εργασιακά προβλήματα, πολιτικές ανακατατάξεις, διεθνείς εξελίξεις και φυσικά την ανάγκη ενίσχυσης του ΚΚΕ.

ΕΔΩ να αναγνωρίσουμε κάτι. Ο κ. Στρατέας είναι συνεπής. Άλλοι πηγαίνουν στην Ελλάδα, ανεβάζουν φωτογραφίες με χωριάτικη, ούζο και ηλιοβασίλεμα. Εκείνος επιστρέφει με πολιτική ανάλυση, κοινωνική κριτική, αναφορά στον Μπέρτολτ Μπρεχτ και κάλεσμα για ταξική πάλη. Ο καθένας κάνει τις διακοπές του όπως μπορεί. Και κάπως έτσι συνειδητοποιείς ότι, είτε βρίσκεσαι στη Μελβούρνη είτε στην Αθήνα, ένα πράγμα δεν αλλάζει ποτέ: οι Έλληνες δεν μπορούν να κάνουν ούτε διακοπές χωρίς να συζητήσουν πολιτική. Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο σταθερό εθνικό μας χαρακτηριστικό.

Πριν βγει το επιδόρπιο, έχει λυθεί το Μεσανατολικό, έχει πέσει η κυβέρνηση, έχουν γίνει εκλογές και κάποιος έχει ήδη προτείνει… να οργανωθεί μια επιτροπή για να τα συζητήσει όλα από την αρχή.

ΔΙΑΒΑΣΑ με μεγάλο ενδιαφέρον το εξαιρετικό άρθρο της Ελένης Βροντή στον «Νέο Κόσμο» και στο τέλος αναρωτήθηκα: τελικά είμαστε Aussie Greeks, Greek Australians ή… άνθρωποι που δεν μπορούν να αποφασίσουν ούτε σε ποια ουρά να σταθούν στο αεροδρόμιο;

Γιατί αυτή είναι η μοίρα του Ελληνοαυστραλού. Στην Αυστραλία σε φωνάζουν «the Greek». Στην Ελλάδα σε λένε «ο Αυστραλός». Και όταν πας στην Κύπρο, απλώς σε ρωτούν αν ήρθες για διακοπές.

Η δεύτερη γενιά μεγάλωσε με μια διπλή προσωπικότητα.

Στο σπίτι άκουγες «φάε τις φακές σου». Στο σχολείο έτρωγες Vegemite.

Το πρωί έλεγες «Good morning, Miss», το απόγευμα άκουγες «έλα μέσα, θα σε φάει το κρύο», ενώ έξω είχε… 34 βαθμούς.

ΚΑΙ ΜΕΤΑ ήρθε η μεγάλη επιστροφή στην Ελλάδα.

Οι γονείς είχαν ζωγραφίσει έναν παράδεισο.

«Θα έχουμε θάλασσα, ήλιο, συγγενείς, χωριό, ντομάτες από τον κήπο και μια καλύτερη ζωή.»

Τα παιδιά άκουγαν μόνο τη λέξη «παράδεισος».

Η πραγματικότητα όμως είχε άλλη άποψη.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ σοκ ήταν το σχολείο.

Ο μικρός που είχε αφήσει πίσω πισίνα, γήπεδα, βιβλιοθήκες και εργαστήρια, βρέθηκε σε μια αυλή με περισσότερο τσιμέντο απ’ ό,τι έχει η Αττική Οδός. Έψαχνε το γήπεδο του κρίκετ και του έδειχναν τον πίνακα ανακοινώσεων.

Το ωραιότερο όμως είναι η αιώνια συζήτηση για την ταυτότητα.

Australian Greek ή Greek Australian;

Ελληνοαυστραλός ή Αυστραλοέλληνας;

Ο ΕΛΛΗΝΟΑΥΣΤΡΑΛΟΣ θα παραπονιέται για την Ελλάδα όταν βρίσκεται στην Ελλάδα.

Θα παραπονιέται για την Αυστραλία όταν βρίσκεται στην Αυστραλία.

Και όταν τον ρωτήσεις πού θέλει τελικά να ζήσει, θα απαντήσει το κλασικό: «Εδώ είναι καλά… αλλά κι εκεί δεν ήταν άσχημα».

Είναι ίσως ο μοναδικός άνθρωπος στον κόσμο που νοσταλγεί ταυτόχρονα το σουβλάκι της Θεσσαλονίκης και τη meat pie της Μελβούρνης.

Τη θάλασσα της Χαλκιδικής και το BBQ στην παραλία του St Kilda.

Το ελληνικό καλοκαίρι και το Boxing Day.

ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ, δεν χάνει ποτέ την ευκαιρία να συγκρίνει τα πάντα.

«Στην Αυστραλία αυτά δεν γίνονται…»

«Ναι, αλλά στην Ελλάδα έχει ζωή…»

Η ίδια κουβέντα εδώ και πενήντα χρόνια. Αν υπήρχε Ολυμπιακό άθλημα στις συγκρίσεις Ελλάδας και Αυστραλίας, η Ομογένεια θα είχε κατακτήσει χρυσό μετάλλιο σε όλες τις διοργανώσεις.

ΙΣΩΣ τελικά η απάντηση στο δίλημμα να είναι πολύ πιο απλή.

Δεν είμαστε ούτε μόνο Έλληνες ούτε μόνο Αυστραλοί.

Είμαστε οι άνθρωποι που όταν ακούν ένα μπουζούκι συγκινούνται και όταν βλέπουν καγκουρό χαμογελούν.

Που λένε «mate» και «ρε φίλε» στην ίδια πρόταση.

Που οδηγούν αριστερά αλλά σκέφτονται… ελληνικά.

Και αυτό, όσο μπερδεμένο κι αν ακούγεται, είναι ίσως η πιο όμορφη ταυτότητα απ’ όλες.

Τ.Τ.

The post Κάποτε το ΠΑΣΟΚ στη Βικτώρια διέθετε πέντε Τοπικές Οργανώσεις και μια Νομαρχιακή Επιτροπή, appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.