Με αφορμή το εκτενές άρθρο του «Νέου Κόσμου» για το ερώτημα Greek Australians ή Aussie Greeks, ένιωσα την ανάγκη να καταθέσω κι εγώ μερικές προσωπικές σκέψεις.
Πιστεύω πως αυτό το ερώτημα έχει περάσει από το μυαλό σχεδόν κάθε Έλληνα μετανάστη. Εγώ, όμως, θα το δω από μια διαφορετική σκοπιά. Μου έρχεται στον νου ο γνωστός στίχος: «Καινούρια αγάπη και παλιά με βάλανε στη μέση…». Είναι, όμως, πράγματι έτσι;
Η πραγματική ερώτηση δεν είναι ποια από τις δύο πατρίδες αγαπάμε περισσότερο. Η ερώτηση είναι πού μας οδήγησε η ζωή και τι είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε. Οι αρχαίοι πρόγονοί μας έλεγαν «όπου γης και πατρίς».
Σήμερα οι Έλληνες της Αυστραλίας χωρίζονται, κατά τη γνώμη μου, σε διάφορες κατηγορίες.
Υπάρχουν εκείνοι που λένε ξεκάθαρα: «Εδώ θα αφήσω τα κόκαλά μου».
«Εδώ» είναι το σπίτι τους, τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Υπάρχουν άλλοι που, αφού εργάστηκαν και δημιούργησαν, επέστρεψαν οριστικά στην Ελλάδα. Κάποιοι δοκίμασαν να επιστρέψουν, αλλά δεν μπόρεσαν να προσαρμοστούν ξανά στον τρόπο ζωής και γύρισαν στην Αυστραλία. Υπάρχουν ακόμη όσοι πηγαινοέρχονται τακτικά ανάμεσα στις δύο χώρες και, τέλος, εκείνοι που έχουν πλέον τη δυνατότητα να επισκέπτονται την Ελλάδα ως τουρίστες, έχοντας μάλιστα αγοράσει εκεί ένα σπίτι.
Θυμάμαι μια συγγενή που, όταν κάποιος έφευγε για την Ελλάδα, είπε χαριτολογώντας: «Δεν πάω να τον αποχαιρετήσω. Είναι η τρίτη φορά που φεύγει!». Η φράση αυτή δείχνει πόσο συχνά πολλοί μετανάστες βρέθηκαν να ζουν ανάμεσα σε δύο πατρίδες.
Στη δική μου περίπτωση, η απόφαση να μεταναστεύσω πάρθηκε σχεδόν τυχαία. Εργαζόμουν στη Χαλυβουργική, μία από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες της Ελλάδας. Μια μέρα, πίνοντας καφέ με τον αείμνηστο λογιστή της εταιρείας, Νίκο Χατζησάββα, του ανέφερα ότι ο αδελφός μου από την Αυστραλία μου είχε στείλει πρόσκληση να μεταναστεύσω. Δεν θα πήγαινα ως τουρίστας, αλλά ως μετανάστης. Αν μου άρεσε, θα έμενα, διαφορετικά θα επέστρεφα.
Η απάντησή του ήταν άμεση: «Να πας». Μου εξήγησε ότι στην Ελλάδα, ακόμη και ύστερα από δέκα χρόνια δουλειάς, οι οικονομικές προοπτικές θα ήταν περιορισμένες, ενώ στην Αυστραλία, με δουλειά και προσπάθεια, θα μπορούσα να αποκτήσω οικογένεια, σπίτι και αυτοκίνητο. Τα λόγια του αποδείχθηκαν προφητικά. Ήρθα και έμεινα.
Όταν έφτασα στην Αυστραλία, συνάντησα δεκάδες συγχωριανούς μου που είχαν ήδη προοδεύσει. Με εντυπωσίασε η οργάνωση της χώρας και οι ευκαιρίες που προσέφερε. Η υγεία, η εργασία, οι μισθοί και οι συντάξεις ήταν σε πολύ υψηλό επίπεδο. Όσοι συμπάροικοι χρειάστηκε να νοσηλευτούν σε αυστραλιανό νοσοκομείο δύσκολα ξεχνούν την εμπειρία τους.
Εργάστηκα επί πολλά χρόνια στην εκπαίδευση και γνώρισα αρκετούς νέους που έφυγαν από την Ελλάδα, ιδιαίτερα στα χρόνια της οικονομικής κρίσης και της πανδημίας. Οι περισσότεροι μιλούσαν με τα καλύτερα λόγια για τις ευκαιρίες που βρήκαν στην Αυστραλία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν μας λείπει. Προσωπικά, εκείνο που μου λείπει περισσότερο είναι το φεγγάρι της Ελλάδας. Είναι η αδυναμία μου. Μπορούσα να κάθομαι και να το παρακολουθώ μέχρι να δύσει. Εδώ στη Μελβούρνη οι ευκαιρίες είναι πολύ λιγότερες.
Και, φυσικά, το μεγαλύτερο κενό το αφήνουν οι άνθρωποι που μένουν πίσω: οι γονείς, τα αδέλφια, οι συγγενείς και οι φίλοι.
Βέβαια, η Αυστραλία έχει και τα δικά της πλεονεκτήματα. Ακόμη και μέσα στον χειμώνα, με ένα σύντομο αεροπορικό ταξίδι μπορεί κανείς να βρεθεί στο Κουίνσλαντ και να απολαύσει καλοκαίρι.
Όμως, όσο κι αν συγκρίνουμε τις δύο χώρες, η πατρίδα παραμένει πατρίδα. Θυμάμαι έναν φίλο στον Σύλλογο Ηλικιωμένων να μου λέει: «Δεν έχω δει ούτε ένα όνειρο για την Αυστραλία. Όλο το χωριό μου βλέπω». Ανάλογη ήταν και η απάντηση ενός Ιταλού φίλου όταν τον ρώτησαν πού είναι το σπίτι του. «Αύριο πάω σπίτι», είπε. «Στην Αυστραλία;» τον ρώτησαν. «Όχι, στην Ιταλία». Αυτή είναι η ψυχολογία του μετανάστη. Μια ζωή μοιρασμένη ανάμεσα σε δύο πατρίδες.
Ευτυχώς, σήμερα οι αποστάσεις έχουν μικρύνει. Κάποτε για να τηλεφωνήσουμε στην Ελλάδα έπρεπε να κλείσουμε ραντεβού στο τηλεφωνικό κέντρο. Σήμερα η επικοινωνία είναι άμεση.
Ξεχωριστό κεφάλαιο αποτελούν η δεύτερη και η τρίτη γενιά. Τα παιδιά της δεύτερης γενιάς είχαν στενή επαφή με την Ελλάδα μέσα από τα ελληνικά σχολεία. Τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 λάμβαναν δωρεάν από την Ελλάδα πλήρη σχολικά βιβλία. Έτσι κράτησαν ζωντανή τη σχέση τους με τη γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό.
Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Το εκπαιδευτικό υλικό είναι περιορισμένο και η τρίτη γενιά, στις περισσότερες περιπτώσεις, έχει απομακρυνθεί ακόμη περισσότερο από την ελληνική γλώσσα, παρότι πολλοί εξακολουθούν να αισθάνονται περήφανοι για την ελληνική καταγωγή τους.
Ίσως, τελικά, η απάντηση στο αρχικό ερώτημα να είναι απλή. Εμείς, οι πρώτοι μετανάστες, είμαστε Greek Australians. Τα παιδιά και τα εγγόνια μας είναι Aussie Greeks. Όλοι, όμως, κουβαλάμε μέσα μας δύο πατρίδες και μια καρδιά που χτυπά και για τις δύο.
ΒΛΑΣΗΣ ΜΑΥΡΑΓΑΝΗΣ
(Μελβούρνη, Ferntree Gully)
The post Greek Australians ή Aussie Greeks; appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.