Ρωγμές στο φάσμα του ανέλεγκτου

antonis-samaras

Επί τέσσερα και πλέον χρόνια πλανάται στη χώρα το μείζον θεσμικό ζήτημα των υποκλοπών. Άλλοτε βρίσκεται στο περιθώριο της δημοσιότητας, άλλοτε όμως έρχεται στο προσκήνιο με αφορμή μία σημαντική δικαστική εξέλιξη ή κάποια ενέργεια ενός θύματος. Το τελευταίο συνέβη τις τελευταίες ημέρες με την αίτηση που υπέβαλε – έστω και με καθυστέρηση – ο πρώην πρωθυπουργός Αντ. Σαμαράς στην εισαγγελία του Αρείου Πάγου, ζητώντας την πλήρη διερεύνηση της δικής του παγίδευσης, κάνοντας λόγο για μία υπόθεση που προκαλεί «εύλογη ανησυχία για την εθνική ασφάλεια, τη λειτουργία των θεσμών και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων».

Ήδη, πάντως, εδώ και καιρό, κάποια από τα θύματα των παρακολουθήσεων προσπαθούν επίμονα να βρουν το δίκιο τους. Μαζί με μαχητικούς νομικούς παραστάτες, εξαντλούν κάθε διαθέσιμο νόμιμο μέσο ενώπιον Δικαιοσύνης και Ανεξάρτητων Αρχών. Χρησιμοποιούν τη νομιμότητα ως όπλο έναντι της παρανομίας και της κρατικής αυθαιρεσίας. Ορισμένες φορές ανοίγει μία χαραμάδα αισιοδοξίας, άλλες ωστόσο, και δη σε κρίσιμες πτυχές της υπόθεσης, οι πόρτες της Δικαιοσύνης κλείνουν ερμητικά. Παράλληλα, κάποιοι αρμόδιοι δημόσιοι φορείς ή Αρχές αδιαφορούν συστηματικά. Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για καφκικές ή δυστοπικές καταστάσεις.

Ένας πολίτης που πιστεύει στη Δημοκρατία θα σκεφτεί δικαίως ότι η κατάσταση θέτει σε σοβαρή δοκιμασία τον φιλελεύθερο πυλώνα της Δημοκρατίας μας, τους θεσμούς και το κράτος δικαίου. Αλλωστε, το ίδιο το Σύνταγμα διαγορεύει κατ’ αρχήν το απόλυτο απαραβίαστο του απορρήτου των επικοινωνιών (άρθ. 19), ενώ ο κοινός νομοθέτης, μεταξύ άλλων, προβλέπει αυστηρή ποινική μεταχείριση σε περίπτωση που από παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων προκαλείται κίνδυνος για την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος ή την εθνική ασφάλεια (άρθ. 38 Ν. 4624/2019).

Η κυβέρνηση και ο Πρωθυπουργός δεσμεύθηκαν αρχικά ότι θα χυνόταν άπλετο φως στην υπόθεση. Αλλά οι πράξεις εντός και εκτός Βουλής έδειξαν και δείχνουν διαφορετική διάθεση. Ενα ζήτημα μείζονος σπουδαιότητας από πλευράς προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων αλλά και εθνικής ασφάλειας παραπέμπεται συνεχώς στην αρμοδιότητα της Δικαιοσύνης, λες και είναι δυνατόν να αφήνει αδιάφορη μία κυβέρνηση. Οταν έχουν τελεσθεί τόσο σοβαρές παραβιάσεις του απορρήτου, και δη σειράς δημοσίων αξιωματούχων, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για την εθνική ασφάλεια και το δημόσιο συμφέρον, κάθε κυβέρνηση που σέβεται τον εαυτό της και τους δημοκρατικούς θεσμούς θα έπρεπε να έχει ως βασική της προτεραιότητα την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης.

Αντ’ αυτού, όμως, η παρούσα κυβέρνηση, μεταξύ άλλων, εξακολουθεί, παρά τη σχετική ρητή συνταγματική επιταγή (άρθ. 95 παρ. 5 Συντ.), να μη συμμορφώνεται στην απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ (465/2024) αναφορικά με την υποχρέωση ενημέρωσης του προσώπου που παρακολουθήθηκε για λόγους εθνικής ασφάλειας. Την ίδια στιγμή, μάλιστα, καταθέτει στη Βουλή νομοσχέδιο για τη συμμόρφωση της διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις.

Όπως έχουν διαμορφωθεί πλέον τα πράγματα, τον πρώτο λόγο έχει η Δικαιοσύνη, και δη σε ανώτατο επίπεδο. Η αντοχή μιας προσωρινής αρχειοθέτησης στον Αρειο Πάγο δοκιμάζει τις αντοχές του κράτους δικαίου: όσο αντέχει η αρχειοθέτηση τόσο βαθαίνει η πληγή στο κράτος δικαίου. Οι αλλεπάλληλες νομικές ενέργειες των θυμάτων των παρακολουθήσεων, με αποκορύφωμα την πρόσφατη αίτηση του πρώην πρωθυπουργού, εντείνουν την πίεση προς πάσα κατεύθυνση, φέρνουν θεσμούς και πρόσωπα ενώπιον των ευθυνών τους, προκαλούν σημαντικές ρωγμές στο φάσμα του ανέλεγκτου.

Φαίνεται, εν τέλει, ότι ακόμη και σε μία τέτοια υπόθεση δημοσίου συμφέροντος ισχύουν τα λόγια του μεγάλου συνθέτη Λέοναρντ Κοέν: υπάρχει μια ρωγμή σε όλα, έτσι μπαίνει το φως.

Ο Αντώνης Γ. Καραμπατζός είναι καθηγητής στη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ