Marfin: Πώς ένα ανώνυμο mail στο ελληνικό FBI οδήγησε στα εντάλματα σύλληψης

marfin

Μια ανώνυμη καταγγελία σε ηλεκτρονική μορφή με παραλήπτη το ελληνικό FBI ήταν η αφορμή, σύμφωνα με πληροφορίες, για να προχωρήσουν οι αρχές στην ανάσυρση της δικογραφίας για την υπόθεση της Marfin.

Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, στο ηλεκτρονικό μήνυμα κατονομάζονταν τα τρία άτομα  για τα οποία ήδη με σύμφωνη γνώμη ανακρίτριας και εισαγγελέα εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης καθώς και άλλα πρόσωπα που φέρεται να ανήκουν στην ίδια ομάδα. Η πληροφορία αξιολογήθηκε ως σημαντική και  αφού προηγήθηκε αστυνομική προανάκριση τα ευρήματα αξιολογήθηκαν και διαβιβάστηκαν στις αρμόδιες δικαστικές αρχές.

Παράλληλα αναζητήθηκαν στοιχεία για τα τρία πρόσωπα και σε άλλες δικογραφίες. Συγκρίνοντας το υλικό, οι διωκτικές αρχές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι τρεις που εμφανίζονται σε άσχετη δικογραφία έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά (αμφίεση, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, κ.α.) με δράστες του εμπρησμού της Marfin.

Ωστόσο, τον τελευταίο λόγο για τη  αξιολόγηση των στοιχείων και την ποινική μεταχείριση των προσώπων που φέρονται να έχουν σχέση με την υπόθεση τον έχει η δικαιοσύνη που θα κρίνει τους συλληφθέντες και θα σταθμίσει όλα τα δεδομένα.

Μέχρι στιγμής έχουν συλληφθεί δύο άτομα κατόπιν ενταλμάτων, ενώ ένα ακόμη άτομο κατηγορείται και αναζητείται με ένταλμα σύλληψης.

Πρόκειται, όπως αναφέρεται, για μια γυναίκα 46 ετών που ζει μόνιμα στην Αγγλία και είχε φύγει από την Ελλάδα έναν χρόνο μετά την τραγωδία. Το ένταλμα αναμένεται να λάβει διεθνή ισχύ.

Οι δύο 42χρονοι συλληφθέντες είναι γνωστοί στον αντιεξουσιαστικό χώρο. Έρευνες πραγματοποιούνται στα Άνω Λιόσια και το Χαλάνδρι για τον έναν, και στην Κυψέλη για τον άλλο.

Η Δ.Α.Ο.Ε. έχει επανενεργοποιήσει την υπόθεση εδώ και έναν χρόνο, πραγματοποιώντας εκτεταμένες έρευνες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Μεταξύ άλλων, ζητήθηκαν ψηφιακά πειστήρια από ξένους δημοσιογράφους που είχαν καλύψει τα επεισόδια του 2010. Η επιχείρηση συνεχίζεται και αναμένονται νέες ανακοινώσεις.

Το χρονικό της υπόθεσης

Την ημέρα της τραγωδίας, η Αθήνα βρισκόταν σε κατάσταση γενικευμένης αναταραχής, με μαζικές διαδηλώσεις και απεργίες λόγω της ψήφισης του πρώτου μνημονίου. Μέσα στο κλίμα έντασης, άγνωστοι πέταξαν μολότοφ και μπουκάλι με εύφλεκτο υγρό στο υποκατάστημα της τράπεζας στη Σταδίου, όπου εργάζονταν περίπου 25–30 άτομα.

Οι περισσότεροι πρόλαβαν να απομακρυνθούν, ωστόσο τρεις εργαζόμενοι έχασαν τη ζωή τους από ασφυξία λόγω των πυκνών καπνών και των τοξικών αναθυμιάσεων. Μέχρι σήμερα, η ταυτότητα των δραστών δεν έχει επιβεβαιωθεί.

Το 2013 στελέχη της τράπεζας καταδικάστηκαν για ανθρωποκτονία από αμέλεια και για ανεπαρκή μέτρα πυρασφάλειας, ενώ η υπόθεση συνέχισε να απασχολεί τη Δικαιοσύνη.

Τον Δεκέμβριο του 2024, η υπόθεση επανήλθε στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, έπειτα από αναίρεση του Αρείου Πάγου, ο οποίος διαπίστωσε νομικές ασάφειες στην προηγούμενη απόφαση και διέταξε να εξεταστούν εκ νέου οι ευθύνες της τράπεζας και των μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου σχετικά με τα μέτρα ασφαλείας.

Η τραγωδία της Μαρφίν παραμένει έως σήμερα μία από τις πιο βαριές και αμφιλεγόμενες υποθέσεις της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, με βαθύ κοινωνικό και δικαστικό αποτύπωμα.