Η διαδρομή του ελληνικού ελαιολάδου: Από τον ελαιώνα της Λακωνίας στο ράφι των 14 ευρώ

Η ελληνική αγορά ελαιολάδου βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, καθώς παραγωγοί και εξαγωγείς προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στις υψηλές τιμές, τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και τις διεθνείς εμπορικές προκλήσεις. Το «υγρό χρυσάφι» της Μεσογείου παραμένει στρατηγικό προϊόν για την ελληνική οικονομία, αλλά και πεδίο γεωοικονομικών συγκρούσεων.

Σε μια καθοριστική εξέλιξη, η Ελλάδα κατάφερε να αποτρέψει έναν τεχνικό αλλά εξαιρετικά επικίνδυνο αποκλεισμό του ελληνικού εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου. Κατά τη διάρκεια της 123ης Ολομέλειας του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιοκομίας, η ελληνική παρέμβαση «μπλόκαρε» πρόταση που θα έθετε εκτός αγοράς αυθεντικά μονοποικιλιακά ελαιόλαδα από Κορωνέικη ελιά.

Η απειλή στηριζόταν στο φυσικά χαμηλότερο επίπεδο ολικών στερολών της συγκεκριμένης ποικιλίας, χαρακτηριστικό που δεν συνδέεται με την ποιότητα ή τη γνησιότητά της. Η ελληνική πλευρά πέτυχε να διαφυλάξει την εμπορική παρουσία ενός προϊόντος που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της ελαιοκομικής παραγωγής της χώρας.

Η νίκη αυτή ενισχύει τον πυρήνα των ελληνικών εξαγωγών, σε μια περίοδο όπου το ελαιόλαδο παραμένει ακριβό και περιζήτητο διεθνώς, με τη ζήτηση να ξεπερνά την προσφορά.

Παραγωγή και τιμές

Μετά από μια μακρά περίοδο ξηρασίας που έπληξε τη Μεσόγειο, η ελληνική παραγωγή ελαιολάδου σταθεροποιείται πλέον στους 200.000 με 230.000 τόνους. Παρά τη μικρή ανάκαμψη σε σχέση με τα ιστορικά χαμηλά των προηγούμενων ετών, η προσφορά παραμένει περιορισμένη σε παγκόσμιο επίπεδο.

Αυτή η στενότητα διατηρεί τις τιμές σε υψηλά επίπεδα. Στα ελληνικά ράφια, το εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο κυμαίνεται μεταξύ 11 και 14 ευρώ το λίτρο, σημειώνοντας αύξηση περίπου 45% την τελευταία διετία. Στην πηγή, οι τιμές παραγωγού για το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο κυμαίνονται από 7,50 έως 8,20 ευρώ το κιλό, ανάλογα με την περιοχή, με τη Λακωνία και τη Μεσσηνία να διατηρούν τα πρωτεία.

Εξαγωγές και διεθνής παρουσία

Το ελληνικό ελαιόλαδο παραμένει ο βασικός αιμοδότης των αγροτικών εξαγωγών της χώρας. Περίπου το 75% με 80% της παραγωγής εξάγεται, με την αξία των εξαγωγών να ξεπερνά τα 1,2 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως.

Η Ιταλία απορροφά το μεγαλύτερο μέρος –περίπου 60% έως 70%– των ελληνικών εξαγωγών, κυρίως σε χύμα μορφή, για να το τυποποιήσει. Παράλληλα, οι εξαγωγές επώνυμου ελληνικού ελαιολάδου προς τη Γερμανία, τις ΗΠΑ και τον Καναδά αυξάνονται με ρυθμό 12% ετησίως.

Η πρόσφατη δικαίωση της Κορωνέικης ποικιλίας διασφαλίζει ότι το 60% του ελληνικού ελαιώνα, που ανήκει σε αυτή την ποικιλία, θα συνεχίσει να τροφοδοτεί απρόσκοπτα τις διεθνείς αγορές. Έτσι, το brand “Greek Extra Virgin Olive Oil” παραμένει ισχυρό και αναγνωρίσιμο στις διεθνείς αγορές.