
Την προηγούμενη εβδομάδα συνέβησαν δυο σημαντικά γεγονότα στην επικράτεια της ποπ κουλτούρας. Για την ακρίβεια συνέβησαν την ίδια μέρα: στις 3 Ιουλίου 2026. Το ένα ήταν ο γάμος της Τέιλορ Σουίφτ, της 36χρονης μουσικού που διεκδικεί τον τίτλο της πλουσιότερης μουσικού στην ιστορία, με τον παίκτη του αμερικανικού ποδοσφαίρου Τράβις Κελς.
Το άλλο γεγονός ήταν η κυκλοφορία ύστερα από αναμονή σχεδόν επτά ετών του 15ου δισκογραφικού άλμπουμ της Μαντόνα με τίτλο «CONFESSIONS II», μιας δουλειάς που ήδη έχει γνωρίσει παγκόσμια επιτυχία στη μουσικοκριτική και έδωσε στην – σε λίγες μέρες – 68χρονη βασίλισσα της ποπ τη – όπως όλα δείχνουν – μεγαλύτερη δισκογραφική της επιτυχία τα τελευταία 20 χρόνια.
Το ενδιαφέρον όμως δεν συγκεντρώνεται μονάχα στο ότι συνέβησαν συγχρόνως δύο γεγονότα που αφορούν δύο από τις πλέον επιδραστικές φιγούρες στην ποπ κουλτούρα· αλλά στο ότι διαφαίνεται πια παγιωμένα ότι όλα αυτά συμβαίνουν μεν συγχρόνως, αλλά σε πολύ διαφορετικά πολιτισμικά σύμπαντα.
Εκατομμύρια άνθρωποι, φανατικοί θαυμαστές παρακολουθούσαν εμμονικά κάθε λεπτομέρεια από τον γάμο της Τέιλορ Σουίφτ, χωρίς να γνωρίζουν ότι την ίδια στιγμή κυκλοφορούσε ο νέος δίσκος της βασίλισσας της ποπ Μαντόνα.
Για εκατομμύρια άτομα που έρχονται σε επαφή με ειδήσεις και κοινωνικά δίκτυα, ο γάμος της Σουίφτ αποτέλεσε είδηση· δύσκολα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς όμως το ίδιο και για τη μουσική της. Συνέβαινε άραγε το ίδιο, όταν το 1985, έχοντας κυκλοφορήσει μόνο δύο δίσκους και θεωρούμενη παγκόσμια σούπερ σταρ, η Μαντόνα παντρευόταν τον Σον Πεν;
Η είδηση ήταν επίσης παντού, τηλεοπτικά κανάλια είχαν μισθώσει ελικόπτερα, για να έχουν πλάνα από αέρος του γάμου. Ο καθένας – ακόμη κι αν σιχαινόταν τη Μαντόνα και τη μουσική της – ήξερε τα τραγούδια της. Αυτό δεν συμβαίνει σήμερα.
Ατελέσφορη σύγκριση
Ο γάμος της Σουίφτ συνέβη στην αρένα της Μάντισον Σκουέρ Γκάρντεν και οι «New York Times» έκαναν ζωντανή αναμετάδοση του γεγονότος μέσω ειδικού blog στην ιστοσελίδα τους. Ο νέος δίσκος της Μαντόνα παινεύτηκε από την κριτική διεθνώς, ενώ οι μέχρι τώρα πωλήσεις δείχνουν ότι θα σκαρφαλώνει στην κορυφή των τσαρτ σε Ηνωμένο Βασίλειο και ΗΠΑ.
Δεν επιχειρούμε εδώ να συγκρίνουμε τις δυο σταρ· το επιχείρησαν εν πολλοίς με ένα σχοινοτενές κείμενό τους οι «ΝΥΤ» το 2024 διερωτώμενοι «Πόσο μεγάλη (από πλευράς επιτυχίας) είναι τελικά η Τέιλορ Σουίφτ;» βάζοντας κάτω νούμερα και στοιχεία για πωλήσεις δίσκων, πωληθέντα εισιτήρια συναυλιών, στριμς, νούμερο 1 σε τσαρτ, κ.ά. ανάμεσα στη Σουίφτ, τον Τζάκσον, τους Μπιτλς, τον Πρίσλεϊ, τη Μαντόνα, τη Σπίαρς και άλλους πολλούς.
Έχει αλλάξει δραστικά τα τελευταία 40 χρόνια πάνω από μια φορά ο τρόπος που μετριέται η επιτυχία. Βιώνουμε όμως εν πολλοίς, όχι το τέλος της διασημότητας όπως την εννοούσαμε στις δεκαετίες του 1980, του 1990 και του 2000 ή και του 2010, αλλά το τέλος της καθολικής διασημότητας. Βλέπουμε μπροστά μας ήδη τον θάνατο του κοινού mainstream. Γιατί ο καθένας πια ζει μέσα στο δικό του mainstream.
Όλο αυτό βέβαια οφείλεται στη δομική αλλαγή που έχει συντελεστεί λόγω της αλλαγής του μιντιακού οικοσυστήματος. Υπάρχουν άπειρα μέσα, άπειροι διάδρομοι διοχέτευσης των προϊόντων, υπάρχει αυτό που ονομάστηκε ακαδημαϊκά «disintermediation» εννοώντας την κατάργηση των μεσαζόντων στον πολιτισμό και τις διάφορες κουλτούρες, αυτό που οι πολιτισμικοί κριτικοί αποκαλούν και πολυδιάσπαση (fragmentation) – οι αλγόριθμοι το ενισχύουν περαιτέρω.
Ο καθένας μας καταναλώνει μια φόρμουλα προϊόντων, ειδήσεων, πληροφορίας, κουλτούρας και πολιτισμικού κεφαλαίου, πολύ εξατομικευμένη, πολύ προσωποποιημένη. Κάποιοι θα έλεγαν – και θα είχαν εν μέρει δίκιο – ότι πια οι επιλογές είναι άπειρες, δεν σου επιβάλλονται πλέον πράγματα όπως επιβάλλονταν από το μιντιακό σύστημα στο παρελθόν και πως ζούμε τον πλήρη εκδημοκρατισμό των επιλογών και της κουλτούρας.
Συγχρόνως όμως μοιάζει να μην υπάρχει πια η καθολική, ταυτόχρονη εμπειρία κατανάλωσης των ίδιων πολιτισμικών προϊόντων από όλους, όπως υπήρχε κάποτε – ή τουλάχιστον να γίνεται όλο και πιο σπάνια.
Σημαίνει άραγε αυτό ότι χάνεται η έννοια της καθολικής, κοινής κουλτούρας; Ότι δεν έχουμε πια κοινές αναφορές, ως κοινωνία; Κάποιοι κριτικοί, όπως η Alyssa Rosenberg της «Washington Post» θεωρούν ότι αυτό ίσως μας κάνει να εκτιμήσουμε ακόμα περισσότερο τις μαζικές πολιτισμικές στιγμές, όταν αυτές συμβαίνουν.
Τι σημαίνει όμως πραγματικά για τις κοινωνίες μας, οι συλλογικές πολιτισμικές εμπειρίες να είναι όλο και πιο σπάνιες; Οι επιλογές και ο πλουραλισμός είναι κατάκτηση. Τι συμβαίνει όμως όταν ο κόσμος του ενός δεν χωράει ούτε τη γνώση για την ύπαρξη του κόσμου του άλλου;