Με 450,6 εκατομμύρια κατοίκων, ο πληθυσμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης πλησιάζει στην ιστορική του κορύφωση, ωστόσο, θα μειωθεί στις δεκαετίες που έρχονται, σύμφωνα με νέα έκθεση, η οποία προβάλλει τις τεράστιες προκλήσεις που αντιπροσωπεύει η γήρανση.
Ειδικότερα, όπως ανακοίνωσε το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Joint Research Centre.), ο αριθμός των Ευρωπαίων θα αυξηθεί ελαφρά ακόμη μέχρι το 2029 για να φθάσει τα 453,3 εκατομμύρια κατοίκων, πριν αρχίσει να φθίνει αργά αλλά σταθερά.
Μέχρι το 2050, η Ευρώπη θα έχει πληθυσμό 445 εκατομμυρίων κατοίκων, στην συνέχεια, μέχρι το 2100, 398,8 εκατομμύρια, φθάνοντας δηλαδή στο επίπεδο των μέσων της δεκαετίας του 1970.
Ταυτόχρονα, οι Ευρωπαίοι ζουν περισσότερο παρά ποτέ.
Το προσδόκιμο ζωής έφθασε τα 81,5 χρόνια το 2024, χάρη στην πρόοδο της ιατρικής και τις καλύτερες συνθήκες διαβίωσης.
Μέχρι το 2050, σχεδόν ένας κάτοικος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στους τρεις είναι ηλικίας 65 ετών και άνω, έναντι ενός προς πέντε σήμερα.
Μέχρι το 2100, το προσδόκιμο ζωής θα μπορούσε να ξεπεράσει τα 90 χρόνια για τις γυναίκες και τα 86 για τους άνδρες. Ένα παιδί που γεννήθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2023 μπορεί να ελπίζει ότι θα ζήσει μέχρι τα 75,3 χρόνια του χωρίς σοβαρή νόσο.
Οι εξελίξεις αυτές φέρνουν μαζί σοβαρές επιπτώσεις: ελλείψεις εργατικού δυναμικού, πίεση επί των δημοσίων οικονομικών, εντάσεις στα συστήματα υγείας, εκπαίδευσης και κατάρτισης, καθώς και στην εδαφική συνοχή, παραδέχεται η Ευρωπαϊκή Ενωση.
Οι προοπτικές αυτές δημιουργούν επίσης νέες αγορές γύρω από την «οικονομία των λευκών μαλλιών», με προϊόντα και υπηρεσίες που προορίζονται για τους ηλικιωμένους, ανάμεσά τους καινοτόμες υγειονομικές υπηρεσίες και τεχνολογικά προϊόντα.
«Ζούμε περισσότερο και με καλύτερη υγεία από ποτέ – μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες μας. Αλλά η δημογραφική αλλαγή μεταμορφώνει τις κοινωνίες μας, τις οικονομίες μας και τις αγορές εργασίας και οφείλουμε να δράσουμε από τώρα για να μετατραπεί αυτή η μεταβολή σε ευκαιρία», τονίζει η ευρωπαία επίτροπος Ντουμπράφκα Σούιτσα.
Η βελτίωση της παραγωγικότητας και η μείωση της ανεργίας θα είναι ουσιαστικής σημασίας για να ισοφαριστούν οι επιπτώσεις της μείωσης του ενεργού πληθυσμού, επιμένει η Ε.Ε.
Σήμερα, περί το 20% των ατόμων σε παραγωγική ηλικία βρίσκεται εκτός της αγοράς εργασίας. Το χάσμα στην απασχόληση μεταξύ γυναικών και ανδρών παραμένει στις 10 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ 8 εκατομμύρια νέοι δεν εργάζονται, ούτε σπουδάζουν, ούτε συμμετέχουν σε κάποιο πρόγραμμα εκπαίδευσης ή επαγγελματικής κατάρτισης.
Η έκθεση σημειώνει ότι η μετανάστευση «διαδραματίζει αυξανόμενο ρόλο στην ανάπτυξη του πληθυσμού, αντισταθμίζοντας εν μέρει τις αρνητικές συνέπειες της γήρανσης του πληθυσμού και της μείωσης του εργατικού δυναμικού, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να αλλάξει σημαντικά τη δημογραφική πορεία της Ε.Ε.
ΕΛΛΑΔΑ
Όσον αφορά στην Ελλάδα, σημαντικές είναι οι αλλαγές που επήλθαν τις δύο τελευταίες δεκαετίες στην γεννητικότητα, σύμφωνα με όσα ανέφερε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ o καθηγητής Δημογραφίας και διευθυντής του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ) κ. Βύρωνας Κοτζαμάνης.
Με βάση τις αναλύσεις του Ινστιτούτου οι γεννήσεις στη χώρα μας, έχουν καταρρεύσει (117,6 χιλ. ετησίως κατά μέσο όρο το 2008-2009 και 65 χιλ. αντίστοιχα το 2025-26, μείωση κατά 44%), ενώ μέση ηλικία στην απόκτηση των παιδιών συνεχίζει να αυξάνεται απρόσκοπτα (30,2 και 30,3 το 2008 και 2009, 32,2 και 32,3 έτη το 2025 και 2026).
Η μείωση αυτή των γεννήσεων που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και συνεχίζεται- αν εξαιρέσουμε την περίοδο 2003-09 που καταγράφεται μια μικρή αύξηση- μέχρι σήμερα, οφείλεται κυρίως στην μείωση της γονιμότητας των γυναικών που γεννήθηκαν μετά 1960, του αριθμού δηλ. των παιδιών που αυτές απέκτησαν (2,0 όσες γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950, λιγότερα από 1,5 όσες γεννήθηκαν γύρω από το 1985).
Στην πρόσφατη δε κατάρρευσή τους συνέβαλε και η μείωση του αριθμού των γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία καθώς οι 25-44 ετών μειώθηκαν κατά 480 χιλιάδες (- 28%) ανάμεσα στο 2008-09 κα το 2025-26.
Η σημαντική μείωση της ηλιακής αυτής ομάδας, σύμφωνα με τον ερευνητή, οφείλεται στο ότι φθάνουν πλέον σε αναπαραγωγική ηλικία όλο και λιγότερα άτομα εξαιτίας της μετά το 1980 μείωσης των γεννήσεων και, δευτερευόντως, εξαιτίας της μετανάστευσης καθώς την τελευταία δεκαπενταετία έφυγε από τη χώρα μας όχι μόνον ένα τμήμα των ολιγοπληθέστερων ατόμων που γεννήθηκαν στην Ελλάδα πριν από 25 έως 45 χρόνια αλλά και πλήθος αλλοδαπών των ίδιων ηλικιών που είχαν εγκατασταθεί μετά το 1990.
Σημαντικές αλλαγές έχουν επέλθει όμως και στην κατανομή των γεννήσεων ανά ηλικία της μητέρας. Έτσι, το 30% προέρχεται σήμερα από μητέρες μικρότερες των 30 ετών, ενώ το ίδιο ποσοστό το 2008-09 ανερχόταν στο 43% (το δε 1980 στο 78%). Αντιθέτως το ποσοστό των γεννήσεων από γυναίκες 40 ετών και άνω υπερ-τριπλασιάσθηκε σχεδόν (4,5% το 2008-09 και 11,2% -εκτίμηση- το 2025-26) και εξαπλασιάσθηκε σε σχέση με το 1980 που ανερχόταν στο 1,8 %. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι γεννήσεις ανάμεσα στο 2008-9 και το 2025-26 αυξήθηκαν μόνον στις ηλικίες 40-44 και 45-49 ετών, ενώ μειώθηκαν σε όλες τις άλλες ηλικιακές ομάδες.
Οι αλλαγές που καταγράφονται στην τελευταία εικοσαετία στη χώρα μας οφείλονται αφενός, τονίζει ο κ. Κοτζαμάνης, στην ταχύτατη μείωση της γονιμότητας (του αριθμού δηλ. των παιδιών που έκαναν οι γενεές που γεννήθηκαν μετά το 1960) σε συνδυασμό με την συνεχή μετατόπιση προς τα άνω της μέσης ηλικίας στην απόκτησή τους, μια μετατόπιση που «διευκολύνθηκε» και από τις συνταρακτικές προόδους της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής στην οποία προσφεύγουν όλο και περισσότερα ζευγάρια που αποφασίζουν σε όλο και μεγαλύτερη ηλικία να αποκτήσουν απογόνους.
Αλλαγές μεταπολεμικά των αναπαραγωγικών συμπεριφορών των ζευγαριών που αποτυπώνονται και σε πληθώρα δεικτών δεν καταγράφονται φυσικά μόνον στη χώρα μας, αλλά, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, σε όλες ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες.
Σε όλες αυτές τις χώρες, συνεχίζει, αν και με διαφοροποιημένους ρυθμούς, καταγράφονται κοινές τάσεις που έχουν επηρεάσει τις συμπεριφορές αυτές.
Έχουμε ειδικότερα παντού -εκτός των άλλων: έξαρση του ατομικισμού και ανάδυση μιας επιθυμίας για αυτό-εκπλήρωση, ταχύτατη αστικοποίηση και μείωση του αγροτικού πληθυσμού, μαζική είσοδος της γυναίκας στην αγορά της εργασίας, αύξηση του χρόνου παραμονής των νεότερων γενεών -ιδιαίτερα δε των γυναικών- στο εκπαιδευτικό σύστημα, δυσκολίες ενίοτε σταθερής ένταξης στην αγορά εργασίας και πρόσβασης σε κατοικία, εμπόδια -στις γυναίκες ιδιαίτερα- για έναν ικανοποιητικό συνδυασμό οικογενειακής ζωής και επαγγελματικής σταδιοδρομίας, έμφυλες διακρίσεις, αύξηση του κόστους μεγαλώματος ενός παιδιού, διάχυση των σύγχρονων και αποτελεσματικών μεθόδων αντισύλληψης. Τα προαναφερθέντα συνοδεύτηκαν και από τον περιορισμό του ρόλου του παραδοσιακού οικογενειακού μοντέλου υπέρ αυτού των δυο εργαζομένων γονέων σε γάμο ή συμβίωση (με αποτέλεσμα και την αύξηση των εκτός γάμου γεννήσεων), ενός μοντέλου ιδιαίτερα εύθραυστου, εξ ου και η ταχύτατη αύξηση των μονογονεϊκών νοικοκυριών.
The post Ο πληθυσμός της E.E. πλησιάζει στην ιστορική του κορύφωση appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.