Σαν σήμερα: Ο «κοντός και χοντρός» που έγινε «Μπομπέρ», η ιστορία του Γκερντ Μίλερ!

«Κοντό και χοντρό», έτσι τον αποκάλεσε ο πρώτος του προπονητής στην Μπάγερν Μονάχου, Ζλάτκο Τσαϊκόφσκι, μόλις τον είδε.

Οι χαρακτηρισμοί του αλλοτε τεχνικού της ΑΕΚ (1977-78 και 1982) φανέρωναν αμφιβολία για το νέο απόκτημα των Βαυαρών. Ύψος 1,76, κιλά ίσως λίγο πάνω από τα 82, πόδια καλογυμνασμένα. Δεν τις λες και σωστές αναλογίες για έναν ποδοσφαιριστή. Αμέσως δημιουργήθηκε το εξής ερώτημα στον Γιουγκοσλάβο κόουτς:

«Τι να τον κάνω τον αρσιβαρίστα;», απευθυνόμενος στον τότε γενικό διευθυντή του συλλόγου, Βάλτερ Φέμπεκ. Εδώ που τα λέμε, δεν είχε και άδικο. Η όψη του δεν παρέπεμπε σε επαγγελματία παίκτη. Αλλά, βλέποντάς τον στον αγωνιστικό χώρο, άπαντες άλλαξαν γνώμη. Και πρώτος από όλους ο «Τσικ». Από βραχύς και υπέρβαρος μετονομάστηκε σε «Μπομπέρ».

Ο λόγος; Τα γκολ του. Μεγαλούργησε, τόσο με τους «κόκκινους», όσο και με την Εθνική Γερμανίας. ΘΡΥΛΟΣ. Σαν σήμερα, 15 Αυγούστου 2021, έφυγε από τη ζωή. Ωστόσο, η κληρονομιά του αναπόφευκτα περνά από γενεά σε γενεά. Η καριέρα του Γκερντ Μίλερ στο μικροσκόπιο.

Τα πρώτα του βήματα

Ο Γκερντ Μίλερ από μικρή ηλικία είχε έφεση στο ποδόσφαιρο. Ως παιδί κλοτσούσε την μπάλα πρώτα στους λιθόστρωτους δρόμους του Νέρντλίνγκεν -πόλη από την οποία κατάγεται- και μετέπειτα, στα 12 του, το 1958, στο γήπεδο της ομώνυμης ομάδας, TSV 1861. Η εξέλιξή του ήταν ραγδαία. Με την πάροδο των χρόνων, όσο αναπτυσσόταν, σημείωνε το ένα γκολ μετά το άλλο.

Ωστόσο, τη σεζόν 1962-63 κέντρισε τα βλέμματα όλων. Πέτυχε 180 τέρματα. Ασύλληπτο. Την επόμενη, αγωνιζόμενος πλέον σε ανδρικό επίπεδο, σκόραρε περίπου 50 φορές. Αυτό

ήταν. Το μέλλον του προμηνυόταν λαμπρό. Ο γενικός διευθυντής της Μπάγερν Μονάχου έσπευσε να τον προσεγγίσει. Μάλλον, για ναείμαστε ακριβείς, τη μητέρα του πλησίασε. Ο λόγος απλός.

Ο Φέμπεκ, μαθαίνοντας πως ο χαρισματικός επιθετικός ήταν γόνος φτωχής οικογένειας, φέρθηκε έξυπνα και άμεσα, προσφέροντας οικονομικά ανταλλάγματα τόσο στους κηδεμόνες του όσο και στην ομάδα στην οποία ανήκε. Στον σύλλογο 4.400 και στους Μίλερ 5.000 γερμανικά μάρκα, ποσά που έπεισαν γρήγορα αμφότερους. Όπως πρόσταζε η συνθήκη, καθώς μία ώρα αργότερα θα κατέφθανε εκπρόσωπος της μεγάλης τότε TSV 1860 Μόναχο. Κλαμπ που έπαιζε στην πρώτη κατηγορία και όχι στη δεύτερη, όπως οι «κόκκινοι».

YouTube thumbnail

Η αρχή στη Μπάγερν 

Καλοκαίρι 1964, ο Ζλάτκο Τσαϊκόφσκι, προπονητής των Βαυαρών, γνωρίζει τον νεοαποκτηθέντα Μίλερ. Δεν πήγε καλά η πρώτη συνάντηση. Τα χλευαστικά σχόλια του Κροάτη προς το νέο μέλος του συλλόγου γνωστά: «Κοντός και χοντρός». Η σεζόν αρχίζει και, όπως αναμενόταν, ο Γιουγκοσλάβος όχι μόνο δεν στάζει… μέλι για τον Γκερντ, αλλά δεν τον χρησιμοποιεί καν.

Περνούν 10 αγώνες και ο νεαρός από το Νέρντλίνγκεν παραμένει αποσβολωμένος στον πάγκο. Επόμενο παιχνίδι με τη Φράιμπουργκ και ξαφνικά ο, κατά τα λεγόμενα του «Τσικ», υπέρβαρος επιθετικός φοράει τα παπούτσια του και εισέρχεται για πρώτη φορά στον αγωνιστικό χώρο. Οι «κόκκινοι» νικούν με 11-2 και ο… κοντός σκοράρει δύο γκολ.

Ο άλλοτε προπονητής της ΑΕΚ δεν πιστεύει στα μάτια του. Απαλλαγμένος πλέον από τις αμφιβολίες σε ό,τι αφορά τη σωματική κατάσταση του Γερμανού, τον εμπιστεύεται στο ακέραιο. Αποτέλεσμα; Η Μπάγερν κερδίζει την άνοδο και ο… αρσιβαρίστας πετυχαίνει 33 γκολ σε 26 αναμετρήσεις. Τα θεμέλια του κορυφαίου σκόρερ στη Μπουντεσλίγκα είχαν μόλις μπει.

YouTube thumbnail

Σάρωσε τα πάντα σε συλλογικό και εθνικό επίπεδο

Αυτή ήταν η αρχή του μύθου. Του ακατέργαστου διαμαντιού. Του ατόμου που με το απαράμιλλο επιθετικό του ταλέντο φόβιζε τις αντίπαλες άμυνες. Κατέκτησε τα πάντα, σκοράροντας ακατάπαυστα. Πανηγύρισε τέσσερα πρωταθλήματα (1968-69, 1971-72, 1972-73, 1973-74) και άλλα τόσα Κύπελλα (1965-66, 1966-67, 1968-69, 1970-71). Η Μπάγερν έχτισε δυναστεία και ο Μίλερ

χρίστηκε βασιλεύς, όχι μόνο εντός γερμανικής επικράτειας, αλλά και όλης της Ευρώπη.

Η Γηραιά Ήπειρος υποκλίθηκε τέσσερις φορές στον «Μπομπέρ», με τις τρεις να είναι απανωτές. Με τους «κόκκινους» σήκωσε στον αέρα τρία σερί Κύπελλα Πρωταθλητριών (1973-74, 1974-75, 1975-76), ενώ προηγουμένως συνέλλεξε στην τροπαιοθήκη του και ένα Κυπελλούχων (1966-67). Αυτά τα… ολίγα σε συλλογικό επίπεδο. Σε εθνικό, μην ρωτάτε, γνωρίζετε. Και αν όχι, μπορείτε να φανταστείτε.

Το 1972, σκοράροντας δύο φορές τόσο στα ημιτελικά εναντίον του Βελγίου όσο και στον τελικό με τη Σοβιετική Ένωση, οδήγησε τη Δυτική Γερμανία στην κατάκτηση του Ευρωπαϊκού. Ωστόσο, δεν έμεινε μόνο σε αυτά. Αναδείχθηκε κυρίαρχος κόσμου το 1974 με τη «Μάνσαφτ», νικώντας στον τελικό του Μονάχου τους «Οράνιε» με 2-1, πετυχαίνοντας μάλιστα ένα μνημειώδες τέρμα. Με μία λέξη, Μίδας.

YouTube thumbnail

Ατομικές διακρίσεις 

Βέβαια, οι ποικίλοι τίτλοι που έχει κατακτήσει συνοδεύονται και από πληθώρα ατομικών διακρίσεων. Τι να πρωτοαναφέρει κανείς; Ας τα πάρουμε με τη σειρά για να μην χάσουμε το μέτρημα. Παραμένει πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Μπουντεσλίγκα με 365 τέρματα.Αναδείχθηκε κορυφαίος γκολτζής του πρωταθλήματος σε επτά περιπτώσεις (1967, 1969,1970, 1972, 1973, 1974 και 1978) και δύο φορές της Ευρώπης (1970, 1972).

Αναδείχθηκε δύο φορές Γερμανός ποδοσφαιριστής της χρονιάς (1967, 1969). Ενώ το 1970 βραβεύτηκε ως κορυφαίος ποδοσφαιριστής της Ευρώπης, κατακτώντας τη Χρυσή Μπάλα. Τις σεζόν 1969-70 και 1971-72 ξεπέρασε άπαντες παγκοσμίως και πρόσθεσε στη συλλογή του δύο Χρυσά Παπούτσια. Με το τελευταίο να επιβεβαιώνει την κυριαρχία του. Το ημερολογιακό έτος 1972 σκόραρε σε όλες τις διοργανώσεις 85 γκολ, επίδοση ακατάρριπτη για 40 συναπτά έτη. Εκείνος που τονξεπέρασε ήταν ο Λιονέλ Μέσι, ο οποίος το 2012 σημείωσε 91.

YouTube thumbnail

Η Αμερική, ο αλκοολισμός και το τέλος 

Τον Απρίλη του 1979, έχοντας κατακτήσει τα πάντα, αποφάσισε να αφήσει την αγαπημένη του Μπάγερν και να ταξιδέψει για την Αμερική. Στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, πρώτα με τη φανέλα των Fort Lauderdale Strikers και μετέπειτα με εκείνη των Smith Brothers Lounge, συνέχισε τις φοβερές του εμφανίσεις, αλλά τελικώς δεν μπόρεσε να τις συνδυάσει με κάποιον τίτλο.

Ο «Μπομπέρ» αποσύρθηκε από την ενεργό δράση το 1982, σε ηλικία 37 ετών, καικρέμασε τα παπούτσια του. Παρέμεινε στις ΗΠΑ και άνοιξε μπαρ-ρεστοράντ. Επιχειρηματική κίνηση που λειτούργησε καταστροφικά για εκείνον. Έφτασε στα πρόθυρα του αλκοολισμού. Ωστόσο, χάρη στη βοήθεια των δύο καλών του φίλων, Ούλι Χένες και Φραντς Μπεκενμπάουερ, κατάφερε να αποτοξινωθεί.

Μάλιστα, επέστρεψε στην πατρίδα του και τη Μπάγερν, αναλαμβάνοντας χρέη προπονητή στη δεύτερη ομάδα του συλλόγου. Αυτή τη θέση τη διατήρησε από το 1992 και για πολλά

χρόνια, μέχρι που παρουσιάστηκαν τα πρώτα σοβαρά προβλήματα υγείας του. Στις 15Αυγούστου του 2021, ταλαιπωρούμενος αρκετό καιρό από τη νόσο Αλτσχάιμερ, άφησε την

τελευταία του πνοή. Η ζωή ενός «κοντού και χοντρού». Ο βίος του «Μπομπέρ». Η ιστορία του Γκερντ Μίλερ.