Μια εικόνα που έφθασε στην Αυστραλία μέσα σε μια μεταναστευτική βαλίτσα μπορεί, μέσα σε τρεις γενιές, να έχει διανύσει πολύ μεγαλύτερη απόσταση από εκείνη που χωρίζει το χωριό από τη Μελβούρνη. Αρχικά αποτελεί αντικείμενο προσευχής και σημείο αναφοράς ενός ολόκληρου οικιακού σύμπαντος. Αργότερα γίνεται οικογενειακό κειμήλιο, κατόπιν ενθύμιο καταγωγής και, όταν εκλείψει η μνήμη του ανθρώπου που την έφερε, μπορεί να βρεθεί σε ένα παλαιοπωλείο ή προς πώληση στο Facebook. Η ξύλινη επιφάνειά της παραμένει περίπου η ίδια, αλλά ο κόσμος που κάποτε την καθιστούσε αυτονόητα αναγνώσιμη έχει στο μεταξύ μεταβληθεί.
Η νέα έκθεση «Θείοι Ουδοί: Εικόνες και ο Ορθόδοξος Χριστιανικός Κόσμος» (Divine Thresholds: Icons & the Orthodox Christian World) του Ελληνικού Μουσείου της Μελβούρνης προσφέρεται κατεξοχήν για μια τέτοια ανάγνωση. Το εύρος της εκτείνεται πολύ πέρα από την ελληνική εμπειρία, παρακολουθώντας την εικόνα μέσα από διαφορετικές ιστορικές και γεωγραφικές παραδόσεις. Η μετακίνησή της ανάμεσα σε τόπους, πολιτισμούς και εποχές θέτει ένα ερώτημα στον πυρήνα κάθε διασπορικής εμπειρίας: ποια στοιχεία εξασφαλίζουν τη συνέχεια μιας παράδοσης όταν μεταβάλλονται το περιβάλλον, η γλώσσα, οι κοινωνικές σχέσεις και οι άνθρωποι που την παραλαμβάνουν;
Η εικόνα είχε ήδη συμμετάσχει σε μια τέτοια διαδικασία πολύ πριν από το μεταναστευτικό της ταξίδι. Στην Ελλάδα, η συγκρότηση του εθνικού κράτους και οι ανταγωνισμοί των βαλκανικών εθνικισμών είχαν ενισχύσει τη σύνδεση του ορθόδοξου με το ελληνικό στοιχείο, προσδίδοντας στα σύμβολα της πίστης πρόσθετο βάρος ως φορείς ιστορικής μνήμης και συλλογικής αυτοσυνειδησίας. Όταν η εικόνα ταξίδεψε στην Αυστραλία, μετέφερε μαζί της και αυτή την ιστορική επίστρωση.
Εδώ, η ανασφάλεια είχε διαφορετική πηγή: τη γεωγραφική απομάκρυνση από την Ελλάδα και τις αφομοιωτικές πιέσεις μιας αγγλόφωνης κοινωνίας. Η θεσμική αντίδραση ακολούθησε, ωστόσο, έναν οικείο δρόμο. Ο ορθόδοξος ναός επιχείρησε να συγκεντρώσει γύρω από τη λατρεία τη γλώσσα, την εκπαίδευση, την κοινωνική συναναστροφή και την ανάμνηση της πατρίδας, ενώ η εικόνα εντάχθηκε σε έναν χώρο ολοένα πυκνότερα σημασιοδοτημένο ως ελληνικό. Μια παλαιότερη σύνδεση πίστης και εθνικής αυτοσυνειδησίας επιστρατεύθηκε έτσι στην Αυστραλία απέναντι σε μια νέα μορφή ανασφάλειας. Το ορθόδοξο και το ελληνικό στοιχείο αλληλοενισχύθηκαν εκ νέου, ώσπου η ιστορικά διαμορφωμένη σχέση τους προσέλαβε στη διασπορική συνείδηση τον χαρακτήρα σχεδόν αυτονόητης ταύτισης.
Οι «Θείοι Ουδοί» περιπλέκουν γόνιμα αυτή την ιστορικά διαμορφωμένη ταύτιση. Η συνύπαρξη ελληνικών, ρωσικών, αιθιοπικών και λεβαντίνικων παραδόσεων υπενθυμίζει, μέσα από τις ίδιες τις εικόνες, ότι ο χριστιανικός κόσμος της Ανατολής υπήρξε πάντοτε απείρως ευρύτερος από την εθνική εκδοχή μέσω της οποίας τον βιώσαμε στην Αυστραλία.
Για τον Έλληνα της διασποράς, η επίγνωση αυτή δημιουργεί μια παραγωγική ένταση ανάμεσα στην ιστορική υπερηφάνεια και την αναθεώρηση ορισμένων βεβαιοτήτων της παροικιακής αυτοαντίληψης. Η βυζαντινή και ελληνική συμβολή στην ορθόδοξη εικονογραφική γλώσσα μαρτυρεί εξαιρετική ιστορική ακτινοβολία, ενώ η πρόσληψη και η μεταμόρφωσή της από άλλους λαούς φανερώνει το εύρος του κόσμου στον οποίο ανήκει. Η παρουσία μιας τέτοιας έκθεσης στη Μελβούρνη μαρτυρεί ίσως μια ωριμότητα αρκετά εδραιωμένη ώστε να τοποθετεί το ελληνικό μέσα σε ευρύτερα ιστορικά και πολιτισμικά δίκτυα.
Οι ίδιες οι εικόνες προσφέρουν ένα σύνθετο πρότυπο για αυτή τη συζήτηση. Οι κρητικές εικόνες προέρχονται από έναν κόσμο στον οποίο η βυζαντινή παράδοση συνδιαλεγόταν με τη βενετική κυριαρχία και την ιταλική ζωγραφική. Η ρωσική παράδοση προσέλαβε κοινά πρότυπα και τα ανέπτυξε μέσα από τοπικές συμβάσεις, ενώ στην Αιθιοπία και στην Ανατολή οι μορφές υπέστησαν περαιτέρω μετασχηματισμούς. Η εικονογραφική γραμματική παραμένει αρκετά συνεκτική ώστε να εξασφαλίζει αναγνωρισιμότητα και αρκετά εύκαμπτη ώστε να επιτρέπει τη μετάφραση. Στην ίδια τη θεολογία της εικόνας, άλλωστε, η σχέση ανάμεσα στην απεικόνιση και το πρωτότυπο προϋποθέτει συγχρόνως ομοιότητα και διάκριση.
Ιδιαίτερα εύγλωττη είναι η περίπτωση μιας κρητικής εικόνας που ταξίδεψε στην Αιθιοπία και δέχθηκε εκεί μεταγενέστερες επεμβάσεις με αιθιοπικά στοιχεία. Η επιφάνειά της μετατρέπεται σε αρχείο της μετακίνησής της. Κρήτη και Αιθιοπία συνυπάρχουν επάνω στο ίδιο αντικείμενο και οι μεταγενέστερες επεμβάσεις αποτελούν μέρος της ιστορικής του υπόστασης. Η ιστορία της εικόνας, συνεπώς, κατοικεί στις επιστρώσεις της, ενώ η διαχρονικότητά της βρίσκεται ακριβώς στην ικανότητά της να μεταμορφώνεται χωρίς να χάνει την αναγνωρισιμότητα της καταγωγής της.
Η ίδια λογική των επιστρώσεων προσφέρει έναν τρόπο ανάγνωσης και της ελληνικής Αυστραλίας. Η ελληνικότητα που μεταφέρθηκε εδώ με τη μετανάστευση παρέμεινε αναγνωρίσιμη, ενώ πάνω της εγγράφηκαν οι εμπειρίες του νέου τόπου, οι συνθήκες της διασποράς και οι ανάγκες των διαδοχικών γενεών. Όπως η αιθιοπική επέμβαση ενσωματώθηκε στη διαδρομή της κρητικής εικόνας, έτσι και το αυστραλιανό βίωμα ενσωματώθηκε στην ελληνικότητα που διαμορφώθηκε εδώ. Η λογοτεχνία, οι θεσμοί, τα μνημεία και οι ιδιαίτεροι τρόποι μνήμης που γεννήθηκαν στην Αυστραλία αποτελούν τις δικές της επιστρώσεις. Η ελληνική Αυστραλία συνιστά, επομένως, μια ιστορική μορφή ελληνικότητας της οποίας η καταγωγή παραμένει αναγνώσιμη μέσα στις μεταμορφώσεις της.
Η αναλογία, ωστόσο, χρειάζεται μια ακόμη διάσταση. Οι επιστρώσεις της ιστορίας σχηματίζονται μέσα σε σχέσεις ισχύος, οι οποίες επηρεάζουν τι μπορεί να διατηρηθεί, να μεταβληθεί ή ακόμη και να εξαφανιστεί. Η ίδια η ιστορία των εικόνων το καταδεικνύει δραματικά. Κατά την Εικονομαχία, η εικόνα βρέθηκε στο επίκεντρο μιας σύγκρουσης όπου η θεολογική αυθεντία, η αυτοκρατορική εξουσία και διαφορετικές μορφές θρησκευτικής πρακτικής διεκδικούσαν τη δυνατότητα να καθορίσουν τη θέση της στον ορθόδοξο κόσμο. Η επιβολή της εικονομαχικής πολιτικής, όπως και η μεταγενέστερη αποκατάσταση των εικόνων, φανερώνει ότι η παράδοση διαμορφώνεται και μέσα από άνισες δυνατότητες παρέμβασης σε αυτήν.
Το ίδιο ερώτημα συνοδεύει τις επιστρώσεις της διασποράς: ποιες δυνάμεις είχαν κάθε εποχή τη δυνατότητα να προσδώσουν σε ορισμένες μορφές ελληνικότητας κύρος και διάρκεια, αφήνοντας άλλες στην περιφέρεια; Η ταυτότητα φέρει, επομένως, επάνω της και την άνιση κατανομή της δυνατότητας να καθορίζεται τι αξίζει να διασωθεί, τι αποκτά κύρος και τι παραδίδεται ως αυθεντικό.
Η ύπαρξη επιστρώσεων από μόνη της, όμως, εξασφαλίζει μόνο τη συνέχεια του ίχνους. Η πολιτισμική συνέχεια εξαρτάται από την ικανότητα ανάγνωσής του. Όπως η εικόνα μετασχηματίζεται μέσα σε μια αναγνωρίσιμη εικονογραφική γραμματική, έτσι και η πολιτισμική μεταμόρφωση προϋποθέτει ένα απόθεμα μνήμης και γνώσης.
Στην παροικιακή εμπειρία, ωστόσο, το απόθεμα αυτό μεταδίδεται άνισα: ορισμένα στοιχεία υποχωρούν, άλλα παγιώνονται, ενώ άλλα επανέρχονται και επανερμηνεύονται όταν έχουν ήδη χάσει τον αυτονόητο χαρακτήρα τους. Η υποχώρηση της γλώσσας, η αποσύνδεση των εθίμων από το ιστορικό τους περιεχόμενο και η συρρίκνωση της ιστορικής γνώσης μεταβάλλουν, επομένως, τους όρους με τους οποίους κάθε γενιά μπορεί να διαβάσει όσα παραλαμβάνει. Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει απώλειες, ανακτήσεις και νέες επιστρώσεις, με κρίσιμο ζητούμενο την επιβίωση της πολιτισμικής αναγνωσιμότητας που επιτρέπει τη σύνδεσή τους με όσα προηγήθηκαν.
Οι «Θείοι Ουδοί» αφήνουν έτσι ένα ερώτημα που εκτείνεται πολύ πέρα από την τύχη των εικόνων. Μια εικόνα μπορεί να διασχίσει αιώνες, αυτοκρατορίες και ηπείρους, να δεχθεί επεμβάσεις, να αλλάξει ιδιοκτήτες και περιβάλλον και, παρ’ όλα αυτά, να εξακολουθεί να φέρει επάνω της αρκετά ίχνη ώστε η διαδρομή της να παραμένει αναγνώσιμη.
Το ίδιο στοίχημα αφορά και την ελληνική Αυστραλία. Το ερώτημα για τις επόμενες γενιές είναι ποια ίχνη θα τους επιτρέπουν ακόμη να διαβάζουν αυτή την ιστορία και ποια δική τους επίστρωση θα αφήσουν επάνω της. Κάποτε η εικόνα που έφθασε μέσα στη μεταναστευτική βαλίτσα θα αλλάξει πάλι χέρια. Το ουσιώδες είναι αν, όταν συμβεί αυτό, θα υπάρχει ακόμη κάποιος που θα την αναγνωρίζει — πόσο μάλλον κάποιος που θα γνωρίζει πώς να τη διαβάσει.
The post Το εικονοστάσι και η προθήκη: Η νέα έκθεση εικόνων του Ελληνικού Μουσείου appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.