Υπάρχουν παιδιά που ο Θεόφιλος Πουταχίδης τα γνώρισε όταν ήταν ακόμη μωρά. Τα πήρε αγκαλιά, φωτογραφήθηκε μαζί τους και, χρόνια αργότερα, τα ξαναβρήκε μπροστά του, νέους ανθρώπους πια, να χορεύουν στις εμφανίσεις του.
Κάποιοι κρατούν ακόμη εκείνες τις φωτογραφίες και του τις δείχνουν.
«Έρχονται παιδιά που μας δείχνουν φωτογραφίες που τα έχουμε αγκαλιά μωρά και τώρα είναι νέοι και χορεύουν. Κάθε χρόνο κάποιος έρχεται και βγάζει τη φωτογραφία. Από μωρό μέχρι τώρα που είναι φοιτητής».
Ο Πουταχίδης χαίρεται ιδιαίτερα όταν μιλά γι’ αυτό. Για έναν καλλιτέχνη με περισσότερες από τρεις δεκαετίες στη μουσική, ίσως αυτή να είναι η πιο όμορφη απόδειξη της σχέσης που έχει δημιουργήσει με το κοινό του.
«Αυτό είναι το πιο όμορφο συναίσθημα», λέει.
Τώρα, για πρώτη φορά, αυτή η μεγάλη μουσική διαδρομή τον φέρνει στην Αυστραλία.
Και φαίνεται πως το ταξίδι το περίμεναν και οι δύο πλευρές. Από τη στιγμή που ανακοινώθηκαν οι εμφανίσεις του, άρχισαν να φτάνουν μηνύματα από την Αυστραλία.
«Πάρα πολλά, πάρα πολλά», λέει. «Είναι ένα μέρος που δεν έχω πάει και ανυπομονώ κι εγώ και, φυσικά, και ο κόσμος».

Από τα οικογενειακά γλέντια στη λύρα
Η μουσική για τον Θεόφιλο Πουταχίδη δεν ξεκίνησε πάνω σε μια σκηνή. Ξεκίνησε μέσα στο σπίτι.
Οι πρώτες του αναμνήσεις είναι από τα γλέντια της οικογένειας στην Πτολεμαΐδα. Παρέες που μαζεύονταν, φίλοι, λύρες, τραγούδια. Εικόνες μιας άλλης εποχής, για την οποία μιλά με νοσταλγία και ευγνωμοσύνη.
«Τα μαζέματα, οι φίλοι, οι λύρες, τα τραγούδια», θυμάται. «Εκείνα τα χρόνια τα καλά, που λέμε, τα οποία εμείς είμαστε πολύ περήφανοι γιατί τα ζήσαμε και μεγαλώσαμε με αυτά».
Γεννήθηκε στην Πτολεμαΐδα, με οικογενειακές ρίζες στην Οινόη Κοζάνης, και μεγάλωσε ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γερμανία. Στα παιδικά του χρόνια η οικογένεια μετακόμισε στο Μόναχο, όταν ο πατέρας του, εκπαιδευτικός, αποσπάστηκε εκεί.
Ήταν μια μετακίνηση που έμελλε να καθορίσει τη ζωή του με τρόπο που ίσως τότε κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί.
Στο Μόναχο εντάχθηκε στον Σύλλογο Ποντίων, αρχικά ως χορευτής.
«Ξεκίνησα σαν χορευτής πρώτα», λέει.
Και κάπου εκεί «μπήκε το μικρόβιο» της ποντιακής λύρας.
Καθοριστική ήταν η θεία του Ρούλα, η οποία τον έφερε πιο κοντά στην ποντιακή γλώσσα και μουσική. Του έβαζε να ακούει τραγούδια, ενώ στο οικογενειακό περιβάλλον υπήρχε ένα μεγάλο αρχείο από βιντεοκασέτες και μουσικό υλικό. Για τον έφηβο Θεόφιλο όλα αυτά έγιναν καθημερινότητα.
Και πολύ γρήγορα η περιέργεια έγινε πάθος τόσο μεγάλο, μάλιστα, που κάποιες φορές προτιμούσε τη λύρα από το σχολείο. Περίμενε να φύγουν οι γονείς του για τη δουλειά και επέστρεφε κρυφά στο σπίτι για να παίξει, «αν και ήταν δύσκολο να κάνω κοπάνα με γονείς καθηγητές», όπως είχε πει χαμογελώντας σε παλαιότερη συνέντευξη.

Ο Χρύσανθος: «Ήταν ένας μύθος στα μάτια μου»
Αν όμως η θεία του και ο Σύλλογος Ποντίων Μονάχου άνοιξαν την πόρτα, ένας άνθρωπος έμελλε να αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στη μουσική του πορεία: ο Χρύσανθος Θεοδωρίδης.
Ο σπουδαίος ερμηνευτής του ποντιακού τραγουδιού ήταν δεύτερος ξάδελφος του πατέρα του. Η σχέση τους ξεκίνησε ως οικογενειακή, αλλά σταδιακά μετατράπηκε σε σχέση δασκάλου και μαθητή και, αργότερα, σε επαγγελματική συνεργασία.
Ο Χρύσανθος άκουσε τον νεαρό Θεόφιλο να παίζει λύρα και τον ενθάρρυνε να συνεχίσει. Ερχόταν συχνά στη Γερμανία για εμφανίσεις και έμενε για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Έτσι, ο Πουταχίδης είχε την τύχη να περνά πολλές ώρες δίπλα του.
Έπαιζαν μαζί. Ο Χρύσανθος τραγουδούσε, τον άκουγε και τον διόρθωνε.
«Μου μίλησε με γλυκύτητα και μου έδωσε κουράγιο να συνεχίσω», έχει πει ο Πουταχίδης για εκείνα τα χρόνια.
Ακόμη και όταν είχε πια συνηθίσει να βρίσκεται κοντά του, δυσκολευόταν να πιστέψει την τύχη του.
«Ήταν ένας μύθος στα μάτια μου».
Και τόσα χρόνια αργότερα, όταν μιλά για τις σημαντικότερες στιγμές της πορείας του, επιστρέφει πάλι εκεί: στα πρώτα χρόνια, στη μελέτη, στην αναζήτηση και στις φορές που, νέος ακόμη, είχε την ευκαιρία να παίξει δίπλα στον Χρύσανθο.

Στα 14 του, μπροστά σε μια γεμάτη αίθουσα
Για πολλούς ανθρώπους η απόφαση να ακολουθήσουν επαγγελματικά τη μουσική έρχεται έπειτα από χρόνια αμφιβολιών. Για τον Πουταχίδη φαίνεται πως ήρθε σχεδόν μαζί με τη λύρα.
«Νομίζω ότι αυτό το ήξερα όταν ξεκίνησα», λέει.
Ήταν ακόμη έφηβος, αλλά μέσα του είχε ήδη αποφασίσει προς τα πού ήθελε να πάει.
Στα 14 του θυμάται να ανεβαίνει για πρώτη φορά σε μεγάλη σκηνή στο Μόναχο, συνοδεύοντας την τραγουδίστρια Αγάπη Ταγμαζίδου.
Η αίθουσα ήταν γεμάτη. Και το άγχος μεγάλο.
Το ενδιαφέρον είναι ότι, τόσα χρόνια μετά, δεν θέλει να χάσει εντελώς εκείνο το συναίσθημα.
«Είναι πάντα σαν να παίζω πρώτη φορά», λέει.
Ίσως αυτό εξηγεί και κάτι από την ενέργεια με την οποία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει κάθε εμφάνιση, παρά τις χιλιάδες ώρες που έχουν μεσολαβήσει πάνω στη σκηνή.
Από την πρώτη κασέτα στα τραγούδια που ακούγονται ακόμη
Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, σπούδασε λογιστική στα ΤΕΙ Κοζάνης. Η μουσική, όμως, είχε ήδη πάρει τον δρόμο της.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, μαζί με φίλους μουσικούς, πήραν την απόφαση να κατέβουν στην Αθήνα για να κάνουν την πρώτη τους δισκογραφική δουλειά.
Ο 21 ετών τότε Θεόφιλος Πουταχίδης, μαζί με τον τραγουδιστή Παναγιώτη Θεοδωρίδη, έκανε στην Αθήνα το πρώτο του CD, το οποίο είχε τίτλο Τσ’ εγάπ’ς το μυστικόν.
Κάποια από τα τραγούδια εκείνης της πρώτης περιόδου άντεξαν πολύ περισσότερο από όσο ίσως μπορούσαν να φανταστούν τότε εκείνοι οι τέσσερις νέοι. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το «Τον Θεόν παρακαλώ».
Τέσσερις νέοι άνθρωποι, πολλή μελέτη, «όρεξη και μεράκι», όπως θυμάται. Η δουλειά κυκλοφόρησε σε CD, αλλά πρόλαβε και την εποχή της κασέτας.
«Είμαστε τυχεροί που κάναμε και κασέτα», λέει γελώντας.
Η «Καμπάνα του Πόντου»: το έργο που έμοιαζε «βουνό»
Υπάρχουν όμως έργα που ξεπερνούν μια δισκογραφική επιτυχία και αποκτούν ξεχωριστή θέση στη διαδρομή ενός καλλιτέχνη.
Για τον Θεόφιλο Πουταχίδη ένα από αυτά είναι αναμφίβολα η μελοποίηση της «Καμπάνας του Πόντου» του Φίλωνα Κτενίδη.
Η ιστορία ξεκίνησε το 2002 και έχει κάτι σχεδόν κινηματογραφικό.
Ο Πουταχίδης ήταν μόλις 24 ετών και επέστρεφε από την Παναγία Σουμελά στο Βέρμιο μαζί με τον Πόντιο ποιητή Κώστα Διαμαντίδη. Ο Διαμαντίδης ήθελε εδώ και καιρό να δει την Καμπάνα του Πόντου μελοποιημένη. Κάποια στιγμή, μέσα στο αυτοκίνητο, γύρισε προς τον νεαρό μουσικό και του πρότεινε να αναλάβει εκείνος το δύσκολο εγχείρημα.
Η πρώτη αντίδραση του Πουταχίδη δεν ήταν ενθουσιασμός. Ήταν δέος.
«Ήξερα ότι αυτό που μου ζητούσε ήταν πολύ μεγάλο», έχει πει.
Ζήτησε λίγο χρόνο για να το σκεφτεί. Λίγες ημέρες αργότερα απάντησε θετικά.
Και τότε άρχισε μια προσπάθεια που θα κρατούσε έξι χρόνια.
Το έργο έπρεπε ουσιαστικά να γίνει μέρος του. Το έμαθε απ’ έξω. Έπρεπε να αποφασίσει ποια σημεία θα ντύνονταν μουσικά και ποια θα έμεναν στην απαγγελία. Ο Κώστας Διαμαντίδης στάθηκε δίπλα του σε όλη τη διαδικασία, βοηθώντας τον, όπως έχει πει ο ίδιος, να μπει «στο πετσί του έργου».
«Στην αρχή έμοιαζε σαν κάτι άπιαστο για μένα. Έμοιαζε βουνό».
Έξι χρόνια αργότερα, το «βουνό» είχε ανέβει.
Στην ηχογράφηση τραγούδησαν ο Αλέξης Παρχαρίδης και η Πέλα Νικολαΐδη, με τον Πουταχίδη στη λύρα, ενώ απήγγειλαν ο Κώστας Διαμαντίδης και ο τότε μητροπολίτης Δράμας Παύλος.
Για τον ίδιο, όμως, πέρα από τα ονόματα και την επιτυχία του έργου, μένει κυρίως το βάρος της εμπιστοσύνης που του δόθηκε όταν ήταν ακόμη ένας πολύ νέος μουσικός.
«Αισθάνομαι πολύ μεγάλη τιμή που μου δόθηκε η δυνατότητα να μελοποιήσω αυτό το αριστούργημα».

«Όλοι πάνε στα ποντιακά»
Τρεις δεκαετίες μετά τα πρώτα του βήματα, ο Πουταχίδης βλέπει μπροστά του ένα κοινό διαφορετικό από εκείνο των πρώτων χρόνων.
Και κυρίως βλέπει νέους.
Το φετινό καλοκαίρι ήταν σχεδόν αδιάκοπο. Από τις αρχές Μαΐου μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου, οι εμφανίσεις διαδέχονταν η μία την άλλη σε ολόκληρη την Ελλάδα, με ελάχιστες ημέρες ξεκούρασης.
Κι αν κάποτε τα ποντιακά γλέντια αφορούσαν πρωτίστως τις ποντιακές κοινότητες, ο ίδιος λέει ότι σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει.
«Το φαινόμενο τώρα με τα ποντιακά είναι γενικό. Όλοι πάνε στα ποντιακά. Όλοι. Νεολαία, διασκεδάζουν στα ποντιακά».
Έχει βρεθεί πολλές φορές και σε μουσικά «παντρέματα» της ποντιακής με την κρητική παράδοση, δίπλα σε καλλιτέχνες όπως ο Γιώργος Ζερβάκης, ο Νίκος Ζωιδάκης και ο Μανώλης Κονταρός.
Αυτό που βλέπει είναι μια νέα γενιά να πλησιάζει ξανά την παραδοσιακή μουσική — ποντιακή, κρητική, δημοτική — όχι επειδή «πρέπει», αλλά επειδή θέλει να διασκεδάσει με αυτήν.
Από την κασέτα στο TikTok
Υπάρχει κάτι σχεδόν ποιητικό στην απόσταση ανάμεσα στην πρώτη κασέτα του Θεόφιλου Πουταχίδη και στο TikTok. Κι όμως, ο ίδιος έζησε ολόκληρη αυτή τη μετάβαση.
Σήμερα το YouTube και τα social media αποτελούν καθημερινό κομμάτι της σχέσης του με το κοινό.
«Ζούμε σε μια άλλη εποχή», λέει. «Εμείς είμαστε παιδιά που ζήσαμε και χωρίς τα social και έτσι μπορούμε να διαχωρίσουμε τα πράγματα λίγο».
Τα χρησιμοποιεί, όμως, και αναγνωρίζει τη σημασία τους.
«Τα χρειαζόμαστε γιατί είναι μέρος της δουλειάς μας. Έτσι έχουμε και την επικοινωνία με πολύ κόσμο».
Και διαβάζει όσα του γράφουν.
«Τα βλέπω όλα και τα διαβάζω όλα».
Ένας 22χρονος γράφει ότι τον ακούει από τα 14 του. Ένας πατέρας αναφέρει ότι οι κόρες του τού ζητούν συνέχεια: «Μπαμπά, βάλε να ακούσουμε Πουταχίδη».
Η τεχνολογία άλλαξε. Ο τρόπος με τον οποίο ένα τραγούδι ταξιδεύει άλλαξε. Αλλά ίσως το πιο ενδιαφέρον είναι ότι ο κύκλος συνεχίζεται.
Τα παιδιά που κάποτε άκουγαν τη μουσική του με τους γονείς τους, σήμερα έρχονται μόνα τους στις εμφανίσεις του. Και κάποια φέρνουν μαζί τους εκείνη την παλιά φωτογραφία.
«Υπάρχει πολύς κόσμος που δεν μας έχει δει από κοντά»
Και τώρα το ταξίδι μεγαλώνει.
Η Αυστραλία είναι ένας τόπος στον οποίο ο Πουταχίδης δεν έχει ξαναβρεθεί, αλλά δεν του είναι εντελώς άγνωστος. Εδώ και χρόνια η μουσική του ταξιδεύει μέχρι εδώ, ενώ ο ίδιος έχει και συγγενείς στη χώρα, ορισμένους από τους οποίους έχει δει ελάχιστα ή και καθόλου.
Αυτό ακριβώς ήταν που σκέφτηκε όταν του έγινε η πρόταση για την περιοδεία.
«Η πρώτη σκέψη ήταν ότι θα παίξουμε σε ανθρώπους και σε κόσμο τους οποίους δεν βλέπουμε συχνά».
Και η ανταπόκριση ήρθε πριν ακόμη μπει στο αεροπλάνο. Η πρώτη βραδιά στη Μελβούρνη έγινε sold out και προστέθηκε δεύτερη εμφάνιση.
Και ο ίδιος ανυπομονεί όχι μόνο για τις συναυλίες. Περιμένει και εκείνα που δεν γράφονται στο επίσημο πρόγραμμα: τα «μαζέματα», τα τραπέζια, τα μουχαπέτια.
«Αυτά που κάνουν τους ανθρώπους να κάνουν παρέες και να σμίγουν και να τραγουδάνε και να χορεύουν».
Όταν του ζητώ ένα μήνυμα για τους αναγνώστες του Νέου Κόσμου, δεν επιλέγει να μιλήσει για επιτυχία ή καριέρα.
Επιλέγει κάτι πολύ πιο απλό.
«Να είμαστε όλοι καλά, να έχουμε την υγεία μας, για να μπορέσουμε να χαρούμε τα πράγματα που δημιουργούμε εμείς και γύρω μας, τους συγγενείς μας, τους φίλους μας, τα παιδιά μας. Την υγεία μας και όλα γίνονται».

Οι εμφανίσεις του Θεόφιλου Πουταχίδη στην Αυστραλία
Παρασκευή 9 Οκτωβρίου – Μελβούρνη
Kinisi at Trak — SOLD OUT
Παρασκευή 16 Οκτωβρίου – Μελβούρνη
Q Room — δεύτερη εμφάνιση, για όλες τις ηλικίες
Special guest: Georgia Rapti
Σάββατο 17 Οκτωβρίου – Σίδνεϊ
Hermes Lounge, Kogarah
The post Θεόφιλος Πουταχίδης: Από το Μόναχο και την «Καμπάνα του Πόντου» στην Αυστραλία (video) appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.