
Το υψηλότερο κόστος δανεισμού εντείνει τις δημοσιονομικές πιέσεις σε μια περίοδο υψηλού χρέους, καθιστώντας την αξιόπιστη δημοσιονομική εξυγίανση πιο επιτακτική, προειδοποιεί σε νέα ανάρτησή του στο ιστολόγιό του το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Οι υψηλότερες αυτές αποδόσεις αφήνουν στις χώρες λιγότερα περιθώρια για καθυστερήσεις στη δημοσιονομική αυτή προσαρμογή, σημειώνουν οι συντάκτες της σχετικής έκθεσης. «Οι μεγάλες προηγμένες οικονομίες με υψηλό χρέος χρειάζονται συγκεκριμένα μέτρα, τα οποία θα βασίζονται σε αξιόπιστα μεσοπρόθεσμα σχέδια και ρεαλιστικές παραδοχές. Αυτό είναι απαραίτητο για να τεθεί το χρέος σε βιώσιμη τροχιά, να περιοριστεί το κόστος δανεισμού και να περιοριστούν οι επιπτώσεις στον υπόλοιπο κόσμο», αναφέρεται.
Ο κίνδυνος για την εξυπηρέτηση χρέους
Μια καθυστέρηση της προσαρμογής θα οδηγούσε σε αύξηση της επιβάρυνσης από τους τόκους και των δημοσιονομικών ευπαθειών, θα περιόριζε περαιτέρω τις επιλογές πολιτικής και τελικά θα απαιτούσε μια περισσότερα και πιο επίπονα μέτρα για τη σταθεροποίηση του χρέους. Όσο περισσότερο καθυστερούν οι χώρες, τόσο πιο επώδυνη γίνεται η προσαρμογή, αναφέρει το Ταμείο.
Το αυξανόμενο κόστος εξυπηρέτησης των τόκων λόγω της αύξησης των αποδόσεων «αποτελεί ολοένα μεγαλύτερη και πιο άκαμπτη επιβάρυνση για τους δημόσιους πόρους, αφήνοντας λιγότερα περιθώρια για δημόσιες επενδύσεις και κοινωνικές δαπάνες». Παράλληλα, περιορίζει τη δυνατότητα των κυβερνήσεων να αντιδράσουν σε περιόδους οικονομικής κάμψης, ακριβώς τη στιγμή που εντείνονται οι απαιτήσεις για αυξημένες δαπάνες στην άμυνα, την ενεργειακή ασφάλεια και την αντιμετώπιση της γήρανσης του πληθυσμού, συμπληρώνεται.
Η αύξηση στις αποδόσεις
Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων μακροπρόθεσμης διάρκειας έχουν σημειώσει απότομη άνοδο σε αρκετές μεγάλες προηγμένες οικονομίες. Μεταξύ Φεβρουαρίου και Σεπτεμβρίου, η μέση απόδοση των 10ετών κρατικών ομολόγων της Ομάδας των Επτά (G7) αυξήθηκε κατά περισσότερο από μία ποσοστιαία μονάδα, φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδό της εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ΔΝΤ. Οι κυβερνήσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν αυτό το υψηλότερο κόστος δανεισμού σε μια συγκυρία όπου το χρέος είναι ήδη αυξημένο, με το παγκόσμιο δημόσιο χρέος να αναμένεται ότι θα υπερβεί το 100% του ΑΕΠ έως το 2030 — ένα επίπεδο που είχε καταγραφεί τελευταία φορά αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δείχνουν τα ίδια στοιχεία.
Νέα παρέμβαση Γκεοργκίεβα
Από την πλευρά της η επικεφαλής του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, σε νέα παρέμβασή της εκτιμά ότι η αντιμετώπιση των δημοσιονομικών ευπαθειών καθίσταται ολοένα και πιο επείγουσα. «Η διασφάλιση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας μέσω αξιόπιστων προσπαθειών εξυγίανσης αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα —ιδίως για χώρες με συστημική σημασία— δεδομένων των κινδύνων που απορρέουν από τα υψηλά επίπεδα χρέους, το αυξανόμενο κόστος δανεισμού και τις επιπτώσεις στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές συνθήκες», σημειώνει.
Τα υψηλότερα βασικά επιτόκια έχουν σημαντικές επιπτώσεις για τις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες, καθώς συνεπάγονται αυξημένο κόστος δανεισμού, μεγαλύτερη επιβάρυνση για την εξυπηρέτηση του χρέους και εκροές κεφαλαίων και όλα αυτά σε μια συγκυρία κατά την οποία η επίσημη αναπτυξιακή βοήθεια έχει καταστεί ακόμη πιο περιορισμένη.
Σε όλες τις χώρες, οι δημοσιονομικές προσαρμογές πρέπει να εδράζονται σε αξιόπιστα μεσοπρόθεσμα πλαίσια, τα οποία με τη σειρά τους βασίζονται σε αποτελεσματικά και ποιοτικά συστήματα διαχείρισης εσόδων και δαπανών. Ο βελτιωμένος σχεδιασμός και η διαχείριση της φορολογίας, ακόμη και στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, καθώς και η αναθεώρηση των προτεραιοτήτων στις δαπάνες, θα συμβάλουν στην προστασία των κρίσιμων επενδύσεων που ενισχύουν την ανάπτυξη, καθώς και των βασικών κοινωνικών δαπανών. Τα υποστηρικτικά μέτρα για την αποτροπή δυσχερειών λόγω εξωγενών κλυδωνισμών, εφόσον κρίνονται αναγκαία, θα πρέπει να είναι προσωρινά και αυστηρά στοχευμένα, ζητά η επικεφαλής του Ταμείου.