Ήταν Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 1940. Ο μικρός Τάσος Κολοκοτρώνης είχε σηκωθεί νωρίς, είχε φάει το συνηθισμένο πρωινό του, δύο ποτήρια τσάι με σπιτικό ψωμί και ελιές, και είχε φορέσει τα καινούργια αρβυλάκια που του είχε φτιάξει ένας Αρμένιος παπουτσής.
Με την τσάντα, τα τετράδια και το μελανοδοχείο του, ξεκίνησε για το σχολείο του στη Νέα Μαγνησία, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη.
Βρισκόταν στην πέμπτη τάξη του Δημοτικού. Ο δάσκαλός του, Βίκτωρ Σιβετίδης, εξηγούσε στους μαθητές τη σημασία της παραγωγής και των υδάτινων πόρων για την εθνική οικονομία.
Ξαφνικά, το μάθημα διακόπηκε από τον ήχο των σειρήνων και των αντιαεροπορικών πυροβόλων.
«Όλοι τρέξαμε στα μεγάλα παράθυρα να δούμε τι συνέβαινε», θυμάται.
Στον ουρανό διακρίνονταν καπνοί και αεροπλάνα που κατευθύνονταν προς τη Θεσσαλονίκη. Λίγο αργότερα, τα παιδιά έβλεπαν βόμβες να πέφτουν στην περιοχή του σιδηροδρομικού σταθμού.
Οι δάσκαλοι τα έστειλαν αμέσως στα σπίτια τους.
Ήταν η πρώτη ημέρα ενός πολέμου που θα άλλαζε οριστικά την παιδική του ηλικία.
Την ιστορία αυτή, μαζί με δεκάδες άλλες προσωπικές εμπειρίες, κατέγραψε ο Τάσος Κολοκοτρώνης στο βιβλίο του «Αναμνήσεις και βιώματα του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου», που εκδόθηκε στη Μελβούρνη το 2008.
Όπως εξηγεί στον πρόλογό του, θέλησε να αφήσει στα παιδιά, στα εγγόνια και στη δισέγγονή του όσα είχαν παραμείνει ζωντανά στη μνήμη του.

ΕΝΑ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΕΝΤΡΟ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗΣ
Η οικογένεια Κολοκοτρώνη ήταν μία από τις οικογένειες Μικρασιατών προσφύγων που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή μετά την Καταστροφή του 1922.
Οι γονείς του, Πρόδρομος και Αγγελική, είχαν ζήσει τον ξεριζωμό από την Ιωνία. Στο νέο τους χωριό διατηρούσαν καφενείο, δίπλα στην εθνική οδό και στις σιδηροδρομικές γραμμές. Το καφενείο αυτό βρέθηκε ξαφνικά στο επίκεντρο της πολεμικής κινητοποίησης.
Την ημέρα της ιταλικής επίθεσης, αξιωματικοί ενημέρωσαν τους τοπικούς παράγοντες ότι είχε κηρυχθεί γενική επιστράτευση. Το καφενείο της οικογένειας επιτάχθηκε για να χρησιμοποιηθεί ως κέντρο επιστράτευσης, ενώ το σχολείο μετατράπηκε σε στρατώνα.
Ο Τάσος περιγράφει χιλιάδες νέους να καταφθάνουν από το χωριό και τις γύρω περιοχές, να παραλαμβάνουν τις στρατιωτικές τους στολές και να αναχωρούν για το μέτωπο.
Γονείς και γυναίκες συνόδευαν τους επιστρατευμένους, τους αποχαιρετούσαν και επέστρεφαν στα σπίτια τους κρατώντας τα πολιτικά τους ρούχα.
Όσοι στρατιώτες δεν είχαν δικούς τους ανθρώπους άφηναν τα προσωπικά τους αντικείμενα στην αυλή του καφενείου.
Η μητέρα του, μαζί με άλλες γυναίκες, συγκέντρωνε τα ρούχα σε σακιά, σημειώνοντας τις διευθύνσεις των ιδιοκτητών τους.
Σύμφωνα με την αφήγηση, συγκεντρώθηκαν περίπου χίλια δέματα, τα οποία τελικά παραδόθηκαν στις στρατιωτικές αρχές.
Την ίδια ώρα, ο πατέρας του είχε μεταφέρει προσωρινά τη λειτουργία του καφενείου στην αυλή, προσφέροντας καφέ, τσάι και ψωμί στους επιστρατευμένους, με έξοδα της κοινότητας.

Απέναντι, άλλα συνεργεία συγκέντρωναν άλογα, μουλάρια και κάρα για τις ανάγκες του στρατού.
Ο μικρός Τάσος παρακολουθούσε τις ατελείωτες φάλαγγες, τα φορτωμένα τρένα και τους εξαντλημένους στρατιώτες που περνούσαν μπροστά από το σπίτι του.
Από το μοναδικό ραδιόφωνο του χωριού ακούγονταν τα τραγούδια της Σοφίας Βέμπο.
Ο ΦΟΒΟΣ ΜΙΑΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑΣ
Οι ελληνικές νίκες στο αλβανικό μέτωπο γέννησαν υπερηφάνεια, αλλά δεν εξαφάνισαν τον φόβο.
Οι συναγερμοί για αεροπορικές επιδρομές ήταν συνεχείς. Οι οικογένειες είχαν κατασκευάσει πρόχειρα καταφύγια στις αυλές, όπου περνούσαν ώρες και συχνά κοιμούνταν πάνω στην υγρή γη.
Τα βράδια επιβαλλόταν συσκότιση. Τα παράθυρα καλύπτονταν με εφημερίδες, ώστε να μη διακρίνεται ούτε το αμυδρό φως της λάμπας πετρελαίου.
Ο Τάσος δεν ξαναγύρισε στο σχολείο. Το κτίριο είχε επιταχθεί και οι περισσότεροι δάσκαλοι βρίσκονταν στο μέτωπο.
Περισσότερο όμως από τις αλλαγές στην καθημερινότητα, τον βασάνιζε ο φόβος που είχε κληρονομήσει από τις αφηγήσεις των γονιών του.
Οι εμπειρίες της Μικρασιατικής Καταστροφής ήταν ακόμη νωπές για τους πρόσφυγες. Στο καφενείο, οι μεγαλύτεροι θυμούνταν τις σφαγές, τις λεηλασίες και την εγκατάλειψη των σπιτιών τους.Τώρα φοβούνταν ότι θα αναγκάζονταν να ξεριζωθούν για δεύτερη φορά.
Ο Τάσος θυμάται πως, στον μεγάλο χάρτη της Ευρώπης που είχε κρεμάσει ο πατέρας του στο καφενείο, σημείωνε με κόκκινο μολύβι τις χώρες που καταλάμβαναν οι Γερμανοί.
Καθώς πλησίαζε η άνοιξη του 1941, ο φόβος μιας γερμανικής επίθεσης γινόταν ολοένα πιο έντονος.
ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΦΤΑΝΟΥΝ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Με τη γερμανική εισβολή, οι δρόμοι γύρω από τη Θεσσαλονίκη γέμισαν στρατιώτες που υποχωρούσαν και πολίτες που προσπαθούσαν να εγκαταλείψουν την περιοχή.
Τα τρένα ήταν ασφυκτικά γεμάτα.
Ο Τάσος παρακαλούσε τον πατέρα του να φύγουν και εκείνοι, αλλά ο Πρόδρομος Κολοκοτρώνης επέμενε να παραμείνει στο σπίτι.
Η μητέρα πήρε τα παιδιά και κατέφυγε προσωρινά σε αγρόκτημα συγγενικού τους προσώπου. Ο Τάσος, ωστόσο, δεν άντεξε να αφήσει τον πατέρα του μόνο και παρά τις αντιρρήσεις της, επέστρεψε στο χωριό.
Εκείνο το βράδυ είδε τον πατέρα του να βγάζει από μια κρυψώνα ένα περίστροφο και σφαίρες.
«Δεν ήξερα ότι ο μπαμπάς μου είχε περίστροφο και γιατί άραγε το καθάριζε;», γράφει.
Ο πατέρας του τού εξήγησε ότι το κρατούσε μόνο για την περίπτωση που θα απειλούνταν η ζωή τους.
Την ίδια νύχτα τού διηγήθηκε ιστορίες από τη Μικρά Ασία, τη μετανάστευσή του στην Αμερική και την εθελοντική του συμμετοχή στην ελληνική εκστρατεία που είχε καταλήξει στην ήττα του 1922.
Οι αναμνήσεις ενός προηγούμενου πολέμου συνόδευαν το παιδί την ώρα που ένας καινούργιος πλησίαζε.
Λίγο αργότερα, γερμανικά μηχανοκίνητα τμήματα εμφανίστηκαν στην περιοχή.
Ο Τάσος θυμάται την αρχική ανακούφιση των κατοίκων, όταν διαπίστωσαν ότι οι στρατιώτες δεν τους επιτέθηκαν.
Το καφενείο άνοιξε ξανά και άρχισε να δέχεται Γερμανούς στρατιώτες και αξιωματικούς. Οι πρώτες αυτές εντυπώσεις, ωστόσο, δεν αποτύπωναν όσα επρόκειτο να ακολουθήσουν.

ΤΡΕΙΣ ΣΥΜΜΑΧΟΙ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥΣ
Μία από τις σημαντικότερες μαρτυρίες του Κολοκοτρώνη αφορά τη βοήθεια που πρόσφεραν οι γονείς του σε τρεις Συμμάχους στρατιώτες, οι οποίοι είχαν αποκλειστεί στην Ελλάδα μετά την υποχώρηση.
Στα τέλη Μαΐου ή στις αρχές Ιουνίου του 1941, ένας άγνωστος επισκέφθηκε το καφενείο και συνομίλησε ιδιαιτέρως με τους γονείς του. Την επόμενη ημέρα επέστρεψε συνοδευόμενος από τρεις άνδρες.
Όπως γράφει ο Τάσος, ο ένας ήταν Άγγλος, ο δεύτερος Αυστραλός και ο τρίτος Ινδός. Οι γονείς του δέχθηκαν να τους κρύψουν στο σπίτι μέχρι να οργανωθεί η διαφυγή τους.
Η απόφαση αυτή μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο ολόκληρη την οικογένεια, καθώς οι κατοχικές αρχές απειλούσαν με εκτέλεση όσους βοηθούσαν Συμμάχους που διέφευγαν από τη σύλληψη.
Οι τρεις άνδρες παρέμειναν αρχικά κρυμμένοι σε ένα δωμάτιο. Η οικογένεια τους πρόσφερε τροφή, τους βοήθησε να πλυθούν και τους έδωσε ρούχα χωρικών, ώστε να μη διακρίνονται εύκολα.
Οι δύο Ευρωπαίοι μπορούσαν κάποιες φορές να καθίσουν στο καφενείο, ανάμεσα σε ανθρώπους που γνώριζαν το μυστικό. Ο Ινδός στρατιώτης παρέμενε περισσότερο κρυμμένος, επειδή η εμφάνισή του θα μπορούσε να προκαλέσει υποψίες.
Έπειτα από περίπου μία εβδομάδα, ο άνθρωπος που τους είχε φέρει επέστρεψε και τους παρέλαβε. Η οικογένεια πληροφορήθηκε αργότερα ότι οι στρατιώτες οδηγήθηκαν μέσω Χαλκιδικής και Μυτιλήνης προς την Τουρκία.
Ο Τάσος δεν γνώριζε περισσότερα για την τύχη τους.
Θυμάται όμως και ένα άλλο περιστατικό, όταν η μητέρα του προσπάθησε να προσφέρει ψωμί και φρούτα σε Συμμάχους αιχμαλώτους που εργάζονταν υπό γερμανική φρούρηση στις σιδηροδρομικές γραμμές.
Ένας φρουρός αντέδρασε στρέφοντας το όπλο εναντίον της. Το παιδί τρομοκρατήθηκε και κάλεσε τον πατέρα του.
Η ΠΕΙΝΑ ΚΑΙ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ
Η παρουσία των κατακτητών άλλαξε σταδιακά την οικονομική και κοινωνική ζωή της Νέας Μαγνησίας.
Οι Γερμανοί άρχισαν να επιτάσσουν εγκαταστάσεις, να ελέγχουν τις μετακινήσεις και να απαιτούν άδειες ακόμη και για καθημερινές αγροτικές εργασίες.
Στην περιοχή Νέας Μαγνησίας και Διαβατών κατασκευάστηκαν εκτεταμένες σιδηροδρομικές και στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Για τα έργα αυτά χρησιμοποιήθηκαν εργάτες, ανάμεσά τους και κάτοικοι που υποχρεώθηκαν να εργαστούν χωρίς αμοιβή.
Το σχολείο εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται από τον στρατό και η επιστροφή του Τάσου στα θρανία παρέμενε αβέβαιη.
Για να βοηθήσει την οικογένεια, εργάστηκε στο καφενείο, στα χωράφια και στο κοινοτικό γραφείο, όπου έμαθε να χρησιμοποιεί γραφομηχανή.
Αργότερα άρχισε να πουλά μικροπράγματα στους στρατιώτες που περνούσαν από τον σιδηροδρομικό σταθμό.
Όμως η μεγαλύτερη δοκιμασία ήταν η πείνα.
Ο Τάσος Κολοκοτρώνης περιγράφει την έλλειψη τροφίμων στη Θεσσαλονίκη και την απόγνωση των κατοίκων της, οι οποίοι έφταναν στα γύρω χωριά αναζητώντας κάτι να φάνε.
Μια εικόνα έμεινε ανεξίτηλη στη μνήμη του.
Ένας εξαντλημένος νεαρός, περίπου είκοσι ετών, περπατούσε στην εθνική οδό μπροστά από το καφενείο. Ξαφνικά σωριάστηκε στο έδαφος. Ο Τάσος έτρεξε μαζί με δύο μεγαλύτερους να τον βοηθήσει. Κάλεσαν γιατρό, αλλά ο νέος είχε ήδη πεθάνει.
Σε μια άλλη περίπτωση, ένας άνδρας έφτασε από τη Θεσσαλονίκη μεταφέροντας στην πλάτη μια καρυδένια ντουλάπα. Είχε διανύσει περίπου δέκα χιλιόμετρα και ζητούσε να την ανταλλάξει με ένα ψωμί για τα παιδιά του.
Η ντουλάπα, όπως είπε, αποτελούσε μέρος της προίκας της γυναίκας του.Ο πατέρας του Τάσου του πρόσφερε φαγητό και οι θαμώνες συγκέντρωσαν ψωμιά και λαχανικά.
Ο άνθρωπος έφυγε με τρόφιμα, ενώ η ντουλάπα φυλάχθηκε, ώστε να μπορέσει να την πάρει αργότερα.
Ήταν μια μικρή πράξη αλληλεγγύης μέσα σε έναν κόσμο όπου ένα καρβέλι ψωμί μπορούσε να αξίζει περισσότερο από ένα πολύτιμο οικογενειακό αντικείμενο.

ΤΑ ΤΡΕΝΑ ΠΟΥ ΜΕΤΕΦΕΡΑΝ ΤΟΥΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
Ανάμεσα στις πιο συγκλονιστικές σελίδες των απομνημονευμάτων βρίσκονται εκείνες που αναφέρονται στους Εβραίους της Θεσσαλονίκης.
Ο Τάσος θυμάται ότι πριν από τον πόλεμο η οικογένειά του είχε εμπορικές σχέσεις με Εβραίους καταστηματάρχες.
Γνώριζε επίσης οικογένειες που αγόραζαν την παραγωγή των οπωροφόρων δέντρων στα γύρω κτήματα και έμεναν προσωρινά κοντά στις καλλιέργειες μέχρι τη συγκομιδή.
Έπαιζε με τα παιδιά τους.
Αργότερα παρατήρησε τους περιορισμούς που επέβαλαν οι Γερμανοί στους Εβραίους και τον εγκλεισμό τους σε περιφραγμένους χώρους. Στο καφενείο κυκλοφορούσαν αντικρουόμενες φήμες για τον προορισμό τους.
Όταν άρχισαν να περνούν οι αμαξοστοιχίες της εκτόπισης, οι εικόνες ήταν διαφορετικές από οτιδήποτε είχε δει μέχρι τότε.
Δεν επρόκειτο για επιβατικά βαγόνια, αλλά για βαγόνια μεταφοράς εμπορευμάτων, πάνω στα οποία αναγράφονταν οι ενδείξεις «ΙΠΠΟΙ 8, ΑΝΤΡΕΣ 44».
Σύμφωνα με την αφήγησή του, μέσα στοιβάζονταν άνδρες, γυναίκες και παιδιά, ενώ οι πόρτες παρέμεναν κλειδωμένες.
Οι αμαξοστοιχίες περνούσαν αργά μπροστά από το χωριό. Ο ίδιος και άλλα παιδιά έτρεχαν δίπλα στις γραμμές και χαιρετούσαν τους επιβάτες. Μερικές φορές, από τα μικρά παράθυρα των βαγονιών, τους πετούσαν παιδικά παιχνίδια, κούκλες και κοσμήματα.
Ο Τάσος αναφέρει επίσης ότι ο πατέρας του προσπάθησε να προειδοποιήσει γνωστούς του Εβραίους για τον κίνδυνο και να τους προτρέψει να αναζητήσουν καταφύγιο.
Η αφήγηση καταγράφει όσα μπορούσε να δει και να καταλάβει τότε ένα παιδί, πριν γίνει ευρύτερα γνωστή η πραγματική έκταση της εξόντωσης των Εβραίων από τους Ναζί.
ΟΙ ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ
Ο πόλεμος δεν στέρησε από τον Τάσο μόνο την παιδική ανεμελιά. Διέκοψε επανειλημμένα και την εκπαίδευσή του.
Ύστερα από μεγάλη προσπάθεια, κατάφερε να επιστρέψει στο σχολείο στη Θεσσαλονίκη. Η καθημερινή μετακίνηση ήταν δύσκολη. Συχνά περπατούσε πολλά χιλιόμετρα για να φτάσει στην τάξη.
Ένα πρωινό, καθώς πήγαινε στο σχολείο, συνάντησε γερμανικά στρατιωτικά οχήματα σταματημένα κοντά στη διακλάδωση του δρόμου προς το Κιλκίς. Ένας στρατιώτης τον διέταξε να σταματήσει. Από απόσταση είδε να κατεβάζουν πολίτες από φορτηγά και να τους οδηγούν, δεμένους ανά ομάδες, προς ένα σημείο όπου είχαν παραταχθεί Γερμανοί στρατιώτες. Ακολούθησαν πυροβολισμοί.
Ο Τάσος κατάλαβε ότι γίνονταν εκτελέσεις.Όταν οι στρατιώτες αποχώρησαν, συνέχισε τον δρόμο του και έφτασε στο σχολείο σε κατάσταση σοκ. Οι καθηγητές τον κράτησαν στο γραφείο μέχρι να συνέλθει.
Κατά την επιστροφή του πέρασε ξανά από το σημείο και συνάντησε δύο ηλικιωμένους που έκλαιγαν για τους ανθρώπους που είχαν χάσει. Η εικόνα αυτή τον σημάδεψε. Όπως γράφει, δεν ήθελε πλέον να περνά από εκεί για να πηγαίνει στο σχολείο.
Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΙ
ΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΣΤΗ ΒΕΡΟΙΑ
Το 1944, ο Τάσος βρέθηκε μαζί με τη μητέρα του στη Βέροια, όπου φιλοξενήθηκαν από συγγενείς. Εκεί ήρθε σε στενότερη επαφή με ανθρώπους της Αντίστασης.
Ο εξάδελφός του Γιάννης συμμετείχε στην ΕΠΟΝ και τον μύησε σταδιακά σε ορισμένες από τις δραστηριότητες των νέων της περιοχής. Ο Τάσος ανέλαβε να αγοράζει από Γερμανούς στρατιώτες ρούχα, μπότες, κουβέρτες και άλλα αντικείμενα, τα οποία, όπως εξηγεί, προωθούνταν στους αντάρτες του ΕΛΑΣ.
Συμμετείχε επίσης σε διαδρομές προς το Βέρμιο, δήθεν για τη μεταφορά ξύλων, κατά τις οποίες μεταφέρονταν κρυφά τρόφιμα και πληροφορίες στους αντάρτες. Η παρουσία του στη Βέροια τον έφερε κοντά και στη βία των τελευταίων μηνών της Κατοχής.
Στα απομνημονεύματά του περιγράφει μια γερμανική επιχείρηση κοντά στο Μακροχώρι, μετά από συγκρούσεις με αντάρτες.
Σε μία από τις επισκέψεις του στα χωράφια της περιοχής, Γερμανοί στρατιώτες συνέλαβαν προσωρινά τον ίδιο και δύο συγγενείς του. Τους υποχρέωσαν να ακολουθήσουν την περίπολο, κρατώντας εργαλεία. Τα παιδιά φοβήθηκαν ότι επρόκειτο να εκτελεστούν.
Τελικά οδηγήθηκαν μπροστά στα σώματα δύο νεκρών ανταρτών και διατάχθηκαν να σκάψουν τάφο και να τους θάψουν.
«Έτσι θάψαμε εκεί δύο άγνωστους που οι δικοί τους ποτέ να μη ξέρουν τι απέγιναν», γράφει.
Λίγο αργότερα, ο ίδιος είδε από τη Βέροια καπνούς να υψώνονται από το Μακροχώρι, μετά από γερμανικά αντίποινα που, σύμφωνα με την αφήγησή του, προκάλεσαν εκτεταμένες καταστροφές.
Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Τον Οκτώβριο του 1944, οι ειδήσεις για την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων έφταναν η μία μετά την άλλη.
Όταν έγινε γνωστή η απελευθέρωση της Αθήνας, στις 12 Οκτωβρίου, η χαρά στη Βέροια συνυπήρχε με τον φόβο, καθώς οι Γερμανοί εξακολουθούσαν να υποχωρούν μέσα από την περιοχή.
Λίγες ημέρες αργότερα, ο Τάσος συμμετείχε σε αποστολή νέων της ΕΠΟΝ προς τη Νάουσα, όπου είχε ήδη σημειωθεί η αποχώρηση των κατακτητών. Θυμάται μια πόλη γεμάτη κόσμο, τραγούδια και πανηγυρισμούς, με τους αντάρτες και τους κατοίκους να γιορτάζουν την ελευθερία.
Η επιστροφή όμως στη Νέα Μαγνησία ήταν το γεγονός που περίμενε περισσότερο. Στις αρχές Νοεμβρίου, ύστερα από μια δύσκολη διαδρομή και τη διάσχιση του Γαλλικού ποταμού, έφτασε τελικά στο οικογενειακό καφενείο. Ο πατέρας του τον υποδέχθηκε με αγκαλιές. Οι θαμώνες ήταν ξανά συγκεντρωμένοι σε παρέες, έπιναν ούζο και τραγουδούσαν.
Ο Τάσος πρόσεξε αμέσως μια μικρή αλλά συμβολική αλλαγή: οι εφημερίδες που κάλυπταν επί χρόνια τα παράθυρα για τη συσκότιση είχαν αφαιρεθεί.
Όμως το σπίτι έφερε ακόμη τα σημάδια του πολέμου. Μια οβίδα είχε διαπεράσει τον τοίχο της κουζίνας, κατά τις τελευταίες ημέρες της γερμανικής αποχώρησης.
Οι σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις είχαν υποστεί μεγάλες καταστροφές και η περιοχή ήταν γεμάτη εγκαταλελειμμένο πολεμικό υλικό.
Η ελευθερία δεν σήμαινε ότι ο κίνδυνος είχε τελειώσει.
Ο Τάσος καταγράφει με πόνο τον θάνατο παιδιών που προσπάθησαν να περιεργαστούν πυρομαχικά τα οποία είχαν αφήσει πίσω τους οι Γερμανοί.
Παράλληλα, παρατηρούσε τις νέες πολιτικές αντιπαραθέσεις, την εκδικητικότητα και τη βία που άρχιζαν να σημαδεύουν τη μεταπολεμική Ελλάδα.
Όταν έγραψε τις αναμνήσεις του, δεκαετίες αργότερα στην Αυστραλία, δεν επιχείρησε να παρουσιάσει μια γενική στρατιωτική ιστορία.
Κατέγραψε τον πόλεμο όπως πέρασε μέσα από το σπίτι, το σχολείο, το καφενείο και τις καθημερινές διαδρομές ενός παιδιού.
Στις σελίδες του βρίσκονται ο φόβος της προσφυγιάς, οι αποχαιρετισμοί των στρατιωτών, η πείνα, οι πράξεις αλληλεγγύης και οι απώλειες που δεν ξεχάστηκαν.
Μαζί τους διασώζεται και η ιστορία μιας γενιάς που γνώρισε τον πόλεμο πριν ακόμη προλάβει να ζήσει την παιδική της ηλικία.
*Το άρθρο βασίζεται στο βιβλίο του Τάσου Κολοκοτρώνη «Αναμνήσεις και βιώματα του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου», Μελβούρνη, 2008. Οι προσωπικές αναμνήσεις και οι μαρτυρίες τρίτων αποδίδονται στον συγγραφέα.
The post Το παιδί που είδε τον πόλεμο να περνά μπροστά από το σπίτι του-Μνήμες ενός Έλληνα της Μελβούρνης appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.