Η απόφαση μιας σουηδικής οικογένειας να δωρίσει στην Κύπρο πέντε αρχαία αντικείμενα, η παρέμβαση ενός οίκου δημοπρασιών και η άγνωστη διαδρομή τους από τη δεκαετία του 1950. Οι μεγάλες σουηδικές ανασκαφές και μια ενδιαφέρουσα ανθρώπινη πτυχή.
Πάνω σε ένα ξύλινο τραπέζι στη Στοκχόλμη βρίσκονται μερικά αρχαία κυπριακά αντικείμενα. Ένα πήλινο αγγείο με στενό στόμιο, ένα μικρό αγγείο διακοσμημένο με ομόκεντρους κύκλους, ένα κύπελλο με χαμηλή βάση και μερικά σπασμένα κεραμικά κομμάτια. Δίπλα τους στέκονται δύο άνδρες. Ο ένας κρατά ένα μικρό αρχαίο αντικείμενο και ο άλλος παρακολουθεί με ενδιαφέρον.
Η φωτογραφία τραβήχτηκε στις 22 Οκτωβρίου 2026 και αποτυπώνει μια ασυνήθιστη παράδοση. Πέντε κυπριακές αρχαιότητες, οι οποίες είχαν αποκτηθεί από Σουηδό ιδιώτη τη δεκαετία του 1950, παραδόθηκαν στον πρέσβη της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Σουηδία, Δώρο Βενέζη, με σκοπό τον επαναπατρισμό τους.
Δεν προηγήθηκε κατάσχεση, δικαστική απόφαση ή διπλωματική αντιπαράθεση. Οι συγγενείς του ανθρώπου που είχε συγκεντρώσει τα αντικείμενα αποφάσισαν να τα προσφέρουν στην Κύπρο.
Πέρα από την ανθρώπινη διάσταση, η υπόθεση αναδεικνύει ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο της κυπριακής αρχαιολογίας, καθώς η Σουηδία υπήρξε μία από τις χώρες με τη σημαντικότερη συμβολή στην επιστημονική μελέτη της αρχαίας Κύπρου.
Η απόφαση της οικογένειας Widehag
Οι πέντε αρχαιότητες ανήκαν στη συλλογή του Μπενγκτ Βίντεχαγκ (Bengt Widehag), ο οποίος, σύμφωνα με την κυπριακή πρεσβεία, τις είχε αποκτήσει κατά τη δεκαετία του 1950.
Οι συγγενείς του, επέλεξαν να επιστρέψουν τα αντικείμενα στη χώρα προέλευσής τους αναγνωρίζοντας την σημαντική αξία για την Κύπρο. Στη διαδικασία διαδραμάτισε ουσιαστικό ρόλο ο Τόμας Ριντέν (Thomas Rydén), του σουηδικού οίκου δημοπρασιών Crafoord Auktioner, ο οποίος αναγνώρισε την αρχαιολογική τους σημασία και διευκόλυνε την παράδοση.
Ο Κύπριος πρέσβης ευχαρίστησε την οικογένεια για τη γενναιόδωρη απόφασή της και εξήρε τον ρόλο του εκπροσώπου του οίκου δημοπρασιών, χαρακτηρίζοντας την προσέγγισή του παράδειγμα επαγγελματικής δεοντολογίας και υπεύθυνης διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς. Στην εκδήλωση συμμετείχαν επίσης η Πεγκ Μάγκνουσον (Peg Magnusson), από τη σουηδική κρατική υπηρεσία πολιτιστικής κληρονομιάς, και η συντηρήτρια Νίνα Ολιβιέ (Nina Olivier), από το σκανδιναβικό μουσείο Nordiska museet.
Η εμπλοκή των συγκεκριμένων προσώπων δείχνει ότι η παράδοση δεν περιορίστηκε σε μια ιδιωτική χειρονομία. Ακολούθησε συνεργασία με ανθρώπους που διαθέτουν γνώση για την προστασία και τη συντήρηση αρχαιοτήτων.
Οι πέντε αρχαιότητες
Στις φωτογραφίες που δημοσιοποιήθηκαν από την κυπριακή πρεσβεία, διακρίνεται ένα πήλινο αγγείο με στρογγυλεμένο σώμα, στενό στόμιο και λαβή. Η επιφάνειά του έχει κοκκινωπή απόχρωση και παρουσιάζει φθορές που είναι ορατές.
Δίπλα του βρίσκεται ένα ανοικτό αγγείο, σε μορφή κυπέλλου ή βαθιάς φιάλης, το οποίο στηρίζεται σε χαμηλό πόδι. Η σχετικά απλή κατασκευή του παραπέμπει σε σκεύος καθημερινής ή άλλης χρήσης, χωρίς ωστόσο να μπορεί να προσδιοριστεί η λειτουργία του αποκλειστικά από την εικόνα. Το τρίτο διακριτό αγγείο είναι μικρότερο και παρουσιάζει ιδιαίτερο διακοσμητικό ενδιαφέρον. Στο στρογγυλεμένο σώμα του διακρίνονται ομόκεντροι κύκλοι και γραμμικές ταινίες. Διαθέτει στενό λαιμό και λαβή.
Παρόμοια γεωμετρικά σχέδια συναντώνται σε διάφορες κατηγορίες αρχαίας κυπριακής κεραμικής. Η διακόσμηση μπορεί να αποτελέσει στοιχείο για την επιστημονική ταξινόμηση ενός αγγείου, αλλά απαιτείται εξέταση του πηλού, της τεχνικής κατασκευής και των επιμέρους χαρακτηριστικών.
Στο τραπέζι υπάρχουν επίσης θραύσματα κεραμικής, ενώ ο εκπρόσωπος του οίκου δημοπρασιών κρατά ένα ακόμη μικρό αντικείμενο.
Δεν υπάρχει τεκμηριωμένη βάση για να αποδοθούν τα συγκεκριμένα ευρήματα στην Εποχή του Χαλκού, στην Κυπρογεωμετρική ή στην Κυπροαρχαϊκή περίοδο.
Η απουσία αναλυτικής καταγραφής αφήνει ακόμη αναπάντητα ερωτήματα για την αρχική χρήση τους, την πιθανή γεωγραφική τους προέλευση και το εάν κάποια από τα θραύσματα ανήκουν στο ίδιο αγγείο.
Η διαδρομή από τη δεκαετία του 1950
Για τη νεότερη ιστορία των αρχαιοτήτων γνωρίζουμε τρία βασικά πράγματα.
Αποκτήθηκαν από τον Μπενγκτ Βίντεχαγκ τη δεκαετία του 1950, παρέμειναν στη σφαίρα της οικογενειακής συλλογής και οι συγγενείς του αποφάσισαν να τις παραδώσουν στις κυπριακές αρχές τον Οκτώβριο του 2026. Αυτή είναι η επιβεβαιωμένη διαδρομή τους.
Δεν έχει δημοσιοποιηθεί απόδειξη αγοράς, όνομα εμπόρου, αρχική άδεια εξαγωγής ή πληροφορία για συγκεκριμένη ανασκαφή από την οποία ενδεχομένως προέρχονται.
Επίσης, δεν γνωρίζουμε εάν ο αρχικός συλλέκτης αγόρασε τα αντικείμενα στην Κύπρο, στη Σουηδία ή σε άλλη χώρα.
Οι λεπτομέρειες έχουν σημασία καθώς η δεκαετία του 1950 ήταν μια περίοδος κατά την οποία υπήρχε νόμιμη αγορά κυπριακών αρχαιοτήτων και δυνατότητα εξαγωγής με τις προβλεπόμενες άδειες. Ταυτόχρονα, υπήρχαν και παράνομες ανασκαφές και διακινήσεις.
Επομένως, το γεγονός ότι μια κυπριακή αρχαιότητα βρίσκεται εδώ και εβδομήντα χρόνια σε ιδιωτική συλλογή στο εξωτερικό δεν αποδεικνύει παρανομία, ούτε όμως αποδεικνύεται αυτομάτως νόμιμη εξαγωγή.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει παρουσιαστεί στοιχείο που να συνδέει την οικογένεια Widehag με αρχαιοκαπηλία.
Μια ενδιαφέρουσα ιστορία
Η έρευνα για το όνομα του αρχικού συλλέκτη οδηγεί σε μια απροσδόκητη ανθρώπινη πτυχή.
Σουηδικές βιογραφικές πηγές καταγράφουν έναν Bengt Widehag, γεννημένο το 1914 στο Σέφλε της Σουηδίας, ο οποίος ακολούθησε δημοσιογραφική σταδιοδρομία.
Εργάστηκε στην εφημερίδα Göteborgs Morgonpost, όπου ανέλαβε συντακτικές και διευθυντικές αρμοδιότητες. Από το 1951 ήταν επικεφαλής της σύνταξης της Sydsvenska Dagbladet στο Λουντ.
Παράλληλα, ασχολήθηκε με τη συγγραφή βιβλίων για την Ελλάδα. Το 1957 εξέδωσε το Eruptivt Grekland, ενώ ακολούθησαν το Grekland utan pelare το 1962 και το Hellas το 1968. Πέθανε το 1990.
Η χρονική σύμπτωση είναι αξιοσημείωτη. Ωστόσο, δεν έχει επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα ότι ο δημοσιογράφος και συγγραφέας είναι το ίδιο πρόσωπο με τον συλλέκτη των πέντε κυπριακών αρχαιοτήτων.
Εφόσον η ταύτιση επιβεβαιωθεί από την οικογένεια, θα προσθέσει μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια στην ιστορία ενός ανθρώπου με ιδιαίτερη σχέση με τον ελληνικό πολιτισμό.
Όταν οι Σουηδοί ανακάλυπταν την αρχαία Κύπρο
Η σχέση της Σουηδίας με την κυπριακή αρχαιολογία είχε αρχίσει αρκετές δεκαετίες πριν από την απόκτηση των πέντε αντικειμένων. Το 1927 έφθασε στην Κύπρο η Σουηδική Αρχαιολογική Αποστολή, με επικεφαλής τον Έιναρ Γέρσταντ (Einar Gjerstad) και συνεργάτες τους αρχαιολόγους Έρικ Σιέκβιστ, Άλφρεντ Βέστχολμ και τον φωτογράφο Γιον Λίντρος.
Η αποστολή πραγματοποίησε, μέχρι το 1931, συστηματικές ανασκαφές σε περισσότερες από είκοσι θέσεις, μεταξύ των οποίων το Ιδάλιο, η Έγκωμη, το Κίτιο, το Βουνί, οι Σόλοι και η Αγία Ειρήνη. Οι Σουηδοί αρχαιολόγοι κατέγραψαν με επιστημονικές μεθόδους χιλιάδες αντικείμενα και δημοσίευσαν αποτελέσματα που εξακολουθούν να αποτελούν βασικό εργαλείο για όσους μελετούν την αρχαία Κύπρο.
Ο αείμνηστος Κύπριος Αρχαιολόγος Βάσος Καραγιώργης, σε μελέτη του για τις κυπριακές συλλογές στο εξωτερικό, υπογράμμισε τη σημασία εκείνων των ανασκαφών, οι οποίες έθεσαν ισχυρά θεμέλια για τη σύγχρονη κυπριακή αρχαιολογία.
Υπήρχε, ωστόσο, μια σημαντική ιδιαιτερότητα.
Η Κύπρος βρισκόταν υπό βρετανική αποικιακή διοίκηση και η ισχύουσα νομοθεσία επέτρεπε τη διανομή ανασκαφικών ευρημάτων μεταξύ της Κύπρου και των ξένων αποστολών. Η διανομή των σουηδικών ευρημάτων αποφασίστηκε το 1930. Περίπου τα δύο τρίτα των σχεδόν 18.000 καταγεγραμμένων αντικειμένων παραχωρήθηκαν στη Σουηδία, ενώ τα υπόλοιπα παρέμειναν στην Κύπρο. Η μεταφορά αυτή έγινε στο πλαίσιο της τότε νομοθεσίας και με την έγκριση των βρετανικών αρχών.
Σήμερα σημαντικό μέρος των ευρημάτων βρίσκεται στο Μουσείο Μεσογειακών και Εγγύς Ανατολικών Αρχαιοτήτων της Στοκχόλμης, το Medelhavsmuseet.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η συλλογή των πήλινων αναθηματικών μορφών από την Αγία Ειρήνη της επαρχίας Κερύνειας. Περίπου χίλια ειδώλια από τη συγκεκριμένη ανασκαφή περιήλθαν στη σουηδική πλευρά και σχεδόν όλα παρουσιάζονται σε ειδική έκθεση, σύμφωνα με το ίδιο το μουσείο.
Από τις νόμιμες ανασκαφές στην αρχαιοκαπηλία
Η σουηδική αποστολή αποτελεί παράδειγμα της επιστημονικής δραστηριότητας που αναπτύχθηκε στην Κύπρο κατά τον εικοστό αιώνα. Η διεθνής αγορά είχε ήδη διαμορφωθεί από τον δέκατο ένατο αιώνα, όταν ξένοι πρόξενοι, συλλέκτες και έμποροι αποκτούσαν χιλιάδες κυπριακά αντικείμενα.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Λουίτζι Πάλμα ντι Τσεσνόλα, ο οποίος συγκέντρωσε τεράστιο αριθμό αρχαιοτήτων, μεγάλο μέρος των οποίων κατέληξε στη Νέα Υόρκη.
Ορισμένα αντικείμενα έφυγαν από το νησί σύμφωνα με τις νομοθετικές ρυθμίσεις της εποχής. Άλλα προέρχονταν από παράνομες ή ανεπαρκώς τεκμηριωμένες ανασκαφές.
Η κατάσταση άλλαξε σταδιακά, καθώς ενισχύθηκαν η αρχαιολογική υπηρεσία και το νομοθετικό πλαίσιο προστασίας.
Σημαντικός σταθμός υπήρξε η Σύμβαση της UNESCO του 1970 για την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών, η οποία δεν εφαρμόζεται αυτομάτως αναδρομικά σε κάθε παλαιότερη υπόθεση.
Στην Κύπρο, οι τροποποιήσεις του περί Αρχαιοτήτων Νόμου το 1996 περιόρισαν ουσιαστικά τις δυνατότητες εξαγωγής αρχαιοτήτων, προβλέποντας συγκεκριμένους σκοπούς, όπως εκθέσεις, δανεισμούς και επιστημονική μελέτη. Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, η λεηλασία αρχαιοτήτων και εκκλησιαστικών θησαυρών στα κατεχόμενα δημιούργησε μια διαφορετική και ιδιαίτερα σοβαρή κατηγορία υποθέσεων.
Οι ιδιώτες που επιλέγουν την επιστροφή
Η σουηδική υπόθεση δεν είναι μεμονωμένη.
Τον Μάιο του 2023 επέστρεψαν από την Αυστραλία 36 αρχαιότητες που κατείχαν ιδιώτες. Το 2024 ακολούθησαν επιστροφές από τη Γερμανία και την Αυστρία, έπειτα από πρωτοβουλίες κληρονόμων παλαιών συλλογών.
Τον Ιούνιο του 2026 πραγματοποιήθηκε επίσης η επιστροφή 48 κυπριακών αρχαιοτήτων από την Ελλάδα. Τα αντικείμενα προέρχονταν από τη συλλογή του αποβιώσαντος πρέσβη Χρήστου Ζαχαράκι, οι κληρονόμοι του οποίου είχαν εκφράσει την επιθυμία να επιστραφούν στην Κύπρο.
Η απόφαση της οικογένειας Widehag εντάσσεται σε αυτή τη σταδιακή αλλαγή στάσης απέναντι στις παλαιές ιδιωτικές συλλογές.
Στην περίπτωση αυτή ο οίκος Crafoord Auktioner δεν εμφανίζεται ως αντίδικος των κυπριακών αρχών, αλλά ως συνεργάτης που συνέβαλε στην παράδοση των αντικειμένων.
Μια ιστορία που θέλει έρευνα
Η επιστροφή των πέντε αρχαιοτήτων κλείνει έναν κύκλο για την οικογένεια Widehag, αφήνει όμως ανοιχτό ένα αρχαιολογικό ερώτημα.
Από ποια περιοχή της Κύπρου προήλθαν; Πότε κατασκευάστηκαν; Ποιοι τα χρησιμοποίησαν και πώς βρέθηκαν τελικά στη σουηδική συλλογή;
Οι απαντήσεις, εφόσον προκύψουν από την επιστημονική εξέταση και την αναζήτηση παλαιών εγγράφων, θα προσθέσουν αξία στην επιστροφή.
Ένα αρχαίο αγγείο μπορεί να διατηρηθεί για χιλιάδες χρόνια, αλλά η ιστορία του να χαθεί μέσα σε λίγες δεκαετίες, όταν αποσπαστεί από το περιβάλλον στο οποίο βρέθηκε.
Η οικογένεια Widehag επέλεξε να παραδώσει αυτά που είχε κληρονομήσει, αντί να τα κρατήσει ή να τα διαθέσει προς πώληση.
Για την Κύπρο η χειρονομία έχει τη σημασία της. Πέντε ακόμη αντικείμενα της αρχαίας ιστορίας της επιστρέφουν στη φροντίδα των αρμόδιων αρχών, έπειτα από περισσότερα από εβδομήντα χρόνια.
Και ίσως το σημαντικότερο είναι ότι η επιστροφή τους έγινε με μια απλή οικογενειακή απόφαση, χωρίς να χρειαστεί να προηγηθεί σύγκρουση.

