Το μεγάλο… παράνομο παζάρι με τους βαθμούς ποινής στο δίπλωμα οδήγησης (demerit points) έφερε και πάλι στο προσκήνιο η σύλληψη 27χρονης, καθώς σύμφωνα με τις Αρχές, είχαν μεταφερθεί με το αζημίωτο στο όνομά της 1.266 κλήσεις, με αποτέλεσμα να καταγραφούν περίπου 1.150 «πόντοι» και πρόστιμα συνολικής αξίας 620.000 δολαρίων.
Οι αστυνομικοί της Ομάδας Δίωξης Οικονομικού και Ηλεκτρονικού Εγκλήματος της Αστυνομίας του Κουίνσλαντ της απήγγειλαν κατηγορία για απάτη, έπειτα από έρευνα σχετικά με φερόμενο κύκλωμα «ανταλλαγής χρημάτων με βαθμούς ποινής» (cash for demerit points).
Όπως υποστηρίζουν οι Αρχές, η νεαρή γυναίκα «διαφήμιζε τις υπηρεσίες της» μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, προσφέροντας να αναλαμβάνει στο όνομά της κλήσεις τροχαίας και τους αντίστοιχους βαθμούς ποινής, έναντι χρημάτων.
Φέρεται ότι από το 2022 έως τον Ιούνιο του 2026 μεταφέρθηκαν στο όνομά της συνολικά 1.266 ειδοποιήσεις για τροχαίες παραβάσεις (Traffic Infringement Notices). Ως αποτέλεσμα, καταγράφηκαν περίπου 1.150 βαθμοί ποινής στην άδεια οδήγησής της, ενώ τα πρόστιμα που αντιστοιχούσαν στις παραβάσεις ανέρχονταν συνολικά σε περίπου 620.000 δολάρια.
Με αφορμή και την υπόθεση αυτή -που εκκρεμεί ενώπιον της Δικαιοσύνης- η εκπομπή 7.30 του ABC, έκανε ειδική αναφορά στη «μαύρη αγορά των βαθμών ποινής», σε αποκλειστικό ρεπορτάζ του Tom Hartley.
Το αφιέρωμα υπενθύμιζε ότι το σύστημα των demerit points έχει σχεδιαστεί για να καθιστά τους οδηγούς υπόλογους για τις πράξεις τους και να αποτρέπει την επικίνδυνη οδήγηση.
Όταν μια κάμερα καταγράφει ένα όχημα να υποπίπτει σε παράβαση, οι κυρώσεις επιβάλλονται στον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη του οχήματος.
Συνήθως, αυτό σημαίνει την αφαίρεση βαθμών από την άδεια οδήγησής του, καθώς και την επιβολή προστίμου, το ύψος του οποίου διαφέρει ανάλογα με την παράβαση.
Εάν ο ιδιοκτήτης δεν βρισκόταν στο τιμόνι τη στιγμή της παράβασης, έχει τη δυνατότητα να δηλώσει ως οδηγό κάποιον άλλο, ο οποίος οδηγούσε το όχημα εκείνη τη στιγμή.
Όταν ένας οδηγός συγκεντρώσει υπερβολικά πολλούς βαθμούς ποινής, κινδυνεύει να χάσει την άδεια οδήγησής του.
«Πρόκειται για ένα απλό σύστημα, το οποίο όμως παρουσιάζει ένα θεμελιώδες κενό», επισήμανε το ρεπορτάζ: «Βασίζεται στην εμπιστοσύνη — και αυτή ακριβώς η εμπιστοσύνη γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης».
Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης υπάρχουν αμέτρητα άτομα, αναρτήσεις και σελίδες που ισχυρίζονται ότι μπορούν να «εξαφανίσουν» βαθμούς ποινής.
Όλες βασίζονται στην ίδια έκνομη πρακτική: έναντι αμοιβής, προσφέρονται να αναλάβουν δολίως την ευθύνη για τροχαίες παραβάσεις που έχουν διαπράξει άλλοι οδηγοί.
Ο δημοσιογράφος προχώρησε περαιτέρω την έρευνά του με τηλεφωνική προσέγγιση ανθρώπων που προσφέρουν παράνομα τη συγκεκριμένη… υπηρεσία ως «ενδιαφερόμενος» ο ίδιος.
Πραγματοποίησε τέσσερις τηλεφωνικές συνομιλίες ζητώντας να μάθει πώς λειτουργεί η διαδικασία.
Κατέγραψε συγκεκριμένες προσφορές: ένας ζητούσε 50 δολάρια ανά βαθμό ποινής, ενώ άλλος προσφέρθηκε να αναλάβει πρόστιμο 434 δολαρίων και τρεις βαθμούς έναντι 500 δολαρίων.
Εντόπισε ακόμη και ιστοσελίδα που έμοιαζε με την επίσημη διαδικτυακή πύλη της Service NSW και παρέπεμπε τους ενδιαφερόμενους στο WhatsApp.
Όσοι επικοινώνησαν μαζί του διαβεβαίωναν ότι η διαδικασία ήταν ασφαλής και ότι δεν υπήρχε κίνδυνος για τον οδηγό. Ένας μάλιστα ισχυρίστηκε ότι είχε πρόσβαση σε εικονικούς λογαριασμούς στο σύστημα και μπορούσε να εξασφαλίσει την άμεση έγκριση της μεταφοράς.
Η δημοσιογραφική έρευνα εστίασε κυρίως στο Κουίνσλαντ, παρουσιάζοντας τρεις χαρακτηριστικές υποθέσεις.
Της 27χρονης που, όπως προαναφέρθηκε, φέρεται να συγκέντρωσε 1.150 βαθμούς ποινής και πρόστιμα άνω των 600.000 δολαρίων και των:
Bin Zhang, ο οποίος εντοπίστηκε το 2016 να υπερβαίνει το όριο ταχύτητας στη σήραγγα Clem7 του Μπρίσμπαν και, αντί να αποδεχθεί το πρόστιμο των 235 δολαρίων και τους τρεις βαθμούς ποινής, πλήρωσε άλλον άνδρα για να δηλώσει ψευδή στοιχεία οδηγού. Επανέλαβε την ίδια πρακτική 19 φορές μέσα σε έξι χρόνια, ενώ σε τρεις περιπτώσεις κατασκεύασε ο ίδιος ψευδή στοιχεία ταυτότητας. Συνολικά απέφυγε πρόστιμα 5.798 δολαρίων και 55 βαθμούς ποινής. Ωστόσο, αποτελούσε μέρος ευρύτερου κυκλώματος, στο οποίο, σύμφωνα με απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου του Κουίνσλαντ, υποβλήθηκαν 1.400 ψευδείς δηλώσεις οδηγού από το 2012 έως το 2022, αποτρέποντας την επιβολή προστίμων άνω των 420.000 δολαρίων. Τον Φεβρουάριο του 2024 καταδικάστηκε σε τέσσερις μήνες φυλάκισης με αναστολή για 12 μήνες και εξάμηνη στέρηση της άδειας οδήγησης. Οι εφέσεις του απορρίφθηκαν.
Nicholas John Anforth, ο οποίος διαφήμιζε μέσω Facebook υπηρεσίες αποφυγής τροχαίων κυρώσεων, ζητώντας από τους οδηγούς το ποσό του προστίμου συν 100 δολάρια για κάθε βαθμό ποινής. Δεν εξοφλούσε, ωστόσο, τα πρόστιμα, αλλά μετέφερε τους βαθμούς ποινής είτε στη δική του άδεια είτε, σε περίπου 144 περιπτώσεις, στις άδειες τριών ανυποψίαστων ανδρών. Συνολικά, πρόστιμα ύψους 93.000 δολαρίων δηλώθηκαν ψευδώς στα ονόματα των τριών αυτών προσώπων. Η δράση του αποκαλύφθηκε το 2024, όταν ένας από τους άνδρες διαπίστωσε ότι είχαν συσσωρευτεί στο όνομά του πρόστιμα 20.000 δολαρίων. Μέχρι τότε, ο Anforth είχε αποκομίσει περισσότερα από 100.000 δολάρια και είχε δηλώσει ψευδώς 695 βαθμούς ποινής. Παραδέχθηκε την ενοχή του για απάτη, απόπειρα διαστροφής της απονομής δικαιοσύνης και τρεις κατηγορίες σχετικές με παράνομη απόκτηση ή διαχείριση προσωπικών στοιχείων ταυτότητας. Τον Ιούνιο καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλάκισης.
Επισημαίνεται από το ABC ότι και στο Κουίνσλαντ, όταν ένας οδηγός δεν ήταν αυτός που οδηγούσε το όχημα κατά την παράβαση, μπορεί να δηλώσει κάποιον άλλο ως υπεύθυνο.
Το σύστημα βασίζεται στην ακρίβεια αυτής της δήλωσης, χωρίς όμως να φαίνεται ότι διαθέτει επαρκείς μηχανισμούς για να εντοπίζει επαναλαμβανόμενες και ύποπτες «μεταφορές».
Ως εκ τούτου, η απάτη έχει αποκτήσει εμπορική διάσταση.
Δεν πρόκειται απλώς για μεμονωμένους οδηγούς που επιχειρούν να αποφύγουν μια κύρωση. Υπάρχουν πρόσωπα που διαφημίζουν συστηματικά τις υπηρεσίες τους, ζητούν συγκεκριμένα χρηματικά ποσά και διαχειρίζονται μεγάλο αριθμό υποθέσεων.
Οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν φαίνεται να έχουν αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το πρόβλημα.
Το βασικό ερώτημα που τέθηκε σε σχέση με την υπόθεση της 27χρονης είναι πώς κατάφερε μία και μόνο οδηγός να συγκεντρώσει τόσους πολλούς βαθμούς ποινής σε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς να εντοπιστεί;
Η εκπομπή 7.30 απευθύνθηκε στην Υπηρεσία Εσόδων του Κουίνσλαντ (Queensland Revenue Office) και το Υπουργείο Μεταφορών και Κύριων Οδικών Αρτηριών (Department of Transport and Main Roads).
Όπως αναφέρεται: «Καμία από τις δύο δεν απάντησε» στο συγκεκριμένο ερώτημα.
Αντ’ αυτού, εκπρόσωπος της κυβέρνησης, απαντώντας εκ μέρους των Υπηρεσιών, δήλωσε: «Όταν εντοπίζονται αδικήματα απάτης, αντιμετωπίζονται με όλη την αυστηρότητα του νόμου».
Ερωτήσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι Υπηρεσίες εντοπίζουν την απάτη, καθώς και για το πόσο συχνά το κάνουν, έμειναν επίσης αναπάντητες.
Ο David Tuffley, ειδικός στην κυβερνοασφάλεια στο Πανεπιστήμιο Griffith, μιλώντας στο ABC, δήλωσε ότι εάν τα κυβερνητικά συστήματα «δεν μπορούν να εντοπίσουν ένα τόσο προφανές μοτίβο», τότε δεν υπάρχουν μηχανισμοί ελέγχου για τον εντοπισμό τέτοιων περιπτώσεων.
Σύμφωνα με την εκπομπή 7.30, αστυνομικοί έχουν επισημάνει επανειλημμένα το πρόβλημα στις κυβερνητικές υπηρεσίες, χωρίς να ακολουθήσουν οι αναγκαίες αλλαγές.
Οι έρευνες ορισμένων υποθέσεων φέρεται επίσης να περιορίστηκαν λόγω έλλειψης πόρων.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο Κουίνσλαντ, καθώς η δυνατότητα δήλωσης άλλου οδηγού, η οποία αποτελεί νόμιμη διαδικασία, αξιοποιείται καταχρηστικά για τη δημιουργία μιας παράνομης αγοράς, με σοβαρές συνέπειες και για την οδική ασφάλεια εν τέλει.
Οδηγοί που θα έπρεπε να έχουν υποστεί αναστολή της άδειάς τους μπορούν να συνεχίζουν να κυκλοφορούν, εφόσον έχουν την οικονομική δυνατότητα να πληρώσουν κάποιον για να αναλάβει τους βαθμούς ποινής τους.
Ο δημοσιογράφος, Tom Hartley, «υπενθύμιζε»:
«Δεν είναι παράνομο να κάνει κάποιος μια απλή διερευνητική ερώτηση για τέτοιες υπηρεσίες, όπως έκανα εγώ. Ωστόσο, σύμφωνα με νομικούς, όποιος προχωρήσει σε συναλλαγή για να αποφύγει τις συνέπειες μιας τροχαίας παράβασης κινδυνεύει να διωχθεί ποινικά, όπως και όσοι προσφέρουν αυτές τις υπηρεσίες».
Ενώ τέλος, η δικηγόρος Kristy Bell, προειδοποιούσε:
«Από τη στιγμή που κάποιος παρέχει εν γνώσει του ψευδή στοιχεία για τη μεταφορά μιας τροχαίας παράβασης σε άλλο πρόσωπο, κινδυνεύει να διαπράξει ποινικό αδίκημα».
«Δεν έχει σημασία αν πρόκειται για το πρόσωπο που πληρώνει κάποιον για να αναλάβει τους βαθμούς ποινής ή για εκείνον που πωλεί αυτή την υπηρεσία.
«Και οι δύο μπορεί να βρεθούν αντιμέτωποι με σοβαρές ποινικές κατηγορίες, ακόμη και με πραγματική ποινή φυλάκισης».
The post Το μεγάλο… παράνομο παζάρι με τους βαθμούς ποινής στο δίπλωμα οδήγησης appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.