Αντιδράσεις για το αντάρτικο των 5 βουλευτών της ΝΔ – Η επιστολή τους μέσω των «ΝΕΩΝ»

Σειρά αντιδράσεων έχει προκαλέσει η ανοιχτή επιστολή πέντε βουλευτών της ΝΔ μέσω των «ΝΕΩΝ» για ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης της χώρας. «Πλέον και οι βουλευτές της ΝΔ ομολογούν πως ο “επιτελικός” αυταρχισμός Μητσοτάκη απειλεί τη δημοκρατία» τονίζει το ΠΑΣΟΚ ενώ η Νέα Αριστερά επισημαίνει: «Η σημερινή παρέμβαση των Βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας στην Εφημερίδα “Τα Νέα”, καταδεικνύει αυτό που γνωρίζει η ελληνική κοινωνία: Το γεγονός οτι αρχιερέας της διαπλοκής, της διαφθοράς και της καχεκτικής δημοκρατίας είναι ο αρχιτέκτονας του επιτελικός κράτους, ο ίδιος ο Πρωθυπουργός».

Ακολουθεί η επιστολή την οποία υπογράφουν οι: Αθανάσιος Ζεμπίλης (βουλευτής Εύβοιας), Ανδρέας Κατσανιώτης (βουλευτής Αχαΐας), Ξενοφών Μπαραλιάκος (βουλευτής Πιερίας), Γιάννης Οικονόμου (βουλευτής Φθιώτιδας), Ιωάννης Παππάς (βουλευτής Δωδεκανήσων).

Για ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης, που θα φέρει τα κέντρα λήψης αποφάσεων πιο κοντά στην κοινωνία των πολιτών

Η αναζωπύρωση της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι παραιτήσεις υπουργών και υφυπουργών και τα αλλεπάλληλα αιτήματα άρσης ασυλίας βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας είναι, μεταξύ άλλων, μία υπενθύμιση.

Υπενθύμιση αναδρομής στο πρώτο νομοθέτημα της αυτοδύναμης κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, που καθιέρωσε ένα συγκεκριμένο μοντέλο διακυβέρνησης. Το επιτελικό κράτος, το οποίο λοιδορήθηκε, αποτέλεσε πολιτικό επιχείρημα άσκησης κριτικής, αλλά λειτούργησε και συνεχίζει να λειτουργεί. Εκείνο που καλούμαστε να αναλογιστούμε είναι αν μπορούμε να βελτιώσουμε το επιτελικό κράτος και να ενισχύσουμε την αρχιτεκτονική ενός μοντέρνου και λειτουργικού κράτους, που να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στις ανάγκες του σήμερα. Να αναστοχαστούμε το επιτελικό κράτος και τον τρόπο λειτουργίας του, ιδίως με την πάροδο των περίπου επτά ετών, ως προτύπου διαχείρισης της εξουσίας στη χώρα.

Ενα βασικό συμπέρασμα είναι ότι ενώ το επιτελικό κράτος είναι αποτελεσματικό σε συνθήκες μεγάλων κρίσεων, δεν αποδεικνύεται το ίδιο αποτελεσματικό σε περιόδους ομαλότητας. Επίσης, γεννά ενίοτε ζητήματα θεσμικής ανισορροπίας, που δεν συνάδουν με μια ώριμη κοινοβουλευτική δημοκρατία, όπως διαμορφώθηκε μεταπολιτευτικά, με βάση κυρίως τις αρχές και τις αξίες της παράταξής μας.

Ο Νόμος 4622/2019 για το «Επιτελικό Κράτος» αποτέλεσε μια μεγάλη διοικητική μεταρρύθμιση συντονισμού, ταχύτητας και λογοδοσίας. Είναι όμως αδιαμφισβήτητο ότι στην πορεία προκάλεσε υπερσυγκέντρωση εξουσιών σε μικρούς πυρήνες. Μετέφερε όλο και περισσότερη βαρύτητα στο κέντρο, ενίσχυσε τον στενό πυρήνα γύρω από την κορυφή της Κυβέρνησης και περιόρισε την αυτοτέλεια των υπουργείων και ιδιαίτερα της κοινοβουλευτικής ομάδας, σε σύγκριση με το μέτρο των θεσμικών τους καθηκόντων.

Η συγκέντρωση της εξουσίας έγινε στο όνομα της αποτελεσματικότητας. Αλλά σήμερα μπορούμε να πούμε ότι δεν έχει σημασία μόνο το τι κάνεις, αλλά και ο τρόπος που το κάνεις. Και στη δημοκρατία το δεύτερο είναι ίσως σημαντικότερο από το πρώτο. Οι θεσμοί πρέπει να είναι αποτελεσματικοί, αλλά με τρόπο που δεν αφήνουν χώρο για δυσλειτουργίες και παραφωνίες. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι, στη μεγάλη εικόνα, το επιτελικό κράτος δεν κατάφερε να ελέγξει πλήρως τα φαινόμενα διαφθοράς εντός του κράτους και της κοινωνίας.

Στο σημείο αυτό υπάρχει μια αντίφαση. Το επιτελικό κράτος διεκδικεί τον απόλυτο έλεγχο, πιστώνεται τις επιτυχίες, αλλά, όταν εμφανίζονται σοβαρές παθογένειες, η ευθύνη διαχέεται προς τα κάτω και ιδιαίτερα προς τους βουλευτές. Αυτή η πρακτική δεν υπάρχει σε εγχειρίδια ηγεσίας. Σήμερα, σε μια περίοδο όπου η ίδια η Κυβέρνηση προχωρά σε διορθωτικές κινήσεις, υπό την πίεση δικαστικών εξελίξεων, χρειάζεται να συζητήσουμε για το επιτελικό κράτος. Μια συζήτηση που προέχει του διαλόγου για τη συνταγματική αναθεώρηση. Σκοπός είναι να αποκτήσουμε μια νέα δυναμική, να πάμε ακόμα πιο μπροστά, καθώς η κοινωνία παραμένει πεπεισμένη ότι μόνο η ΝΔ και ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης μπορούν να εξασφαλίσουν σταθερότητα και ευημερία.

Δεν πρέπει να αφήσουμε τις αρρυθμίες στο πρότυπο διοίκησης να επηρεάσουν την κοινοβουλευτική λειτουργία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας. Στη φιλελεύθερη κοινοβουλευτική δημοκρατία, μια κυβέρνηση υπάρχει όσο απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Τα προνόμια του Πρωθυπουργού και τα καθήκοντα των βουλευτών περιγράφονται θεσμικά και είναι σε διαλεκτική σχέση. Οι βουλευτές συγκροτούν την πλειοψηφία που δίνει δύναμη στον Πρωθυπουργό και τον κρατά ισχυρό.

Η λύση σε φαινόμενα κακοδιοίκησης και διαφθοράς δεν είναι περισσότερος συγκεντρωτισμός και υποβάθμιση των βουλευτών. Ο βουλευτής – που είναι φορέας λαϊκής εντολής, ελεγκτής της εκτελεστικής εξουσίας και αυθεντικός εκφραστής της περιφέρειας – φορτώνεται αδίκως το στίγμα του φαυλοκράτη και κινδυνεύει να υποβιβαστεί σε μεταφορέα ήδη ειλημμένων αποφάσεων. Να ενημερώνεται εκ των υστέρων, να πειθαρχεί εκ των προτέρων και να περιορίζεται σε μια ολοένα μικρότερη πολιτική περίμετρο. Μια τέτοια εξέλιξη θα επιτείνει τα προβλήματα και δεν θα τα επιλύσει.

Συχνά ακούγεται το ένα αντεπιχείρημα: ότι οι εξωκοινοβουλευτικοί τεχνοκράτες υπουργοί δεν βαρύνονται από τη φθορά του παραδοσιακού βουλευτικού γραφείου, δεν έχουν περάσει από τη λογική της πελατειακής πίεσης και δεν έχουν οικοδομήσει την καριέρα τους πάνω σε μικροεξυπηρετήσεις. Ωστόσο, είναι τουλάχιστον άδικο να μετακυλίεται το ανάθεμα σε εκείνους που επιλέγουν οι πολίτες να τους εκπροσωπούν με την ψήφο τους, εντός ενός συστήματος που όλοι αποδοκιμάζουν, για να ασκούν μετά υπέρμετρη εξουσία οι μη εκλεγμένοι.

Κανείς βουλευτής δεν επιθυμεί να μετατρέπεται, από εθνικός νομοθέτης και ελεγκτής, σε διαχειριστή αιτημάτων και εξυπηρετήσεων. Η λύση δεν είναι η παράκαμψη της κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης από κλειστό κέντρο τεχνοκρατικής διαχείρισης, γιατί ούτε τόσο αποτελεσματική είναι σε περιόδους ομαλότητας, ούτε θεσμικά υπεύθυνη, ούτε βρίσκεται σε καθημερινή επαφή με τους πολίτες.

Αυτό που χρειάζεται είναι νέος ρόλος για τον βουλευτή. Να μην εκλαμβάνεται σαν (ρουσφετάκιας) γραφείο εξυπηρέτησης και μεσάζοντας. Να είναι ο βουλευτής ο φορέας της θεσμικής πίεσης, του κοινοβουλευτικού ελέγχου, της πολιτικής συνδιαμόρφωσης και της ουσιαστικής εκπροσώπησης της κοινωνίας, ιδίως της περιφέρειας. Ενας βουλευτής που δεν θα μετρά την επιρροή του από το πόσες υποθέσεις «διευκόλυνε», αλλά από το αν μπόρεσε να αλλάξει πολιτικές, να επιβάλει λογοδοσία και να φέρει τη φωνή της πραγματικής χώρας στο κέντρο λήψης των αποφάσεων.

Γιατί η ελληνική περιφέρεια δεν αποδυναμώνεται μόνο όταν χάνει υπουργικά χαρτοφυλάκια, προς όφελος του αθηνοκεντρικού κράτους. Αποδυναμώνεται, κυρίως, όταν χάνει τη θεσμική της δυνατότητα να επηρεάζει στη χάραξη πολιτικής, όταν δεν συμμετέχει ισότιμα στη διανομή του πλούτου, όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται όλο και πιο μακριά από τους ανθρώπους που γνωρίζουν το πεδίο, όταν η εμπειρία της πραγματικής παραγωγής, της τοπικής οικονομίας της περιφέρειας και της ζώσας κοινωνίας μετατρέπεται σε «δεδομένο» για επεξεργασία και όχι σε ζωντανό παράγοντα διαμόρφωσης της πολιτικής.

Η χώρα δεν χρειάζεται απλώς αλλαγές προσώπων. Ο Πρωθυπουργός μας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από το 2016 επιμένει στους θεσμούς. Σήμερα μπορούμε να επαναξιολογήσουμε από κοινού το επιτελικό κράτος, το οποίο μέχρι σήμερα αξιολογείται από τον εαυτό του, στη βάση ποσοτικών και όχι ποιοτικών δεικτών.

Χρειαζόμαστε, ως κόμμα και Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας, μια πιο αποκεντρωμένη και θεσμικά ισορροπημένη αρχιτεκτονική, με αυξημένη λογοδοσία. Με ισχυρά υπουργεία, με ενισχυμένο κοινοβουλευτικό έλεγχο, με πραγματική συμμετοχή της περιφέρειας, με σαφείς αρμοδιότητες και πραγματική πολιτική ευθύνη. Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από ένα κράτος όπου λίγοι αποφασίζουν για όλους, χωρίς να δίνουν άμεσα λόγο στον λαό. Εχει ανάγκη από ένα κράτος που συντονίζεται χωρίς να ασφυκτιά και κυβερνά χωρίς να αποκόπτεται από την κοινωνία των πολιτών.

Οι βουλευτές δεν υπάρχουν για να υπηρετούν το όποιο επιτελείο. Υπάρχουν για να υπερασπίζονται το εθνικό και λαϊκό συμφέρον, νομοθετώντας και ελέγχοντας την εκτελεστική εξουσία.

«Ο “επιτελικός” αυταρχισμός Μητσοτάκη απειλεί τη δημοκρατία»

Ο εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ, Κώστας Τσουκαλάς, αναφέρει σε δηλώσή του ότι:

Σε επιστολή τους η οποία δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Τα Νέα» οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας Αθανάσιος Ζεμπίλης, Ανδρέας Κατσανιώτης, Ξενοφών Μπαραλιάκος, Γιάννης Οικονόμου και Ιωάννης Παππάς ασκούν δριμεία κριτική στο επιτελικό κράτος αναφέροντας πως «γεννά ενίοτε ζητήματα θεσμικής ανισορροπίας που δεν συνάδουν με μια ώριμη κοινοβουλευτική δημοκρατία» και πως ο νόμος 4622/2019 για το επιτελικό κράτος στην πορεία προκάλεσε «υπερσυγκέντρωση εξουσιών σε μικρούς πυρήνες».

Όταν οι ίδιοι οι βουλευτές της πλειοψηφίας εγείρουν ζητήματα λειτουργίας της δημοκρατίας, όλοι αντιλαμβάνονται πως το κράτος δικαίου και η διάκριση των εξουσιών βρίσκονται σε κίνδυνο.

Ο «επιτελικός» αυταρχισμός Μητσοτάκη απειλεί τη δημοκρατία.

Μόνο το ΠΑΣΟΚ μπορεί να εγγυηθεί άμεσα μια δημοκρατική επανεκκίνηση δικαιοσύνης, λογοδοσίας και διαφάνειας απέναντι στην ορμπανοποιήση.

«Το σκάνδαλο των υποκλοπών αποτελεί το πιο τρανό παράδειγμα της αποτυχίας του αφηγήματος του “επιτελικού κράτους”»

«Η σημερινή παρέμβαση των Βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας στην Εφημερίδα “Τα Νέα”, καταδεικνύει αυτό που γνωρίζει η ελληνική κοινωνία: Το γεγονός οτι αρχιερέας της διαπλοκής, της διαφθοράς και της καχεκτικής δημοκρατίας είναι ο αρχιτέκτονας του επιτελικός κράτους, ο ίδιος ο Πρωθυπουργός» τονίζει ο εκπρόσωπος Τύπου της Νέας Αριστεράς Γιώργος Λυκοπάντης.

«Το σκάνδαλο των υποκλοπών αποτελεί το πιο τρανό παράδειγμα της αποτυχίας του αφηγήματος του “επιτελικού κράτους”. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης συγκέντρωσε στο γραφείο του τον πλήρη έλεγχο του μηχανισμού εξουσίας. Για αυτο και θα λογοδοτήσει στον ελληνικό λαό και στην δικαιοσύνη» καταλήγει.

Οικονόμου: Είναι ώρα να γίνουν θεσμικές αλλαγές

Ο Γιάννης Οικονόμου ένας εκ των πέντε βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας που υπογράφουν την ανοιχτή επιστολή για το επιτελικό κράτος σε δηλώσεις του σήμερα (28.4) στην ΕΡΤ αναφέρθηκε στο σκεπτικό πίσω από τη σύνταξη της επιστολής, τονίζοντας ότι ήρθε η ώρα «να εξισορροπήσουμε τη λειτουργία του επιτελικού κράτους με έναν πιο ενεργό ρόλο συμμετοχής των βουλευτών, της Βουλής και των υπουργείων».

Όπως σημείωσε ο κ. Οικονόμου στόχος είναι «να συμβάλλουμε στο δημόσιο διάλογο και να βρούμε τρόπους για να αναβαθμίσουμε τον ρόλο του βουλευτή στο πολιτικό μας σύστημα, χωρίς να απαξιώνουμε συλλήβδην τα θετικά βήματα που έχουν γίνει[…] Το βασικό είναι η βάση: τι βουλευτές θέλουμε, τι εργαλεία τους δίνουμε, τι ρόλο θέλουμε να παίξουν;».

Ο βουλευτής ανέφερε ακόμα μεταξύ άλλων ότι «είναι ώρα να γίνουν θεσμικές αλλαγές. Αλλά από τα κάτω προς τα πάνω ή από τα πάνω προς τα κάτω; Εμείς δεν ανατρέχουμε στο παρελθόν, ούτε αναπαράγουμε μοντέλα, ούτε κάνουμε αντιπολίτευση. Ευελπιστούμε να βοηθήσει διπλά και την κυβέρνηση και την παράταξη».