
Μια κρυφή διαρροή χημικών ενδέχεται να επιβραδύνει την ανάκαμψη του στρώματος του όζοντος, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη. Το Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ, που υπογράφηκε το 1987, θεωρείται μία από τις πιο επιτυχημένες διεθνείς περιβαλλοντικές συμφωνίες, καθώς οδήγησε στην παγκόσμια κατάργηση ουσιών που κατέστρεφαν τη στιβάδα του όζοντος και αύξαναν τον κίνδυνο για καρκίνο του δέρματος και άλλες ασθένειες.
Έρευνα του MIT είχε δείξει ότι η μείωση αυτών των ουσιών συνέβαλε στη σταδιακή αναδόμηση της στιβάδας, με εκτιμήσεις ότι θα μπορούσε να επανέλθει στα επίπεδα του 1980 έως το 2040. Ωστόσο, το Πρωτόκολλο περιλαμβάνει μια εξαίρεση, που επιτρέπει τη χρήση ορισμένων ουσιών ως πρώτες ύλες για την παραγωγή άλλων προϊόντων.
Η εξαίρεση αυτή στηρίχθηκε στην υπόθεση ότι μόλις το 0,5% των ουσιών θα διέφευγε στην ατμόσφαιρα. Πρόσφατα, όμως, οι μετρήσεις δείχνουν πως οι εκπομπές είναι υψηλότερες, γεγονός που προκαλεί ανησυχία για την πορεία ανάκαμψης του όζοντος.
Νέα μελέτη αποκαλύπτει καθυστέρηση στην αποκατάσταση
Μια διεθνής ομάδα ερευνητών, στην οποία συμμετέχουν επιστήμονες του MIT, εξέτασε πώς οι αυξημένες διαρροές επηρεάζουν τη διαδικασία αποκατάστασης. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι, αν οι εκπομπές συνεχιστούν στα τρέχοντα επίπεδα, η πλήρης ανάκαμψη του στρώματος του όζοντος μπορεί να καθυστερήσει κατά περίπου επτά χρόνια.
«Συνειδητοποιήσαμε τα τελευταία χρόνια ότι αυτές οι χημικές πρώτες ύλες αποτελούν ένα “σφάλμα” στο σύστημα», δηλώνει η Susan Solomon, καθηγήτρια Περιβαλλοντικών Μελετών και Χημείας στο MIT, η οποία είχε συμβάλει στον εντοπισμό της αιτίας της τρύπας του όζοντος. Όπως σημειώνει, «η παραγωγή ουσιών που καταστρέφουν το όζον έχει σχεδόν σταματήσει παγκοσμίως, εκτός από αυτή τη χρήση».
Οι βιομηχανικές πρώτες ύλες στο επίκεντρο
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature Communications, είναι η πρώτη που ποσοτικοποιεί πλήρως την επίδραση των εκπομπών από τις πρώτες ύλες. Οι ουσίες αυτές χρησιμοποιούνται κυρίως για την παραγωγή πλαστικών, αντικολλητικών επιστρώσεων και νέων χημικών που αντικαθιστούν εκείνα που έχουν ήδη περιοριστεί.
Σύμφωνα με τον Stefan Reimann, από τα Ελβετικά Ομοσπονδιακά Εργαστήρια Επιστήμης και Τεχνολογίας Υλικών, «αν θέλουμε το Πρωτόκολλο να παραμείνει επιτυχημένο, οι χώρες πρέπει να περιορίσουν τις εκπομπές από τις βιομηχανικές διαδικασίες». Η Solomon προσθέτει: «Για μένα, είναι το μόνο δίκαιο· γιατί να υπάρχει αυτή η εξαίρεση αν είναι επιζήμια;».
Από την τρύπα του όζοντος στην παγκόσμια δράση
Η ανησυχία για το όζον ξεκίνησε το 1985, όταν εντοπίστηκε τρύπα πάνω από την Ανταρκτική. Ένα χρόνο αργότερα, η Solomon και η ομάδα της επιβεβαίωσαν ότι η ζημιά οφειλόταν στους χλωροφθοράνθρακες (CFC), που χρησιμοποιούνταν σε ψυγεία, κλιματιστικά και αεροζόλ. Αυτή η ανακάλυψη οδήγησε στη σύναψη του Πρωτοκόλλου του Μόντρεαλ το 1987, με τη συμμετοχή 197 χωρών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η χρήση των CFC ως πρώτες ύλες είχε επιτραπεί επειδή θεωρούνταν ότι οι διαρροές ήταν ελάχιστες. Ωστόσο, νεότερα δεδομένα δείχνουν ότι αυτό δεν ισχύει πλέον.
Αυξημένα ποσοστά διαρροής και οι συνέπειες
Το παγκόσμιο δίκτυο AGAGE, στο οποίο συμμετέχουν οι Western και Reimann, κατέγραψε διαρροές έως και 3,6%, με ορισμένα χημικά να εμφανίζουν ακόμη μεγαλύτερα ποσοστά. Οι ερευνητές υπολόγισαν ότι, αν οι διαρροές παραμείνουν στα σημερινά επίπεδα, η ανάκαμψη του όζοντος θα μετατεθεί για το 2073, ενώ με μείωση στο 0,5% θα επιτευχθεί το 2066.
«Αυτή η εργασία στέλνει ένα σημαντικό μήνυμα ότι οι εκπομπές είναι πολύ υψηλές και πρέπει να μειωθούν», τονίζει ο Reimann. «Πρέπει είτε να σταματήσουμε τη χρήση αυτών των ουσιών, είτε να μειώσουμε τις διαρροές τους».
Νέες τεχνολογίες και πολιτική δράση
Η Solomon εκφράζει αισιοδοξία ότι η χημική βιομηχανία μπορεί να προσαρμοστεί, επισημαίνοντας ότι «υπάρχουν πολλοί καινοτόμοι που δημιουργούν νέα χημικά και εξετάζουν εναλλακτικές λύσεις». Παράλληλα, η πρόοδος στην παρακολούθηση των εκπομπών δείχνει πόσο έχει βελτιωθεί η κατάσταση σε άλλους τομείς.
«Μερικές φορές, το μόνο που χρειάζεται είναι να ευαισθητοποιηθεί ο κόσμος περισσότερο ώστε να βελτιωθούν κάποιες διαδικασίες», αναφέρει ο Western.
Παγκόσμια κινητοποίηση για την προστασία του όζοντος
Οι χώρες που συμμετέχουν στο Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ συνεδριάζουν ετησίως για να αντιμετωπίσουν νέες προκλήσεις, όπως οι εκπομπές από πρώτες ύλες. «Θέλαμε να κρούσουμε τον κώδωνα του κινδύνου ότι κάτι δεν πάει καλά εδώ», λέει ο Reimann, επισημαίνοντας ότι η μείωση των εκπομπών θα μπορούσε να αποτρέψει χιλιάδες περιπτώσεις καρκίνου του δέρματος.
Η μελέτη υποστηρίχθηκε από το Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών των ΗΠΑ (NSF), τη NASA, το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Γραφείο Περιβάλλοντος, το Ίδρυμα VoLo, το Συμβούλιο Έρευνας Φυσικού Περιβάλλοντος του Ηνωμένου Βασιλείου και το Πρόγραμμα Έρευνας και Ανάπτυξης της Μετεωρολογικής Υπηρεσίας της Κορέας.