Λέκκας για Κορινθιακό: Δεν μπορούμε να προβλέψουμε με ακρίβεια τον χρόνο εκδήλωσης ενός μεγάλου σεισμού

Για τον σεισμό στην Κρήτη και τα σενάρια περί ενδεχόμενου ισχυρού σεισμού στον Κορινθιακό Κόλπο μίλησε ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ, Ευθύμης Λέκκας, σε συνέντευξή του στην ΕΡΤ.

Αναφερόμενος στη δόνηση των 5,7 Ρίχτερ που καταγράφηκε νότια της Κρήτης, ο κ. Λέκκας εκτίμησε ότι η σεισμική δραστηριότητα φαίνεται να εκτονώνεται. Με βάση τα μέχρι στιγμής δεδομένα, όπως είπε, πρόκειται πιθανότατα για τον κύριο σεισμό.

Ο ίδιος εξήγησε ότι το περιορισμένο εύρος των επιπτώσεων οφείλεται στο γεγονός πως το επίκεντρο εντοπίστηκε στη θάλασσα. Επιπλέον, η κατεύθυνση του ρήγματος συνέβαλε ώστε η εκτόνωση της ενέργειας να κατευθυνθεί μακριά από κατοικημένες περιοχές.

Αναφορικά με τον Κορινθιακό Κόλπο, ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ επισήμανε ότι πρόκειται για περιοχή με έντονη σεισμική δραστηριότητα. Ωστόσο, όπως ξεκαθάρισε, δεν υπάρχει επιστημονική δυνατότητα ακριβούς πρόβλεψης του χρόνου εκδήλωσης ενός μεγάλου σεισμού.

Όπως τόνισε, ο Κορινθιακός αποτελεί μια ιδιαίτερα ενεργή τεκτονική περιοχή, η οποία εξελίσσεται γεωλογικά εδώ και εκατομμύρια χρόνια, κάτι που καθιστά δύσκολη οποιαδήποτε απλοϊκή προσέγγιση πρόγνωσης.

«Ο γεωλογικός χρόνος λειτουργεί με εντελώς διαφορετικούς ρυθμούς σε σχέση με τον ανθρώπινο», υπογράμμισε, εξηγώντας ότι τα διαστήματα επανάληψης ισχυρών σεισμών δεν μπορούν να περιοριστούν σε απλά χρονικά μοτίβα δεκαετιών.

Σύμφωνα με τον ίδιο, ένας μεγάλος σεισμός μπορεί να συμβεί έπειτα από εκατοντάδες ή ακόμη και χιλιάδες χρόνια, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα ακριβούς χρονικού προσδιορισμού.

Παράλληλα, υπενθύμισε ότι η περιοχή έχει δώσει στο παρελθόν ισχυρούς σεισμούς, όπως εκείνους στο Αίγιο και στις Αλκυονίδες, επισημαίνοντας ότι άλλο ζήτημα αποτελεί η επιστημονική παρακολούθηση και άλλο η βεβαιότητα για το πότε θα συμβεί ένα μεγάλο γεγονός.

Καταλήγοντας, υπογράμμισε ότι το βάρος δεν πρέπει να πέφτει σε χρονολογικές προβλέψεις, αλλά στη διαρκή θωράκιση της χώρας: στην ενίσχυση της αντοχής των κτιρίων και των υποδομών, στην ενημέρωση και εκπαίδευση των πολιτών, καθώς και στην ανάπτυξη σύγχρονων σχεδίων πολιτικής προστασίας που λαμβάνουν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής.