Επ’ ευκαιρία των 52 ετών από την πτώση της δικτατορίας στην Ελλάδα, η ελλαδική κριτική αναφέρεται και πάλι στο γνωστό πόνημα του Δρα Γιάννη Βασιλακάκου. Σε πρόσφατη κριτική του στο έγκυρο και δημοφιλές αθηναϊκό λογοτεχνικό περιοδικό “fractalart”, ο φιλόλογος Γιάννης Δ. Παπάνης εγκωμιάζει την ενδελεχή μελέτη του Βασιλακάκου, χαρακτηρίζοντάς την «υποδειγματικά αντικειμενική και τεκμηριωμένη […] εύληπτη, κατανοητή και γλαφυρή […] με ορθή επιλογή των αντιπροσωπευτικότερων κειμένων της τότε πεζογραφικής παραγωγής». Συμπεραίνοντας, κατατάσσει τον συγγραφέα του έργου «ανάμεσα στους κορυφαίους νεοελληνιστές, κριτικούς/δοκιμιογράφους, αλλά και λογοτέχνες της εποχής μας».

Αναφέρει συγκεκριμένα:
Έχει περάσει μισός περίπου αιώνας (52 χρόνια για την ακρίβεια) από την πτώση της χούντας των συνταγματαρχών στην πατρίδα μας και κοντεύαμε να ξεχάσουμε τις αλήστου μνήμης… “όμορφες μέρες” της εποχής εκείνης. Τότε, που τα πάντα «τα ‘σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά». Η διπλή σκλαβιά, του πνεύματος από τη μια και του σώματος από την άλλη, για αρκετούς συνανθρώπους μας που βασανίζονταν στα μπουντρούμια της ΕΑΤ-ΕΣΑ και τα ξερονήσια. Και, ξαφνικά, έρχεται ο γνωστός νεοελληνιστής της διασποράς και πανεπιστημιακός δάσκαλος από τη μακρινή Αυστραλία Γιάννης Βασιλακάκος για να ταράξει τα βαλτωμένα νερά, με ένα βιβλίο συλλογικής μνήμης υπό τον τίτλο: «Η αντιστασιακή πεζογραφία της επταετίας (1967-1974)», από τις εκδόσεις Οδυσσέας.
Πρόκειται για μια κριτική μελέτη της πεζογραφίας εκείνης της εποχής η οποία, ανάμεσα στα άλλα, έχει ένα κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα: την αντίσταση κάποιων συνειδητοποιημένων πνευματικών ανθρώπων απέναντι στην καταπίεση και την ανάλγητη λογοκρισία κάθε πνευματικής εκδήλωσης, η οποία δεν ταυτιζόταν με τα «πιστεύω» της στρατιωτικής χούντας.
Κι ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων του πνεύματος είχε επιλέξει τη διαμαρτυρία μέσω μιας εκκωφαντικής “σιωπής”, ένα και μόνο καταγγελτικό μανιφέστο του μοναδικού έως τότε νομπελίστα μας ποιητή Γ. Σεφέρη αρκούσε, προκειμένου να αναγκάσει τη χούντα να άρει την πρακτική της προληπτικής λογοκρισίας και να την αντικαταστήσει με το δήθεν πιο… φιλελεύθερο μέτρο της προσωπικής ευθύνης των δημοσιεύσεων!
Και όμως, από τότε (1969) αρχίζει δειλά-δειλά να διαφαίνεται μια αχτίδα ελευθερίας και ένας αμητός αρκετά τολμηρής αντιστασιακής γραφής και δημοσίευσης, που ξεκινά με την έκδοση των «Δεκαοχτώ Κειμένων». Την έκδοση υπέγραφαν επώνυμοι συγγραφείς διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων, όπως οι: Θανάσης Βαλτινός, Στρατής Τσίρκας, Θ. Φραγκόπουλος και ο ίδιος ο Σεφέρης, με το βαθύτατα αλληγορικό και καταγγελτικό ποίημα του, σε ελεύθερο στίχο, «Οι γάτες του Άϊ Νικόλα» ως προμετωπίδα της έκδοσης. (Το γεγονός ότι το ποίημα του Γ. Σεφέρη δεν περιλαμβάνεται και δεν αναλύεται στην μελέτη αυτή του Βασιλακάκου, οφείλεται προφανώς στο ότι το βιβλίο περιέχει μόνο πεζογραφήματα και όχι ποίηση, θα μπορούσε ωστόσο να είχε γίνει κάποια εξαίρεση και να είχε συμπεριληφθεί σε παράρτημα).
Βέβαια, ο λόγος των συγγραφέων των «Δεκαοχτώ Κειμένων», όπως εύστοχα παρατηρεί ο Βασιλακάκος, είναι βαθύτατα υπαινικτικός και οι υποθέσεις και η δράση των ηρώων των διαφόρων διηγημάτων διαδραματίζονται σε ανύπαρκτες χώρες της Λατινικής Αμερικής (με συμβολικά ονόματα (π.χ. Βολιγουάη, όπως διαβάζουμε στα διηγήματα «Ελ Προκοραδόρ» του Θ.Φραγκόπουλου ή στο διήγημα «Ο υποψήφιος» του Ρόδη Ρούφου, καθώς και στο διήγημα «Αλλαξοκαιριά» του Σ. Τσίρκα), όπου ανθούσαν ανάλογες στρατιωτικές δικτατορίες.
Οι διάφοροι συγγραφείς χρησιμοποιούν ευρύτατα την αλληγορία, τις μεταφορές, την παραμόρφωση του χώρου και του χρόνου και άλλες ποικίλες μορφές “μεταμφίεσης”, για να αποφεύγουν την τσιμπίδα της λογοκρισίας, παρωδώντας παράλληλα τους δικτάτορες και τις πρακτικές τους. Όταν δε η δράση σε κάποια διηγήματα τοποθετείται και εξελίσσεται στην στρατοκρατούμενη Ελλάδα (όπως στο διήγημα της Καίης Τσιτσέλη «Ο μικρός διάλογος») τότε, καθώς διαπιστώνει ο Βασιλακάκος, οι συγγραφείς αναγκάζονται να χρησιμοποιούν κατά κόρον τις τεχνικές της σιωπηλής επικοινωνίας μεταξύ των προσώπων, των αλλεπάλληλων αλληγοριών, των υπαινικτικών χειρονομιών και του διαρκούς συμβολισμού, για να αποφεύγουν, όσον είναι δυνατόν, τις κακοτοπιές και τις επαπειλούμενες διώξεις.
Δεν διαφεύγει βέβαια της προσοχής του μελετητή, το πικρόχολο χιούμορ, που εμφανίζεται στα «Δεκαοχτώ Κείμενα», το οποίο το ταυτίζει με το σατιρικο-καρναβαλικό παραδοσιακό χιούμορ των Ελλήνων, που σπάει …κόκαλα. Εξού και θεωρεί ότι το εμβληματικότερο διήγημα των «Δεκαοχτώ Κειμένων» είναι «Ο γύψος» του Θ. Βαλτινού, το οποίο αντί να θεραπεύει τα κατάγματα, στην προκειμένη περίπτωση φιμώνει και τελικά πνίγει τον ασθενή! (Όσοι έζησαν αυτές τις εποχές, θα θυμούνται ότι τα εξυπνότερα ανέκδοτα που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα, δημιουργήθηκαν ακριβώς εκείνη την περίοδο, με χαρακτηριστικότερο αυτό για έναν σκύλο. Ο τελευταίος, μόλις τον έβγαλε βόλτα το αφεντικό του, άρχισε να τρέχει, να τρέχει, μέχρι που έφτασε έως τα σύνορα της χώρας. Μόλις δε τα πέρασε, άρχισε να… γαυγίζει ελεύθερα, και κατόπιν επέστρεψε πίσω εμφανώς… ανακουφισμένος!).
«Το γενικότερο συμπέρασμα, όπως πολύ ορθά παρατηρεί ο Βασιλακάκος, είναι ότι τα «Δεκαοχτώ Κείμενα», με την καινοτόμα και αναστοχαστική γραφή τους, πέτυχαν να ταράξουν τα λιμνάζοντα ύδατα στον κόσμο της διανόησης, ταρακουνώντας παράλληλα τη γενικότερη αδιαφορία και τον κυνισμό του λαού της τότε εποχής (1967-1974)». Γι’ αυτό μπορεί να μην αποτελούν «λογοτεχνικά διαμάντια», αλλά διακρίνονται κυρίως για την τόλμη των συγγραφέων τους, την ευρηματικότητά τους και τους εύστροφους τρόπους που υιοθετούν προκειμένου να παραπλανήσουν τη λογοκρισία και να προσελκύσουν το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού». Ο οτρηρός μελετητής της εν λόγω έκδοσης τεκμηριώνει πάντα και πειστικά τις απόψεις του για την ποιότητα των διηγημάτων των «Δεκαοχτώ Κειμένων», παραθέτοντας πληθώρα παραπομπών από μια πλειάδα μελετητών και κριτικών της λογοτεχνίας οι οποίοι ασχολήθηκαν με το ίδιο θέμα, ενώ καταθέτει και μια πλουσιότατη βιβλιογραφία που ακολουθεί τα επί μέρους κεφάλαια του πονήματός του.
Τα δύο επόμενα κεφάλαια της μελέτης του Βασιλακάκου αναφέρονται σε δύο άλλους καταξιωμένους αντιστασιακούς λογοτέχνες εκείνης της εποχής, τον Βασίλη Βασιλικό και τον Αντώνη Σαμαράκη. Συμπτωματικά, και οι δυο τους έγραψαν δύο αριστουργηματικά έργα διαμαρτυρίας, πριν από την εγκαθίδρυση της δικτατορίας. Πρόκειται για το πασίγνωστο και πολυδιαβασμένο έργο του Βασιλικού «Ζ», το οποίο αναφέρεται στην πολιτική δολοφονία του ειρηνιστή Γρηγόρη Λαμπράκη (που γυρίστηκε και ταινία από τον Κώστα Γαβρά) και το εξίσου πασίγνωστο πολιτικό μυθιστόρημα του Αντώνη Σαμαράκη «Το λάθος» (που και αυτό μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, διαβάστηκε από χιλιάδες αναγνώστες στην Ελλάδα και το εξωτερικό, κι έγινε ταινία).
Σημειωτέον ότι ο Βασιλικός, κατά την κήρυξη της δικτατορίας στην Ελλάδα, είχε βρεθεί συμπτωματικά στο εξωτερικό κι εκεί ανέπτυξε αντιστασιακή δράση, παράλληλα με την έκδοση διαφόρων λογοτεχνικών έργων, όπως το διήγημα «Καφενείον ‘Εμιγκρέκ’» και άλλα διηγήματα και νουβέλες, όπως λ.χ. «Το ψαροντούφεκο». Όπως σημειώνει ο Βασιλακάκος, «Έκδηλη προτεραιότητα του Β. Βασιλικού ήταν η […] προβολή και ανάδειξη της κοινωνικοπολιτικής επικαιρότητας των ελληνικών ζητημάτων […] και λιγότερο η όποια “λογοτεχνικότητα”, αρτιότητα και ποιότητα των έργων του».
Στην περίπτωση του Σαμαράκη (ο οποίος μετά την έκδοση του “προφητικού” μυθιστορήματός του «Το λάθος» [1965], παραμένει στην Ελλάδα κι εκδίδει κατά τη διάρκεια της χούντας τα «επικίνδυνα», κατά τον Ανδρέα Καραντώνη, διηγήματα «Το διαβατήριο», «Η τελευταία ζαβολιά» και το «Μάθημα ανατομίας») ο Βασιλακάκος διεισδύει στην πεμπτουσία του νοήματος της διηγηματογραφίας του, με τα βαθύτατα πολιτικά και ανθρωπιστικά μηνύματά του. Τεκμηριώνει δε τη θέση του με την παράθεση απόψεων κριτικών, όπως των: Σαχίνη, Μουλλά, Καραντώνη και άλλων, οι οποίοι εξαίρουν την αδιαμφισβήτητη τιμιότητα ενός ανθρώπου και συγγραφέα ο οποίος δεν ποδηγετείται από ιδεολογίες, ούτε είναι στρατευμένος λογοτέχνης.
Ακολουθούν δύο άλλες εμβληματικές μορφές αντιστασιακών συγγραφέων εκείνης της εποχής, αυτές του Μάριου Χάκκα και του Φώντα Κονδύλη. Για τον πρώτο (ο οποίος απεβίωσε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας σε ηλικία μόλις 40 ετών), ο Βασιλακάκος φρονεί ότι τα έργα του αποτελούν μια ιδιότυπη διαμαρτυρία κατά της χούντας, η δε αξία τους έγκειται: «στην παραδοξότητα, στον άναρχο χαρακτήρα γραφής, στην αποσπασματικότητα, στις αντινομίες και παλινωδίες, στη διαλείπουσα αφηγηματικότητα και στο δυσδιάκριτο ανάμεσα στη λογοτεχνία και την αυτοβιογραφία». Και καταλήγει, ισχυριζόμενος ότι το έργο του ίσως να έχει υπερεκτιμηθεί, «εξαιτίας του πρόωρου θανάτου του και των συγκυριών υπό τις οποίες επήλθε αυτός». Πάντως, ο Βασιλακάκος θεωρεί ότι ο Χάκκας [μαζί με τον Νίκο Καχτίτση] «υπήρξαν μοναχικές, ιδιότυπες και μάλλον περιθωριακές μορφές [αλλά] και μείζονες πρόδρομοι του μεταμοντερνισμού στην ελληνική πεζογραφία».
Για τον δεύτερο (τον Κονδύλη), με το μυθιστόρημά του «Η έξωση», που έχει ως θέμα τον μιλιταρισμό ως στάση ζωής και αντίστασης, ο Βασιλακάκος επισημαίνει χαρακτηριστικά: «Ο συγγραφέας με το προσωπικό του ύφος συχνά καθηλώνει και συγκινεί τον αναγνώστη, ενώ συγχρόνως προβληματίζει με τα ηθικά διλήμματα που θέτει», διερωτώμενος εάν, τελικά, το έργο του είναι ένα ηρωικό ή αντιηρωικό μυθιστόρημα.
Τέλος ο Βασιλακάκος, στη υπό εξέταση μελέτη του, κάνει μια εκτενή αναφορά στον εξαίρετο και καταξιωμένο αντιστασιακό μυθιστοριογράφο Δημήτρη Χατζή και στο «Διπλό βιβλίο» του. Ωστόσο, παρόλο που στο εισαγωγικό του σημείωμα ο συγγραφέας εξηγεί αναλυτικά τους λόγους για τους οποίους συμπεριέλαβε στη μελέτη του αυτή το συγκεκριμένο βιβλίο του Χατζή, το οποίο εκδόθηκε δύο χρόνια μετά την πτώση της δικτατορίας, προσωπικά φρονώ ότι ο συγκεκριμένος συγγραφέας και το «Διπλό βιβλίο» του δεν έχει θέση στη μελέτη αυτή. Διότι, μολονότι πρόκειται όντως για έναν εξαίρετο αντιστασιακό λογοτέχνη της ελληνικής διασποράς του τότε «Ανατολικού μπλοκ», η αντιστασιακή του δράση τοποθετείται σε παλαιότερες εποχές, κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκτός αυτού, μετά την αναγκαστική «αυτοεξορία» του, δεν επέδειξε καμία αντιστασιακή δράση, ούτε κάποια σχετικά δημοσιεύματα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Άλλωστε, ούτως ή άλλως, ζούσε σε χώρες του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», κι εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσε (ίσως και να μην ήθελε) να έχει καμία επαφή με την Ελλάδα και τη λογοτεχνική της παραγωγή.
Εν κατακλείδι: Η γενικότερη εκτίμησή μου, αναφορικά με το εν λόγω πόνημα του Γιάννη Βασιλακάκου, είναι θετικότατη. Ζώντας ο συγγραφέας μακριά από την Ελλάδα, και παρά τις συχνές του επισκέψεις στην πατρίδα, μέσα από αντίξοες συνθήκες και δυσκολίες πληροφόρησης, κατάφερε, ύστερα από μακροχρόνια έρευνα πλήθους πηγών και δημοσιευμάτων, να παρουσιάσει μια υποδειγματικά αντικειμενική και τεκμηριωμένη κριτική μελέτη της αντιστασιακής πεζογραφικής παραγωγής της επταετίας 1967-1974. Και μάλιστα με έναν τρόπο καθ’ όλα εύληπτο, κατανοητό και γλαφυρό για τους αναγνώστες του. Με μια ιδιαίτερα αντικειμενική κι εύστοχη κριτική ματιά, αλλά και με ορθή επιλογή των αντιπροσωπευτικότερων κειμένων τής υπό εξέταση περιόδου, καταδεικνύει την πραγματική αξία της τότε πεζογραφικής παραγωγής. Πολύ περισσότερο όταν η τελευταία ήταν αντιστρόφως ανάλογη προς τις επικρατούσες συνθήκες διαρκούς αστυνόμευσης και άμεσης ή έμμεσης καταπίεσης και περιορισμών στην ελεύθερη έκφραση των λογοτεχνών μας. Γι’ αυτό και πολύ ορθά επισημαίνει ότι: «Η όποια αξία της εν λόγω πεζογραφίας της συγκεκριμένης περιόδου έγκειται, ίσως, στο ότι επιχείρησε να κάνει μια τομή στα κακώς κείμενα του νεοελληνικού γίγνεσθαι (εθνικού, πολιτικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, αξιακού, υπαρξιακού κ.λπ.)».
Και μόνο μια σύντομη ματιά στο τέλους του εν λόγω βιβλίου του Γιάννη Βασιλακάκου, αναφορικά με την εκδοτική παραγωγή του των τελευταίων 52 ετών, αρκεί για να τον κατατάξει ανάμεσα στους κορυφαίους νεοελληνιστές (πανεπιστημιακούς δασκάλους), κριτικούς/δοκιμιογράφους, αλλά και λογοτέχνες της εποχής μας.
*Ο Γιάννης Δ. Παπάνης είναι φιλόλογος, συγγραφέας, και πρώην Σύμβουλος
Εκπαίδευσης. Διετέλεσε, παλαιότερα, Σύμβουλος Εκπαίδευσης Ελληνοπαίδων
Εξωτερικού στην Ελληνική Πρεσβεία της Αυστραλίας (Καμπέρα), Συντονιστής των
Συμβούλων Εκπαίδευσης Αυστραλίας, καθώς και Μορφωτικός Ακόλουθος επί 4 χρόνια.
The post Μια υποδειγματικά αντικειμενική και τεκμηριωμένη κριτική μελέτη της αντιστασιακής πεζογραφίας της επταετίας (1967-1974) appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.