Κάπως έτσι, τις στροφές, τις σελίδες, τις σιωπές της χαρμολύπης μας, τη βιοπάλη μας, τις συντροφεύει και τις γιατρεύει.
Μα και με τη σκηνική της παρουσία, στο πάλκο, η εμβληματική Μαρινέλλα, καθώς τις γεμίζει, τις εμπεριέχει μα και τις γρατζουνάει, νιώθει κάθε γωνιά και κύκλο, γλυκόλαλα, με λυρισμό και ρυθμό, και τις αναδεικνύει.
Με τις μελωδίες της, που πολλοί δημιουργοί του λαϊκού τραγουδιού εδώ και δεκαετίες της χάρισαν, της έδωσαν τη συχνότητα, την πυξίδα της ανάμνησης, εξακτινώνει τις μικρές και μεγάλες μας στιγμές.
Μας προσφέρει, δηλαδή, μια κατάθεση ψυχής, με την ερμηνευτική της δυνατότητα και τη φωνή της, με άνεση και βάθος.
Κάπως έτσι τη φαντάζομαι: είτε βρίσκει το φεγγάρι του μήνα, είτε ένα άλλο σαββατόβραδο που χάθηκε, είτε ανοίγει η πέτρα της απουσίας.
Κάπου εκεί θα είναι και η Μαρινέλλα, με τα τραγούδια της, σαν βγαλμένη από μια παράγραφο και μια σκηνή — μια στιγμή ζωής.
Πόσο κρατάει ένα τραγούδι; Τρία, πέντε λεπτά. Κι όμως, η πορεία του, η ένταση, η επίγευση — στίχος, μελωδία, ερμηνεία — έχουν διάρκεια, ανοίγουν δρόμους και χρόνους να περάσουν και να διαβούν.
Σταλιά σταλιά, λοιπόν, η μελωδία τρέχει και βρίσκει παραλήπτη. Με ή χωρίς λίγο κρασί, λίγο θάλασσα, σε αυτόν τον ουρανό τον όπου γης, μας κοιτάζει στα μάτια, έτσι, για να ξεγυμνωθούμε.
Και συνεχίζουν οι νότες· η φωνή της συντροφεύει το τώρα, την αγάπη που δεν πληγώθηκε, αλλά και το αύριό μας που θα ‘ρθει.
Τίποτε, στην τελική στροφή αυτού του ταξιδιού ζωής, ούτε ύστερα ούτε σε οποιοδήποτε «τώρα», δεν χάνεται, δεν παλιώνει από τη ζωή και τον χρόνο. Γιατί η αγάπη, που όλα τα υπομένει και όλα τα ελπίζει, ρίχνει το φως της σε κάθε οικουμένη, στο κέντρο και στα σύνορα των αισθήσεών μας. Είναι το κάτι άλλο — σαν το άρρητο, το αδιαπραγμάτευτο, ένα ακαριαίο κύμα και κάδρο συγκινήσεων. Το ρεσιτάλ των συγκινήσεων δεν έχει τέλος.
Ακόμη και τότε που είχε έρθει στη Μελβούρνη για παραστάσεις, σχεδόν πριν από 20 χρόνια, τη θυμάμαι ως ακροατής — τρεις φορές συνολικά έχει εμφανιστεί στη δεύτερη πατρίδα των τραγουδιών. Η αύρα και η χροιά των ερμηνειών της ηχούν ακόμη, μέχρι το τώρα, στο χωροχρόνο των στιγμών. Τραγούδια που έρχονται μόνα τους, στο τσακ…
Και η γη επιμένει, με αυτόν τον τρόπο, να γυρίζει ζωές και τροχιές μας. Ό,τι άντεξε και αντέχει στον χρόνο είναι μια ζωγραφιά, μια αύρα στην καρδιά, όπου το λουλούδι, οι πίκρες και οι χαρές, οι απουσίες, θα ανθοφορούν — ως χρώμα, ως ένταση, μα και ως μυρωδιά από λόγια και εικόνες.
Θα είναι κάπως σαν ένα ρεσιτάλ που δεν έκλεισε μόνο με χειροκροτήματα και ανάμνηση. Προφανώς έχει και πολλές άλλες παραστάσεις να δώσει — σε έναν άλλο χώρο και χρόνο, σε ένα άλλο διάζωμα…
The post Να παίζει το τρανζίστορ, ρεσιτάλ ζωης… appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.