Πολιτικό αδιέξοδο χωρίς εκτόνωση

opekepe-ktirio

Toν περασμένο Αύγουστο είχα γράψει σε αυτή εδώ τη στήλη ότι αργά ή γρήγορα θα έχουμε έναν καβγά ανάμεσα στην κυβέρνηση και στους δικαστές της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, που είναι φυσικά Ελληνες.

Έγραφα τότε πως η κυβέρνηση βασίζει τη δημοκοπική υπεροχή της μόνο σε ένα δεδομένο: στο γεγονός ότι δεν υπάρχει αντιπολίτευση έτοιμη να τη διαδεχτεί. Σημείωνα ότι η κυβέρνηση δύσκολα θα αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση με τους δικαστές, αν οι έρευνες από τη μεριά τους συνεχιστούν και ότι οι παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δημιουργούν στα στελέχη της αμηχανία αλλά και φόβο, μήπως ακόμα δεν έχουμε δει τα χειρότερα. Ο,τι ακολούθησε σημαίνει πως τα χειρότερα ήρθαν.

Αυτά τα χειρότερα, που σχετίζονται με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ αλλά και με φήμες πως υπάρχουν κι άλλα που αφορούν τα κοινοτικά κονδύλια και έρχονται σιγά σιγά, είναι ο μεγάλος πονοκέφαλος της κυβέρνησης γιατί προκαλούν και άλλα πολλά παράλληλα προβλήματα. Βουλευτές παραιτούνται, υπουργοί ξαφνικά ελέγχονται, το Μαξίμου χάνει κόσμο και το Υπουργικό Συμβούλιο μοιάζει χωρίς μέλλον. Η άμυνα της κυβέρνησης δεν μπορεί παρά να είναι η δαιμονοποίηση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και ο πρώτος που την ξεκίνησε είναι ο Αδωνις Γεωργιάδης, που καταλαβαίνει πως σε ένα κυρίως επικοινωνιακό μπλέξιμο απαντάς επικοινωνιακά. Αλλά το μπλέξιμο είναι μπλέξιμο. Οχι επικοινωνιακό. Πρακτικό.

Τον Αύγουστο έγραφα ότι μέσα στο κατακαλόκαιρο, για πρώτη φορά μετά το 2019, η κατακερματισμένη αντιπολίτευση μοιάζει ξαφνικά να έχει σύμμαχο τον χρόνο και ότι πρέπει να δούμε αν και πώς θα τον αξιοποιήσει. Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ πήρε νέες διαστάσεις, το κλίμα γίνεται για την κυβέρνηση όλο και χειρότερο, αλλά η αντιπολίτευση δύσκολα μοιάζει να κερδίζει κάτι. Φουντώνει απλά η γενικότερη δυσπιστία απέναντι στο πολιτικό σύστημα.

Αν οι δικαστικές διαδικασίες τρέξουν χωρίς να υπάρξουν καταδίκες, ένα μέρος του κόσμου θα μιλάει για «κουκούλωμα». Αν καταδίκες υπάρξουν οι επόμενες εκλογές θα γίνουν με σύνθημα να φύγουν οι κλέφτες και να ‘ρθουν οι έντιμοι κτλ: όποτε αυτό έχει συμβεί ακολουθούν χειρότερα καθώς χάνεται κάθε πιθανότητα για μεγάλες συνεργασίες, τομές, μεταρρυθμίσεις κι ό,τι άλλο έχει ανάγκη ο τόπος. Ωστόσο όπως βλέπω εγώ το πράγμα, μεγαλύτερο πρόβλημα και από την πολιτική τοξικότητα η οποία μας περιμένει είναι ότι ακόμα και οι εκλογές δεν δείχνουν ικανές να επαναφέρουν ηρεμία στη χώρα – στοιχείο απαραίτητο για μια κάποια λογική διακυβέρνηση. Τι θα συμβεί δηλαδή με τις εκλογές; Θα σταματήσουν οι έρευνες; Θα πνιγούν οι δικογραφίες; Θα σταματήσουν να κατηγορούνται άνθρωποι με βάση τηλεφωνικές υποκλοπές και συζητήσεις τρίτων; Δεν μοιάζει πιθανό.

Αυτό που εγώ βλέπω αυτή τη στιγμή είναι πολλά αδύναμα κόμματα. Η ΝΔ στην καλύτερη των περιπτώσεων (και χάρη στη συσπείρωση της παραδοσιακής εκλογικής της βάσης) μπορεί στις επόμενες εκλογές να πάρει ένα 30% – σήμερα μοιάζει υπερβολικό. Το ΠΑΣΟΚ και ο Αλέξης Τσίπρας θα παλέψουν για τη δεύτερη θέση, αλλά χωρίς να βρουν ένα πεδίο σοβαρής συναίνεσης δεν έχουν σοβαρή κυβερνητική προοπτική. Το κλίμα που πάει να δημιουργηθεί θα φουσκώσει τους εκπροσώπους του «αντισυστημισμού» που όμως μοιάζουν ευχαριστημένοι με καταγγελίες, κοινοβουλευτικά και εξωκοινοβουλετικά σόου. Η απόλυτη ρευστότητα ως σκηνικό της επόμενης ημέρας απλά θα μεγαλώσει τη δημοφιλία των δικαστών: δεν αποκλείω να έχουμε και καθόδους τους στην πολιτική σκηνή – δεν το χαρακτηρίζω ως καλό ή κακό.

Το καλοκαίρι φαινόταν τι θα ακολουθήσει. Τώρα δεν φαίνεται τίποτα. Κι αν σε αυτό προσθέσεις και το διεθνές σκοτάδι που προκαλούν δύο πόλεμοι κι ένας πλανητάρχης που αλλάζει τρεις γνώμες την ημέρα, τα χειρότερα είναι αδύνατον να τα μαντέψεις…