
Στην Ελλάδα του σήμερα, πολλοί άνθρωποι που ανήκουν στις τάξεις της αποκαλούμενης «τρίτης ηλικίας» παραμένουν τόσο ενεργοί που δύσκολα θα τους χαρακτήριζε κανείς απόμαχους ή άτομα που χρήζουν βοηθείας. Για όσους και όσες, όμως, καταφέρνουν να περάσουν το κατώφλι της «τέταρτης ηλικίας», τα πράγματα αλλάζουν συνήθως γρήγορα και προς το χειρότερο. Η ζωή δε πολλών εξ αυτών εκτυλίσσεται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, πίσω από πόρτες σπιτιών και διαδρόμους ιδρυμάτων.
Με δεδομένο ότι η κρατική μέριμνα για αυτή την κοινωνική ομάδα παραμένει ελλιπέστατη, αποσπασματική ή και ανύπαρκτη σε κρίσιμους τομείς, το βάρος της φροντίδας μεταφέρεται σχεδόν ολοκληρωτικά στα νεότερα μέλη των οικογενειών τους ή άλλους στενούς συγγενείς. Κι αυτοί, με τη σειρά τους, καλούνται να διαχειριστούν μια απαιτητική κατάσταση χωρίς επαρκή στήριξη – και, κυρίως, παράλληλα με τα δικά τους σοβαρά καθημερινά προβλήματα.
Η εικόνα είναι γνώριμη: άνθρωποι που κάποτε στάθηκαν πυλώνες για τους δικούς τους σήμερα να εξαρτώνται πλήρως από άλλους. Και κάπου ανάμεσα στην αγάπη, την ενοχή και την εξάντληση, οι οικογένειες καλούνται να λάβουν δύσκολες αποφάσεις και να αυτοσχεδιάσουν. Φτάνοντας τελικά να επιλέξουν, αναγκαστικά σε μεγάλο βαθμό, ανάμεσα σε τέσσερα βασικά μοντέλα που κυριαρχούν σε αυτές τις περιπτώσεις.
Μεταφορά και διαμονή των ηλικιωμένων σε οίκους ευγηρίας
Η πρώτη και πιο αναγνωρίσιμη επιλογή είναι η μεταφορά του ηλικιωμένου σε οίκο ευγηρίας – δημόσιο ή ιδιωτικό. Οι δημόσιες δομές, όμως, είναι ελάχιστες και αδυνατούν να καλύψουν τη ζήτηση. Επί της ουσίας, πρόκειται μόνο ελάχιστα «κρεβάτια» σε όλη την επικράτεια, σε ιδρύματα χρόνιων πασχόντων, όπου μάλιστα η προτεραιότητα αφορά ανθρώπους με αναπηρίες και όχι απαραίτητα ηλικιωμένους. Οι λίστες αναμονής είναι μεγάλες και οι θέσεις περιορισμένες.
Ετσι, οι περισσότερες οικογένειες στρέφονται αναγκαστικά στον ιδιωτικό τομέα. Εκεί όπου το κόστος φιλοξενίας αποτελεί συχνά έναν ανυπέρβλητο φραγμό, καθώς ξεπερνά κατά πολύ τη μέση σύνταξη του ηλικιωμένου, ενώ φτάνει ή και ξεπερνά το ύψος του μέσου μισθού στην Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι τα παιδιά ή οι συγγενείς καλούνται να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη, σε μια περίοδο μάλιστα που και οι ίδιοι αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες.
Πέρα από το οικονομικό βάρος, βεβαίως, υπάρχει και το συναισθηματικό – ειδικά καθώς αυτό το μοντέλο μοιάζει «ξένο» στις παραδόσεις της Ελλάδας. Η απόφαση να φύγει ένας άνθρωπος από το σπίτι του δεν είναι ποτέ εύκολη. Για πολλούς, το σπίτι τους είναι η ταυτότητά τους: οι μνήμες, οι συνήθειες, οι μικρές καθημερινές λεπτομέρειες που δίνουν νόημα στη ζωή τους. Γι’ αυτό και η επιλογή του γηροκομείου βιώνεται συχνά ως έσχατη λύση, που σηματοδοτεί μια βαθιά αλλαγή.
Η μαρτυρία της κυρίας Αγγελικής, 78 ετών, είναι χαρακτηριστική: «Τα δύο μου παιδιά ζουν εδώ και χρόνια στο εξωτερικό. Εγώ ούτε μπορούσα, όμως ούτε και ήθελα να τους ακολουθήσω. Από τότε που έχασα τον σύζυγό μου ζούσα μόνη. Από κοινού με τα παιδιά μου αποφασίσαμε να έρθω εδώ, γιατί έχω ανάγκες που παρατηρώ πως δεν μπορώ να εξυπηρετήσω μόνη μου όσο περνούν τα χρόνια. Η σύνταξή μου δεν επαρκεί για τη φιλοξενία μου, γι’ αυτό τα δύο παιδιά μου δίνουν ένα ποσό επιπλέον κάθε μήνα ώστε να καλύπτεται το μηνιαίο αντίτιμο του γηροκομείου».
Η αφήγησή της, αν και χωρίς δραματοποιήσεις, αποτυπώνει μια απόφαση λογική, αλλά όχι χωρίς συναισθηματικό κόστος. Πολύ περισσότερο καθώς, κατά καιρούς, έρχονται στην επιφάνεια περιστατικά κακομεταχείρισης ηλικιωμένων σε τέτοιου είδους ιδρύματα, αποκαλύπτοντας συνθήκες που απέχουν πολύ από την αξιοπρεπή διαβίωση που θα όφειλαν να εξασφαλίζουν. Από παραμέληση και ανεπαρκή υγειονομική φροντίδα μέχρι ψυχολογική πίεση ή ακόμη και λεκτική και σωματική κακοποίηση, οι καταγγελίες αυτές αναδεικνύουν τα κενά στην εποπτεία και τον έλεγχο των δομών.
Φυσικά, δεν είναι όλα τα ιδρύματα ίδια, ούτε λείπουν οι περιπτώσεις επαγγελματισμού και πραγματικού ενδιαφέροντος. Ωστόσο, η ύπαρξη έστω και λίγων τέτοιων περιστατικών αρκεί για να καλλιεργήσει φόβο και καχυποψία, που εντείνουν τη δεδομένη συναισθηματική φόρτιση του «ξεσπιτώματος».
Παραμονή στο σπίτι με επαγγελματική βοήθεια
Σε αυτή την περίπτωση, επιχειρείται να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στη δεδομένη ανάγκη αυξημένης και καθημερινής φροντίδας και την επιθυμία παραμονής στο οικείο περιβάλλον. Το συγκεκριμένο μοντέλο προϋποθέτει την πρόσληψη επαγγελματιών φροντιστών που αναλαμβάνουν τη συστηματική υποστήριξη των ηλικιωμένων στο σπίτι τους – είτε ως «εσωτερικοί/ -ές» είτε για πολλές ώρες σε καθημερινή βάση.
Ο κλάδος αυτός έχει γνωρίσει σημαντική ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια. Αποκλειστικές νοσοκόμες, οικιακές βοηθοί και φροντιστές παρέχουν υπηρεσίες που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα αναγκών: προσωπική υγιεινή, μαγείρεμα, καθαριότητα, διαχείριση φαρμάκων, ψώνια, ακόμη και απλή συντροφιά. Για πολλούς ηλικιωμένους, πρόκειται για την ιδανική λύση, καθώς τους επιτρέπει να παραμείνουν στο γνώριμο περιβάλλον τους. Για τις οικογένειες, προσφέρει μια μορφή ανακούφισης, χωρίς να συνεπάγεται αποχωρισμό.
Και εδώ, ωστόσο, το κόστος είναι ιδιαιτέρως υψηλό. Επί της ουσίας – ειδικά εφόσον παρέχεται η απαιτούμενη ασφαλιστική κάλυψη – είναι αντίστοιχο με εκείνο των ιδρυμάτων – οίκων ευγηρίας. Ετσι, η επιλογή αυτή παραμένει προσιτή κυρίως σε οικογένειες με σχετική οικονομική άνεση – ή αναγκάζει αυτές που δεν την έχουν να υποβληθούν σε σημαντικές θυσίες.
Η Παρασκευή Π., 57 ετών, περιγράφει χαρακτηριστικά: «Οταν η άνοια της μητέρας μου άρχισε να εξελίσσεται ραγδαία, ο γιατρός μας συνέστησε να μην αλλάξει περιβάλλον, γιατί η κατάστασή της θα επιδεινωθεί. Μη θέλοντας, λοιπόν, να την απομακρύνω από το σπίτι της, προσέλαβα μια γυναίκα η οποία τη φροντίζει για τέσσερις φορές την εβδομάδα και τις υπόλοιπες την αναλαμβάνω εγώ. Ευτυχώς μπορούμε οικονομικά να αντεπεξέλθουμε σε αυτό το έξοδο, αλλιώς δεν ξέρω πώς θα το αντιμετωπίζαμε».
Πίσω, όμως, από τη φράση «ευτυχώς μπορούμε» κρύβεται μια σκληρή αλήθεια: ότι πολλοί (και ολοένα περισσότεροι) δεν μπορούν…
Φροντιστής η οικογένεια
Το τρίτο μοντέλο είναι ίσως το πιο απαιτητικό και, ταυτόχρονα, το πιο φορτισμένο συναισθηματικά. Σε αυτή την περίπτωση, η φροντίδα των ηλικιωμένων αναλαμβάνεται αποκλειστικά από τα παιδιά ή τους συγγενείς, είτε στο πατρικό είτε στο δικό τους σπιτικό. Πρόκειται για μια επιλογή που, αν και συχνά πηγάζει από βαθιά αγάπη και αίσθημα ευθύνης, αρκετές φορές όμως είναι αποτέλεσμα οικονομικής αδυναμίας. Ειδικά στην περίπτωση της μετακόμισης, αυτό που κυριαρχεί είναι το «να βάλουμε και τη σύνταξη στον προϋπολογισμό και θα τα βγάζουμε πέρα κάπως καλύτερα».
Το σίγουρο είναι πως εδώ το κόστος έγκειται πρωτίστως στη ριζική μεταβολή της καθημερινότητας των φροντιστών. Οι διαθέσιμοι ζωτικοί χώροι συρρικνώνονται, τα σπίτια μετατρέπονται σε χώρους φροντίδας ηλικιωμένων ή και νοσηλευτήρια, οι ώρες γεμίζουν με υποχρεώσεις, όπως υγιεινή, προετοιμασία (ενίοτε ειδικού) φαγητού, ιατρικές επισκέψεις, διαχείριση φαρμάκων. Η ψυχική και σωματική επιβάρυνση είναι μεγάλη. Πολλοί φροντιστές αναγκάζονται να περιορίσουν την εργασία τους ή ακόμη και να την εγκαταλείψουν. Η προσωπική ζωή περιορίζεται δραματικά, η κοινωνική απομόνωση αυξάνεται, οι οικογενειακές ισορροπίες φτάνουν στα όριά τους και δοκιμάζονται. Η Κωνσταντίνα Αθ. περιγράφει: «Στη δική μας οικογένεια, δεν υπήρχε καν η σκέψη να πάμε τους γονείς μας σε γηροκομείο. Για περίπου 15 χρόνια είχαμε τον πατέρα μου στο πατρικό μου, με βαριά νευρολογική πάθηση, επιμερίζοντας τη φροντίδα του μεταξύ μας – εγώ, η μικρότερη αδερφή μου και η μητέρα μου. Σήμερα, που ο πατέρας μου έχει αποβιώσει, ακολουθώ το ίδιο μοντέλο και με τη μητέρα μου, που έχει σοβαρά προβλήματα υγείας». Η αφήγησή της φωτίζει μια λιγότερο ορατή πλευρά: την αντοχή. Αλλά και το τίμημα αυτής της αντοχής.
Η σιωπηλή εγκατάλειψη
Οφείλουμε να παραδεχτούμε, τέλος, ότι υπάρχει και ένα ακόμη πιο σκληρό, αδιανόητο για πολλούς, μοντέλο: εκείνο της εγκατάλειψης. Συναντάται δε σε ανθρώπους της «τέταρτης ηλικίας» που ζουν μόνοι, χωρίς φροντίδα, χωρίς υποστήριξη. Ανθρωποι που είτε δεν έχουν συγγενείς είτε έχουν συγγενείς που αδυνατούν – ή δεν επιθυμούν – να τους βοηθήσουν. Ενίοτε δε γίνεται γνωστό όταν οι ειδήσεις φέρνουν στην επιφάνεια τραγωδίες: Ηλικιωμένοι που βρέθηκαν νεκροί ύστερα από μέρες στο σπίτι τους, χωρίς προηγουμένως να έχουν λείψει σε κανέναν. Ή κάποιοι που απανθρακώθηκαν επειδή ξέχασαν να σβήσουν μια σόμπα ή ένα μάτι στην κουζίνα.
Σε αυτές ειδικά τις περιπτώσεις, η απουσία της κρατικής μέριμνας και παρέμβασης γίνεται εκκωφαντική. Για του λόγου το αληθές, το – σημαντικό θεωρητικά – πρόγραμμα «Βοήθεια στο Σπίτι» δεν επαρκεί για να καλύψει όχι απλώς τις πραγματικές, αλλά ούτε τις στοιχειώδεις ανάγκες. Οι επισκέψεις είναι περιορισμένες, λίγες ώρες κάθε εβδομάδα στην καλύτερη περίπτωση, ενώ οι πόροι ανεπαρκείς. Η καθημερινότητα, λοιπόν, για αυτούς τους εγκαταλελειμμένους συνανθρώπους μας είναι εξαιρετικά δύσκολη: μοναξιά, ανασφάλεια, συχνά και κίνδυνος για την υγεία τους. Και όμως, αυτή η πραγματικότητα παραμένει σε μεγάλο βαθμό αόρατη. Δεν προκαλεί τίτλους. Δεν κινητοποιεί άμεσα αντανακλαστικά. Αλλά υπάρχει – και διευρύνεται.