υποκλοπές: Η απόφαση πρόκληση – ∆εν ανασύρεται από το αρχείο η δικογραφία

«Μένω άφωνος». Με αυτές τις δύο λέξεις σχολίασε ο τέως πρόεδρος της Αρχής Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών και πρώην αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Χρήστος Ράμμος, την απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, να μην ανασύρει από το αρχείο τη δικογραφία για την υπόθεση των υποκλοπών με το παράνομο λογισμικό Predator, προκειμένου να ερευνηθεί το αδίκημα της κατασκοπείας. Επρόκειτο για το αίτημα του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που καταδίκασε τους Ταλ Ντίλιαν, Σάρα Χάμου, Φέλιξ Μπίτζιο και Γιάννη Λαβράνο.

Αυτές οι δύο λέξεις συνοψίζουν την πρώτη αντίδραση του νομικού και του πολιτικού κόσμου στο άκουσμα της είδησης ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αρνείται να ερευνηθεί η αποστολή του παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού στο μισό Υπουργικό Συμβούλιο, ανάμεσά τους τούς τότε υπουργούς Εξωτερικών και Προστασίας του Πολίτη, Νίκο Δένδια και Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, καθώς και την ηγεσία της Ελληνικής Αστυνομίας και των Ενόπλων Δυνάμεων.

Η ίδια η αποστολή των «μολυσμένων» sms έχει επιβεβαιωθεί από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Και η χθεσινή εισαγγελική κίνηση προκαλεί νέα ερωτήματα που έχουν να κάνουν πλέον και με τη θωράκιση των δημοκρατικών θεσμών.  Αξιοσημείωτο είναι ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου χειρίστηκε ο ίδιος την υπόθεση και δεν την ανέθεσε σε αντεισαγγελέα, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος υπηρετούσε ως εισαγγελέας της ΕΥΠ στο επίδικο διάστημα και είναι αυτός που υπέγραψε για την παρακολούθηση του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη. Ο Κωνσταντίνος Τζαβέλλας είχε προσέλθει, μάλιστα, ως μάρτυρας στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής για τις παρακολουθήσεις το 2022, οπότε και είχε αρνηθεί να απαντήσει σε ερωτήματα επικαλούμενος το απόρρητο. Η απόφασή του να μην αυτοεξαιρεθεί σχολιάστηκε από τον νομικό κόσμο ως παραβίαση ενός προφανούς ασυμβίβαστου.

Ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση προκάλεσε η καταγγελία του δικηγόρου των θυμάτων του Predator, Ζαχαρία Κεσσέ, ότι τρεις μέρες πριν από την έκδοση της εισαγγελικής πράξης, είχε ζητήσει αρμοδίως από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου να ενημερωθεί για το ποιος χειρίζεται την υπόθεση προκειμένου, όπως τους έκανε γνωστό, να του εγχειρίσει νέο αποδεικτικό υλικό αλλά και πέντε νέες μηνύσεις θυμάτων.

Σε κάθε περίπτωση, η άρνηση της ανώτατης Δικαιοσύνης να προχωρήσει σε έρευνα συνδέθηκε πολιτικά με τις πρόσφατες δηλώσεις του επικεφαλής Intelexa, Ταλ Ντίλιαν, ο οποίος επιμένει πως το λογισμικό του χρησιμοποιείται αποκλειστικά από κρατικές υπηρεσίες, ενώ άφησε ευθείες αιχμές για την κυβέρνηση και τον Κυριάκο Μητσοτάκη, μνημονεύοντας το σκάνδαλο του Γουότεργκεϊτ και την έκπτωση του Ρίτσαρντ Νίξον.

Η χθεσινή εξέλιξη της υπόθεσης, όπως και οι καθυστερήσεις, οδηγούν σε παραγραφή των περισσότερων αδικημάτων που συνδέονται με τη χρήση του παράνομου λογισμικού. Πολιτικά μιλώντας, όμως, δεν παραγράφονται τα ερωτήματα, τα συμπεράσματα και οι προκλήσεις για το σύνολο του δημοκρατικού κόσμου.

Αντεπίθεση από το ΠΑΣΟΚ με Εξεταστική και μάρτυρα τον Ντίλιαν

Σε ιδιαίτερα σκληρό τόνο τόσο απέναντι στην ηγεσία της Δικαιοσύνης όσο και απέναντι στην κυβέρνηση, ο Νίκος Ανδρουλάκης περιέγραψε επί της ουσίας την απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να μη βγάλει από το αρχείο την υπόθεση των υποκλοπών ως προϊόν διαπραγμάτευσης μεταξύ του Μεγάρου Μαξίμου και του καταδικασθέντος για την υπόθεση Predator, Ταλ Ντίλιαν. «Η απόφαση προσέβαλε και υπονόμευσε το κύρος της ίδιας της Δικαιοσύνης», σχολίασε ο πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, κάνοντας λόγο για «παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις του Μεγάρου Μαξίμου με έναν απόστρατο αξιωματικό που εκβιάζει δημοσίως τον Πρωθυπουργό».

Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ άφησε και υπονοούμενα για το ενδεχόμενο επόμενο βήμα αυτής της διαπραγμάτευσης, αναφερόμενος σε πιθανή αλλαγή του ποινικού κώδικα ώστε η ποινή του Ντίλιαν, που έχει καταδικαστεί πρωτόδικα, να γίνει εξαγοράσιμη. «Πλέον δεν μας εκπλήσσει τίποτα από ένα βαθιά διεφθαρμένο σύστημα εξουσίας και από έναν Πρωθυπουργό που όσο μένει Πρωθυπουργός διαβρώνει τους θεσμούς για να παραμείνει στην εξουσία». Ο Ανδρουλάκης στόχευσε και τον ίδιο τον Κυριάκο Μητσοτάκη, κάνοντας λόγο για «εκτροπή» και περιγράφοντάς τον ως «επικίνδυνο», που πρέπει να φύγει «για να αναπνεύσει η χώρα, για να αναπνεύσει η δημοκρατία»: «Γνωρίζω πάρα πολύ καλά ότι είναι ικανός για όλα. Και επειδή το γνωρίζω καλά, θα κάνω ό,τι μπορώ για να φύγει», τόνισε.

Ως προς τις επόμενες κινήσεις του ΠΑΣΟΚ, ο Ανδρουλάκης κάλεσε σε ενεργοποίηση την κοινωνία των πολιτών και την τοπική αυτοδιοίκηση και προανήγγειλε συνεννόηση με τα υπόλοιπα προοδευτικά κόμματα για την κατάθεση πρότασης σύστασης Εξεταστικής Επιτροπής, στην οποία επιδιώκει να καλέσει ως μάρτυρα και τον Ντίλιαν. Μιλώντας σε δημοσιογράφους μετά το τέλος της συνέντευξης Τύπου για την κατάθεση πρότασης δυσπιστίας, ο Ανδρουλάκης τόνισε ότι αυτό είναι ένα εργαλείο που χρησιμοποιείται μια φορά το εξάμηνο και όταν υπάρχει ένα γεγονός. Περιέγραψε ως ένα τέτοιο γεγονός την πιθανότητα η κυβέρνηση αλλάξει τον ποινικό κώδικα για να μην πάει φυλακή ο Ντίλιαν. Στο πλαίσιο της συνέντευξης Τύπου, ο νομικός Ζαχαρίας Κεσσές έκανε λόγο για έξι πρόσωπα, που θέλουν να καταθέσουν καινούργιες μηνύσεις για την υπόθεση του Predator και δεν έχουν εμφανιστεί μέχρι στιγμής, μεταξύ των οποίων δεν αποκλείεται να υπάρχουν και πολιτικά πρόσωπα.

«Επικίνδυνος είναι αυτός που αμφισβητεί τη Δικαιοσύνη και την καταγγέλλει με σφοδρότητα, τροφοδοτώντας ακόμα περισσότερες επιθέσεις από τον “βούρκο” του Διαδικτύου και, μάλιστα, προσωπικά σε βάρος του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου», απάντησε ο Παύλος Μαρινάκης, η κυβέρνηση ωστόσο δέχεται και τα πυρά των υπολοίπων κομμάτων της αντιπολίτευσης. «Ας έχουν ωστόσο γνώση οι ενδιαφερόμενοι: ό,τι εύκολα μπαίνει στο αρχείο, το ίδιο εύκολα βγαίνει από το αρχείο», ανέφερε και ο Αλέξης Τσίπρας.

Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δεν είδε νεότερα στοιχεία…

«Είμαστε στο ίδιο έργο θεατές, βλέποντας να παραμένει στο αρχείο ο φάκελος των τηλεφωνικών υποκλοπών, να μη λαμβάνονται υπόψη τα νέα στοιχεία που ήρθαν στο φως μετά την αποκαλυπτική διαδικασία στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο και να επιχειρείται να γραφτεί για δεύτερη φορά ο επίλογος σε μια υπόθεση που αφορά τη λειτουργία των θεσμών και της ίδιας της δημοκρατίας». Με τα λόγια αυτά, νομικοί, χωρίς να κρύβουν την έκπληξή τους, σχολίαζαν την είδηση ότι παρά τα νέα στοιχεία που προέκυψαν στη διάρκεια της πολύμηνης και ενδελεχούς δίκης η πόρτα της Δικαιοσύνης έμεινε για δεύτερη φορά ερμητικά κλειστή τόσο για την έρευνα του αδικήματος της κατασκοπείας όσο και για την πιθανή σύνδεση της ΕΥΠ με το κακόβουλο λογισμικό Predator.

Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, με μια πολυσέλιδη διάταξή του αφού μελέτησε την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας, έκρινε ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανασυρθεί από το αρχείο η επίμαχη δικογραφία, επικαλούμενος «οιονεί δεδικασμένο». Οπως επισημαίνεται, η επανεξέταση μιας ήδη αρχειοθετημένης υπόθεσης επιτρέπεται μόνο όταν προκύψουν «ουσιώδη νέα στοιχεία» και, κατά την κρίση του, «η συνεχής εμπλοκή της Δικαιοσύνης σε έναν ατέρμονο κύκλο πανομοιότυπων ερευνών, χωρίς ουσιαστικό λόγο, παρακωλύει και καθυστερεί την απονομή της».

Υπό αυτό το πρίσμα, η υπόθεση παραμένει επί της ουσίας στο «συρτάρι» της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ενώ την ίδια ώρα, όπως επισημαίνουν νομικοί, πληθαίνουν τα ερωτήματα που πυροδοτούν έντονη πολιτική αντιπαράθεση ανεβάζοντας στο κόκκινο το… θερμόμετρο.

Και το αδίκημα της κατασκοπείας

Στο πολυσέλιδο σκεπτικό της Εισαγγελίας, που έρχεται σε πλήρη αντίστιξη με το σκεπτικό της δικαστικής απόφασης (πρόεδρος Νίκος Ασκιανάκης και εισαγγελέας Δημήτρης Παυλίδης), προσπερνώνται όλα τα νέα στοιχεία ακόμα και για το αδίκημα της κατασκοπείας.

Σύμφωνα με τον εισαγγελέα, η δικαστική απόφαση «πιθανολογεί, ανεπιβεβαίωτα», παρά την ιδιότητα ορισμένων εξ αυτών (υπουργοί, αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ., αρχηγός ΓΕΕΘΑ) που χειρίζονταν καίρια χαρτοφυλάκια, με κρατικά απόρρητα και μυστικές πληροφορίες, ότι στα κινητά τους τηλέφωνα ήταν αποθηκευμένα κρίσιμα και απόρρητα στοιχεία, καθώς ποτέ αυτά δεν ανιχνεύτηκαν και δεν εξετάστηκαν.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί σε πολλούς νομικούς το γεγονός ότι ο εισαγγελέας για να ξεπεράσει τον «σκόπελο» της κατασκοπείας επικαλείται ονομαστικά τον Λάκη Λαζόπουλο και τον Μένιο Φουρθιώτη από τη λίστα των στόχων του Predator, για να καταλήξει στην άποψη ότι «επ’ ουδενί δεν θα μπορούσαν να αποτελούν στόχο κατασκόπων» και ότι «δεν στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη της κατασκοπείας».

Ούτε όμως για τη διερεύνηση του σκέλους της υπόθεσης του μολυσμένου μηνύματος με αποδέκτη τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Νίκο Ανδρουλάκη ο ανώτατος εισαγγελέας έκρινε ότι τα στοιχεία ήταν αρκετά για να ξεκινήσει νέα έρευνα. Και σε αυτή την περίπτωση, κατά την κρίση του, όσα προέκυψαν στη διάρκεια της πολύμηνης δίκης συνιστούν μόνο ασθενέστατες ενδείξεις.

Δέχεται βέβαια ότι τα δεδομένα από την κίνηση του λογαριασμού της προπληρωμένης κάρτας του Αιμίλιου Κοσμίδη συνιστούν «μεν νεότερα πραγματικά περιστατικά, πλην όμως, από τη συνεκτίμηση και την αξιολόγησή τους, εξακολουθεί να παραμένει αδύνατη η ταυτοποίηση του προσώπου του άγνωστου κατόχου και χρήστη της κάρτας». Και μάλιστα επισημαίνει ότι καμία θετική συμβολή στην έρευνα της υπόθεσης δεν μπορεί να έχει η επίκληση της φιλικής σχέσης του κατόχου της προπληρωμένης κάρτας με τον υπάλληλο καταστήματος κινητής τηλεφωνίας, ο οποίος φέρεται να είχε σχέσεις με την ΕΥΠ.

Αξίζει να σημειωθεί, τέλος, πως κατά τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ο συνάδελφός του Αχιλλέας Ζήσης, ο οποίος διενήργησε τον πρώτο κύκλο των ερευνών, «διέλαβε κάθε πιθανό εμπλεκόμενο αυτουργό ή συμμέτοχο», καταλήγοντας ότι προκύπτουν ενδείξεις μόνο για τους τέσσερις ιδιώτες επιχειρηματίες. Και ως εκ τούτου εκτιμάται ότι δεν πρέπει να ανοίξει ο κύκλος της έρευνας για τα εννέα νέα πρόσωπα που προέκυψαν στη διάρκεια της δίκης, ώστε να διαπιστωθεί εάν πρέπει να δικαστούν ως συμμέτοχοι των ήδη καταδικασθέντων σε πρώτο βαθμό επιχειρηματιών.