
Ο γενικός διευθυντής της Ryanair, Μάικλ Ο’Λίρι, δήλωσε ότι τα αεροσκάφη δεν αναμένεται να αντιμετωπίσουν ελλείψεις κηροζίνης τον Μάιο στην Ευρώπη, ωστόσο η κατάσταση για τον Ιούνιο παραμένει αβέβαιη, σύμφωνα με δηλώσεις του σε Ιταλούς δημοσιογράφους.
«Προς το παρόν, οι πετρελαϊκές εταιρείες λένε ότι δεν υπάρχει κίνδυνος για τον ανεφοδιασμό τον Μάιο, αλλά για τον Ιούνιο δεν είμαστε σίγουροι», ανέφερε ο Ο’Λίρι, σύμφωνα με την εφημερίδα Il Sole 24 Ore.
Ο ίδιος απέδωσε την αβεβαιότητα στις γεωπολιτικές εντάσεις, σημειώνοντας: «Όσο συνεχίζεται ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και ο Τραμπ εξακολουθεί να τον διαχειρίζεται τόσο άσχημα, οι τιμές των καυσίμων θα παραμείνουν αναγκαστικά υψηλές. Κινδυνεύει το 10-20% του ανεφοδιασμού μας σε καύσιμα».
Υπό φυσιολογικές συνθήκες, η Ευρώπη εισάγει περίπου τη μισή ποσότητα κηροζίνης που χρησιμοποιεί από χώρες του Κόλπου. Οι εκτιμήσεις διίστανται σχετικά με το αν η Ασία και, σε μικρότερο βαθμό, η Ευρώπη μπορούν να διατηρήσουν επαρκή αποθέματα ώστε να αποφευχθούν ακυρώσεις πτήσεων.
«Η ζήτηση για ταξίδια ήταν πολύ μεγάλη» την περίοδο του Πάσχα, δήλωσε ο Ο’Λίρι στην εφημερίδα Corriere della Sera. «Παρατηρούμε κάμψη των τιμών αυτή τη στιγμή για τον Ιούνιο, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο (…) Πιστεύουμε ότι ο κόσμος διστάζει να κάνει κράτηση», εξήγησε.
Ο επικεφαλής της Ryanair πρόσθεσε ότι σε περίπτωση ακύρωσης πτήσης λόγω έλλειψης καυσίμων, «πρόκειται σαφώς για μια έκτακτη συνθήκη: ο επιβάτης επομένως δεν δικαιούται αποζημίωση».
Η Βρετανία θεωρείται η χώρα που κινδυνεύει περισσότερο με ακυρώσεις, καθώς ανεφοδιάζεται εν μέρει από το Κουβέιτ, το οποίο έχει επηρεαστεί από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.
Σύμφωνα με τον Ο’Λίρι, ο πόλεμος έχει ήδη κοστίσει στη Ryanair περίπου 50 εκατομμύρια δολάρια μόνο για τον μήνα Απρίλιο. Εάν συνεχιστεί και η τιμή του πετρελαίου φτάσει στα 150 δολάρια το βαρέλι, «δυο-τρεις ευρωπαϊκές αεροπορικές εταιρείες μπορεί να πτωχεύσουν τον Οκτώβριο ή τον Νοέμβριο, όπως η Wizz Air (…) και η Air Baltic».
«Είναι καλό για τη δική μας δραστηριότητα, επειδή θα υπάρχει μικρότερος ανταγωνισμός», κατέληξε ο Ο’Λίρι.