Ακόμη και οι καουμπόισσες (μας) μελαγχολούν

Οταν μία αγαλλίαση μοιράζεται την ίδια μέρα με ένα ψυχοπλάκωμα, δεν υποχωρεί η χαρά ούτε θεριεύει η λύπη. Απλώς στέκονται εκεί, πλάι πλάι, για να μας θυμίζουν ότι αυτό ακριβώς είναι η ζωή. Χώμα μαζί με αστερόσκονη. Λάμψη και λάσπη. Αυτό συνέβη και την Κυριακή το βράδυ, ξημέρωμα Δευτέρας. Με τη χαρά για την κατάκτηση του πανευρωπαϊκού τροπαίου από τον μπασκετικό Ολυμπιακό ακόμη ξέφρενη, οριακά είχαν έρθει τα μέσα μας στα ίσια τους μετά τους πανηγυρισμούς. Και τότε έσκασε η είδηση.

Πέθανε η Γωγώ Μαστροκώστα. Ναι, το ξέραμε, αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας, τις τελευταίες μέρες ήταν σε κώμα. Αλλά πώς είναι δυνατόν να πέθανε; Πεθαίνουν οι αμαζόνες; Πεθαίνουν οι καουμπόισσες; Διότι αυτό ήταν η Γωγώ. Μια καουμπόισσα που μπήκε στη ζωή μας καλπάζοντας πάνω στο άτι μιας εποχής αστραφτερής, της πιο αστραφτερής ίσως από τη δημιουργία του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Ηταν τότε, στην αρχή της δεκαετίας του 1990, που ανακαλύψαμε το «γκλάμουρ»· ως λέξη και ως έννοια. Η χώρα έμοιαζε ότι άλλαζε επίπεδο. Κι εμείς νομίζαμε ότι ήμασταν πιο όμορφοι, πιο αστραφτεροί, πιο σέξι, πιο πλούσιοι, πιο κοσμοπολίτες απ’ όσο ήμασταν στην πραγματικότητα.

Και τότε ήρθε η Γωγώ. Με το διαβατήριο της «τηλεοπτικής γυμνάστριας». Πολύ γρήγορα όμως ξεπέρασε αυτή την ετικέτα όπως και κάθε ετικέτα που της έβαλαν ή έβαλε η ίδια στον εαυτό της – μοντέλο, τραγουδίστρια, ηθοποιός, παρουσιάστρια. Η Γωγώ ήταν η Γωγώ. Υπεράνω ιδιότητας. Ενα κορίτσι, απόλυτο δημιούργημα της εποχής του. Ηταν η πιο όμορφη; Δεν νομίζω. Ηταν η πιο σέξι; Υπήρχαν κι άλλες εξίσου ερωτικές. Τι το διαφορετικό είχε λοιπόν που την έκανε είδωλο; Πολλά· και πρώτα απ’ όλα ότι ήταν γήινη. Την εποχή των «ουράνιων» τοπ μόντελ, η Γωγώ έμοιαζε με «καρπό της γης», έδινε την εντύπωση ότι στις φλέβες της δεν έτρεχε αίμα αλλά χυμός ροδάκινο. Κι επίσης έδινε με κάποιον τρόπο την εντύπωση ότι «αυτοτρολαριζόταν», όπως θα λέγαμε σήμερα. Οτι, κατά βάθος, δεν έπαιρνε στα σοβαρά την ομορφιά και το σεξαπίλ της. Αποδραματοποίησε το sexiness σε μια εποχή που ήταν ταυτισμένο με συνοφρυωμένες εκφράσεις και θυμωμένα βλέμματα. Ακόμη κι αν έπρεπε, για τις ανάγκες μιας φωτογράφισης, να πάρει τέτοιο ύφος, είχες την εντύπωση ότι από μέσα της γελούσε – και όσοι τη γνώριζαν έλεγαν ότι έτσι ακριβώς ήταν. Ενα κορίτσι που σε παρέσυρε με το κέφι και το γέλιο της.

Οι παλαιότεροι είχαν ειδικές εκφράσεις για γυναίκες σαν τη Γωγώ. Στον δρόμο τούς φώναζαν «Γεια σου, τσολιά μου» και τραγουδούσαν «Ενας κορίτσαρος, σωστός γενίτσαρος». Εκείνη όμως είχε και κάτι «βουγιουκλακικό». Αγέρωχη καουμπόισσα και «αστείο κορίτσι» συγχρόνως. Ακόμη και οι καουμπόισσες όμως μας μελαγχολούν, για να παραφράσω τον τίτλο του μυθιστορήματος του Τομ Ρόμπινς.

Το πένθος δεν ταιριάζει στη Γωγώ

Η Γωγώ Μαστροκώστα ήταν sex symbol και η απόλυτη ερωτική φαντασίωση. Σαν να ασφυκτιούσε όμως μέσα σε αυτή την ιδιότητα, σαν να ήθελε κάτι άλλο – τουλάχιστον έτσι φαινόταν σε μένα. Στην εποχή της απόλυτης ακμής της παντρεύτηκε έναν από το «πλήρωμα» του θρυλικού πειρατικού, τον Τραϊανό Δέλλα. Εμεινε έγκυος, γέννησε, το παραμύθι έμοιαζε να συνεχίζει σε ένα περιβάλλον οικογενειακής ευτυχίας. Η ζωή, όμως, είναι αυτό που συμβαίνει όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, γράφει σε ένα μυθιστόρημά του ο Σαμ Σέπαρντ. Η καουμπόισσα της χαράς αρρώστησε. Το πάλεψε με γενναιότητα. Δίπλα της ο άνδρας της και η κόρη της. Και αναρωτιέμαι αν εμείς που δεν την ξέραμε αναρωτηθήκαμε πώς είναι δυνατόν να έφυγε από τη ζωή αυτό το φτιαγμένο από χυμό ροδάκινο κορίτσι, πώς θα αισθάνθηκε η οικογένειά της.

«Η Γωγώ Μαστροκώστα πήρε μαζί της την εποχή της χαράς» και άλλα τέτοια διαβάζω από χθες στο Διαδίκτυο. Τίποτα δεν πήρε. Τα άφησε όλα εδώ. Τα μπικίνι της, τις φωτογραφίες της, το χαμόγελό της, τη χαρά της· για να μας θυμίζουν ότι ο θάνατος δεν γοητεύεται από τίποτα.