
Αποφυλακίστηκε την Πέμπτη (21/5), ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, ο άνθρωπος που καταδικάστηκε ως ο αρχηγός της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Νοέμβρη, με το ψευδώνυμο «Λάμπρος».
Η αποφυλάκισή του έγινε μετά από απόφαση του Συμβουλίου Εφετών, έπειτα από 24 χρόνια κράτησης, καθώς είχε συλληφθεί το καλοκαίρι του 2002 στους Λειψούς. Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, η αποφυλάκιση συνοδεύεται από περιοριστικούς όρους: απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, υποχρέωση εμφάνισης μία φορά τον μήνα στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής του και δήλωση μόνιμης κατοικίας.
Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος είχε καταδικαστεί σε 17 φορές ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη για ηθική αυτουργία σε 17 δολοφονίες, εκρήξεις, ληστείες και συμμετοχή στη 17 Νοέμβρη.
Ποιος είναι ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος
Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, γεννημένος στο Παρίσι το 1944, είναι Έλληνας τρομοκράτης και ιδρυτικό στέλεχος της οργάνωσης 17 Νοέμβρη, γνωστός με το ψευδώνυμο «Λάμπρος». Έχει καταδικαστεί σε 17 φορές ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη για ηθική αυτουργία σε δεκαεπτά δολοφονίες, εκρήξεις και ληστείες, κατηγορίες τις οποίες ο ίδιος αρνείται.
Γιος του Δημήτρη Γιωτόπουλου, επιφανούς στελέχους του τροτσκιστικού κινήματος και ηγέτη του ρεύματος του Αρχειομαρξισμού, και της Ζωής Μεταξά, ο Γιωτόπουλος μεγάλωσε στο Χαλάνδρι. Το 1962 επέστρεψε στο Παρίσι, όπου σπούδασε μαθηματικά και οικονομικά, ολοκληρώνοντας με επιτυχία τις σπουδές του.
Κατά τη διάρκεια της κράτησής του, πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στα Θεμελιώδη Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Paris 7 και το 2021 ανακηρύχθηκε διδάκτωρ Μαθηματικών από το Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Το διδακτορικό του, εκπονημένο εξ ολοκλήρου εντός των φυλακών, αφορούσε τις εξισώσεις Navier-Stokes χωρίς κατακόρυφο ιξώδες και περιλάμβανε μελέτη σε χώρους Besov.
Πολιτική δράση και αντιδικτατορική δραστηριότητα
Ο Γιωτόπουλος υπήρξε μέλος της ΕΔΑ και, μετά την εγκαθίδρυση της Χούντας των Συνταγματαρχών, συμμετείχε στην οργάνωση 29 Μάη και αργότερα στη Λαϊκή Επαναστατική Αντίσταση (ΛΕΑ), της οποίας υπήρξε ιδρυτικό στέλεχος. Το 1968 φέρεται να ταξίδεψε στην Κούβα μαζί με άλλους Έλληνες και Ευρωπαίους για εκπαίδευση στο αντάρτικο πόλης, ύστερα από συστάσεις του Μιχάλη Ράπτη («Μισέλ Πάμπλο»).
Το 1971 καταδικάστηκε ερήμην από το ειδικό δικαστήριο Θεσσαλονίκης σε πέντε χρόνια φυλάκιση βάσει του νόμου 509. Ένα χρόνο αργότερα, στις 29 Αυγούστου 1972, συμμετείχε σε βομβιστική ενέργεια στο υπόγειο της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα, για την οποία την ευθύνη ανέλαβε η ΛΕΑ. Από τότε χρησιμοποιούσε το όνομα «Μιχάλης Οικονόμου» μέχρι τη σύλληψή του το 2002.
Μετά την πτώση της Χούντας, επέστρεψε στην Αθήνα και εργάστηκε ως μεταφραστής γαλλικών κειμένων. Διέμενε στον Βύρωνα και στους Λειψούς μαζί με τη σύντροφό του, Μαρί Τερέζ Πεϊνό. Σήμερα κρατείται σε ειδική πτέρυγα των φυλακών Κορυδαλλού.
Η σύλληψη του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου
Στις 17 Ιουλίου 2002 συνελήφθη από την αντιτρομοκρατική υπηρεσία στους Λειψούς. Του αποδόθηκαν κατηγορίες για ηθική αυτουργία σε δολοφονίες, ληστείες και εκρήξεις, καθώς και για συμμετοχή στην οργάνωση 17 Νοέμβρη σύμφωνα με μαρτυρίες συγκατηγορουμένων του και με στοιχεία που βρήκε η αστυνομία σε διαμερίσματα που διατηρούσε η οργάνωση.
Από την πρώτη στιγμή αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι τον ενέπλεξαν συγκατηγορούμενοί του, προκειμένου να πετύχουν ευνοϊκή μεταχείριση βάσει του τότε νέου αντιτρομοκρατικού νόμου.
Με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών παραπέμφθηκε σε δίκη με την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας για όλες τις ενέργειες της οργάνωσης από την ίδρυσή της μέχρι και τον Ιούλιο του 2002, ενώ του αποδόθηκε ο ρόλος του ηγέτη και του καθοδηγητή της οργάνωσης.
Κατά του βουλεύματος άσκησε αίτηση ακύρωσης, η οποία απορρίφθηκε από το ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου.
Δίκη και φυλάκιση
Πρωτόδικα καταδικάστηκε από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων σε 21 φορές ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξης, απόφαση που τη χαρακτήρισε υπαγορευμένη από ξένα συμφέροντα.
Μετά την απόφαση του δικαστηρίου, οδηγήθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού, όπου ήταν ήδη προφυλακισμένος.
Τον Δεκέμβριο του 2005 ξεκίνησε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων. Κατά τη διάρκεια της δίκης αποχώρησε από την ακροαματική διαδικασία, ανακαλώντας την εντολή εκπροσώπησης προς τους δύο δικηγόρους του, Γιάννη Ραχιώτη και Κώστα Χρυσικόπουλο. Το δικαστήριο διόρισε αυτεπάγγελτα τους ίδιους δικηγόρους. Ύστερα από αλλεπάλληλους διορισμούς δικηγόρων, ο Γιωτόπουλος επέστρεψε στην ακροαματική διαδικασία, προκειμένου να καταγραφούν οι απόψεις του ενόψει προσφυγής του στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το δικαστήριο όμως αρνήθηκε στον ίδιο να διορίσει δικηγόρο. Εντέλει με την παραίτηση του ενός εκ των τριών διορισμένων δικηγόρων, διόρισε δικηγόρο της επιλογής του με την ταυτόχρονη εικονική παρουσία των άλλων δύο.
Η απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων ήταν 17 φορές ισόβια για τα ίδια εγκλήματα.
Μετά την απόφαση του εφετείου, κατέθεσε αίτηση αναίρεσης κατά της δευτεροβάθμιας απόφασης, την οποία όμως δεν έκανε δεκτή ο Άρειος Πάγος. Τον Απρίλιο του 2011 προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Τον Μάρτιο του 2010 ο Συνήγορος του Πολίτη δικαίωσε τον Γιωτόπουλο μετά την απόρριψη του αιτήματός του από τη διεύθυνση των φυλακών για χρήση υπολογιστή για εκπαιδευτικούς λόγους.