
Κανείς από τους δύο δεν το παραδέχεται, αλλά ο Νίκος Ανδρουλάκης και ο Αλέξης Τσίπρας αυτή την περίοδο μαζεύουν κάρτες – εξετάζουν τα όπλα και τις αδυναμίες τους, προσπαθούν να αποφύγουν τα λάθη, παίζουν στρατηγικά. Στα «υπερατού» το παιχνίδι, δεν είναι για τρεις, αλλά για δύο. Και όποιος νικήσει, πάει στην επόμενη πίστα.
Παρόμοια αφηγήματα
Θεωρητικά τα δύο κόμματα θα διεκδικούν από τον Ιούνιο και μετά επισήμως το ίδιο ακροατήριο – όσους επιδιώκουν την ανατροπή της κυβέρνησης Μητσοτάκη από μια προοδευτική πολιτική δύναμη. Και οι δύο πλευρές έχουν κάνει παρόμοια στροφή στο αφήγημα με το οποίο θα κατέβουν στην κάλπη, ξεφεύγοντας από το ερώτημα «ποιος κάνει την καλύτερη αντιπολίτευση;»: στη Χαριλάου Τρικούπη μιλούν για Αλλαγή, επικαλούμενοι ένα διαχρονικό σύνθημα που οι προοδευτικοί ψηφοφόροι αναγνωρίζουν παραδοσιακά και ως προς το περιεχόμενο και ως προς τον αντίπαλό του.
Στην Αμαλίας, από την άλλη, επαναφέρουν τον ορισμό της «κυβερνώσας Αριστεράς» για να δώσουν ιδεολογικό πρόσημο και συνέχεια στην κληρονομιά της διακυβέρνησης Τσίπρα από τον Σεπτέμβριο του 2015 και μετά – καθόλου τυχαία δεν είναι ούτε η σημαδιακή Συμφωνία των Πρεσπών, που εμφανίζεται διαρκώς, είτε ως πολιτική παρακαταθήκη είτε ως σημαδιακή επέτειος, ακριβώς στα μέσα του «θεριστή» Ιουνίου.
Σε ποιον απευθύνονται στ’ αλήθεια; Το ΠΑΣΟΚ έχει μια δεξαμενή που ο Τσίπρας δεν μπορεί να προσεγγίσει: οι ψηφοφόροι του προοδευτικού Κέντρου, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια βρίσκονται ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και στη Νέα Δημοκρατία, πολύ δύσκολα θα επιλέξουν το νεότευκτο κόμμα του πρώην πρωθυπουργού. Και μόνο η προοπτική της επιστροφής του, παρατηρούν στη Χαριλάου Τρικούπη στις έρευνες που έχουν στα χέρια τους, κάνει αρκετούς από αυτούς τους ψηφοφόρους να επιλέγουν την (πρώτη) ΝΔ υπό τον φόβο μιας ενδεχόμενης επιστροφής Τσίπρα. Αυτός είναι και ο λόγος που το τελευταίο διάστημα ο πασοκικός λόγος απέναντί του έχει γίνει πιο αιχμηρός – παρότι επισήμως στην αξιωματική αντιπολίτευση, έχουν επιλέξει να απαντούν μόνο όταν προκαλούνται. Εμμέσως «χτυπάει» και ο Τσίπρας – ο ίδιος αδιαφορεί, τονίζοντας πως η χώρα δεν έχει αντιπολίτευση, στελέχη που θεωρούνται κλεισμένα για το νέο εγχείρημα, ωστόσο, όπως ο Κώστας Ζαχαριάδης, σηκώνουν το γάντι σε υψηλούς τόνους.
Παλιά μεταγραφική συνταγή
Παρότι διατείνονται πως είναι αρκετά διαφορετικοί, ο Ανδρουλάκης και ο Τσίπρας ξεπατίκωσαν την ίδια συνταγή: αυτή των μεταγραφών. Στο ΠΑΣΟΚ θέλουν να κερδίσουν αμφίπλευρα, και εξ αριστερών και εκ δεξιών, ωστόσο ως τώρα οι περισσότεροι της διεύρυνσης είναι είτε παλιοί πασόκοι που επανενεργοποιούνται είτε πασόκοι που περιπλανήθηκαν στον ΣΥΡΙΖΑ – ανάμεσά τους και κάποιοι που ακόμα δεν έχουν έρθει, όπως η Νίνα Κασιμάτη και ο Ευάγγελος Αποστολάκης. Ο Τσίπρας παίζει ένα γνώριμο παιχνίδι, όπως έκανε με την Προοδευτική Συμμαχία στην τελευταία φάση διεύρυνσης του ΣΥΡΙΖΑ: έτσι, στο νέο εγχείρημα ενσωματώνονται ο Αντώνης Σαουλίδης, η Αννα Παπαδοπούλου και ο Γιώργος Μπουλμπασάκος – η επίδραση που είχε τότε, βέβαια, αλλά και η ζημιά που είχε κάνει, ήταν πολύ μεγαλύτερη σε σχέση με τη σημερινή.
Οι «κακοί» δημοσκόποι
Αρνούμενες πως το παιχνίδι παίζεται μεταξύ τους, οι δύο πλευρές κοιτούν προς τις δημοσκοπικές εταιρείες. Από τη μια προσδοκώντας να τους δώσουν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα (που, σε αυτή τη φάση, είναι μια «καθαρή» δεύτερη θέση) και από την άλλη επικρίνοντάς τους για τη συχνότητα των ερευνών που δημοσιοποιούν και για τα νούμερα που βγάζουν. Από το στρατηγείο Τσίπρα η φράση «ακόμα μετρούν μόνο τη σκιά μου» μεταφράζεται στην εκτίμηση πως το ποσοστό που καταγράφεται σήμερα (τις περισσότερες φορές κρυφά) στην πρόθεση ψήφου θα μεγαλώσει και θα γίνει βατήρας ανέλιξης, όταν το νέο κόμμα ανακοινωθεί επισήμως. Στο ΠΑΣΟΚ κατηγορούν σχεδόν ανοιχτά τους δημοσκόπους αποδίδοντας ενίοτε σκοπιμότητες σε όσους παραγγέλνουν τις έρευνες (αν και «δεν είναι όλοι οι δημοσκόποι το ίδιο», όπως είπε ο Ανδρουλάκης), όμως θα ήθελαν, μέχρι το κόμμα Τσίπρα να εμφανιστεί, να έχουν καθιερωθεί στη δεύτερη θέση.
«Δεν ξεχνώ»
Ποιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα και των δύο; Πως κουβαλούν τα δικά τους βαρίδια. Το πιο πρόσφατο παρελθόν του Τσίπρα, από τις εντυπώσεις που προσπάθησε να διασκεδάσει με την «Ιθάκη» για τις αυταπάτες του 2015 και τη συμμαχία με τον Πάνο Καμμένο έως την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευσης, με αυτόν αλλά και χωρίς αυτόν στο τιμόνι, δεν ξεχνιέται όσο εύκολα θα ήθελε ο πρώην πρωθυπουργός – και ακόμα φαίνεται πως δεν έχει αποφασίσει αν πρέπει να αφήσει τον ΣΥΡΙΖΑ να κατέβει στις εκλογές για να σπάσει τη νοητή γραμμή που τους συνδέει ή αν πρέπει να δώσει το πράσινο φως για την αυτοδιάλυσή του, με μαζικές παραιτήσεις στελεχών. Από την άλλη, η διαχείριση της μνημονιακής κρίσης, που πάει (στο μυαλό των πολιτών) πακέτο με σκάνδαλα διαφθοράς περασμένων δεκαετιών και μια υποψία γαλαζοπράσινης συγκυβέρνησης, είναι ίσως το πιο δύσκολο επικοινωνιακό εμπόδιο που έχουν να πηδήξουν τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ.
