Χρήστος Ν. Φίφης
Τον Απρίλη του 1827 παραιτήθηκε στην Αγγλία ο Λίβερπουλ και ανέλαβε την πρωθυπουργία ο Τζορτζ Κάνιγκ. Επίσης ο Ουέλλιγκτον, που δεν συμπαθούσε την Ελληνική υπόθεση, παραιτήθηκε από Υπουργός γιατί δεν ήθελε να υπηρετήσει υπό τον Κάνιγκ. Έτσι, λοιπόν, το ζήτημα της ελληνικής αναγνώρισης ενισχύθηκε διπλά για τον λίγο χρόνο της πρωθυπουργίας του Κάνιγκ. Ο Κάνιγκ πέθανε ξαφνικά στις 8 Αυγούστου 1827, ύστερα από 119 ημέρες πρωθυπουργίας, η δεύτερη πιο σύντομη θητεία Άγγλου πρωθυπουργού στην Ιστορία της Αγγλίας.
Ενώ ήταν, όμως, πρωθυπουργός, κάλεσε στο Λονδίνο αντιπροσώπους των τριών προστάτιδων δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας και υπέγραψαν τη Συνθήκη του Λονδίνου της 6 Ιουλίου 1827 για την ειρηνοποίηση -ανακωχή- μεταξύ Ελλήνων και Τουρκίας. Η Συνθήκη περιείχε εφτά φανερά άρθρα και επίσης τρία μυστικά. Στα φανερά άρθρα προτεινόταν «αυτονομία» για την Ελλάδα υπό την ηγεμονία της Τουρκίας. Η Ελλάδα θα είχε αυτοδιοίκηση αλλά όχι την αναγνώριση ανεξάρτητου κράτους. Κάτι παρόμοιο με τον τύπο των παραδουνάβιων ηγεμονιών. Οι δυνάμεις θα ενεργούσαν από κοινού να επιβάλουν ανακωχή στους εμπόλεμους.
Τα τρία μυστικά άρθρα διαλάμβαναν τον τρόπο ενέργειας των τριών δυνάμεων. Σύμφωνα με τα άρθρα αυτά, οι τρεις δυνάμεις θα δημιουργούσαν εμπορικές σχέσεις με την Ελλάδα, και με τον τρόπο αυτό αναγνώριζαν την ύπαρξή της. Αν η Ελλάδα και η Τουρκία δεν αποδέχονταν την ανακωχή, οι τρεις δυνάμεις θα επενέβαιναν να την επιβάλουν στρατιωτικά.
Ωστόσο, τα τρία αυτά άρθρα δεν παρέμειναν μυστικά. Μια εβδομάδα μετά την υπογραφή της Συνθήκης διέρρευσαν και δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Τάιμς του Λονδίνου και έτσι έγιναν γνωστά και στους Τούρκους και στους Έλληνες. Οι Έλληνες πανηγύριζαν γιατί σωστά πίστευαν ότι η Τουρκία δεν θα αποδεχόταν την ανακωχή και θα επενέβαιναν οι σύμμαχοι. Στην Κέρκυρα, έγραφε ο Βιάρος, ο αδελφός του Καποδίστρια, «οι άνθρωποι τρελάθηκαν από τη χαρά τους. Οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούσαν, οι Χριστιανοί ευχαριστούσαν το Θεό. Γέροι άνθρωποι χόρευαν στο δρόμο. …μια μέρα ανάστασης». Στην Ελλάδα στάλθηκαν στόλοι των τριών δυνάμεων με τρεις ναυάρχους, τον Σερ Έντουαρντ Κόδριγκτον του Αγγλικού στόλου, τον υποναύαρχο Ντεριγνύ του Γαλλικού και τον υποναύαρχο Χεϊδεν Πέτροβιτς του Ρωσικού και οδηγίες για το πώς θα ενεργούσαν να επιβάλουν την ανακωχή στους δυο εμπόλεμους.

Την περίοδο αυτή στην Ελλάδα υπήρχε επικίνδυνη διαίρεση των πολιτικών δυνάμεων. Είχε συγκληθεί η Γ΄ Εθνοσυνέλευση αλλά διαφωνούσαν για τον τόπο που θα συνεδρίαζε. Το Φεβρουάριο του 1827 ο Κολοκοτρώνης συγκέντρωνε τους φιλικά προσκείμενους προς αυτόν αντιπροσώπους στην Ερμιόνη και η κυβέρνηση στην Αίγινα και αρνούνταν να συμφωνήσουν για κοινό τόπο συγκέντρωσης. Ο φιλέλληνας ναυτικός μοίραρχος Κάπταιν Άμιλτον, που ηγούνταν της Αγγλικής αντιπειρατικής μοίρας στο Αιγαίο, συμβούλευε τους Έλληνες ότι, για να τους βοηθήσουν οι άλλοι σε κάποια συμφωνία αναγνώρισης, θα έπρεπε οι ίδιοι να λύσουν τις μεταξύ τους διαφορές. Τελικά συμφώνησαν να συνεδριάσουν στην Τροιζήνα. Η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας ψήφισε το νέο Σύνταγμα και πέρασε το τριπλό ψήφισμα. Με το ψήφισμα αυτό διοριζόταν Αρχιστράτηγος του Ελληνικού Στρατού ο Σερ Ρίτσαρντ Τσορτς, ένας Άγγλος φιλέλληνας στρατιωτικός, αρχηγός των Ναυτικών Δυνάμεων ο επίσης Άγγλος Τόμας Κόχραν και τελικά ψηφίστηκε ως Κυβερνήτης της Ελλάδας για μια επταετία ο Ιωάννης Καποδίστριας (14 Απριλίου 1827).
Η απόφαση για τον Καποδίστρια ήταν ένα ακανθώδες θέμα γιατί ήταν διάχυτη η ιδέα ότι θα ήταν κάτι που θα ενοχλούσε τους Άγγλους, επειδή θα τον έβλεπαν ως όργανο της Ρωσικής πολιτικής. Την απόφαση για τον Καποδίστρια την πρότεινε ο Κολοκοτρώνης αλλά πριν την φέρει προς ψήφιση ήθελε και την άποψη μερικών αγγλικών κύκλων. Πήγε, λοιπόν, με τον Ανδρέα Μεταξά που ενεργούσε και ως διερμηνέας, να επισκεφτούν τον διοικητή της Αγγλικής Αντιπειρατικής Μοίρας, Κάπταιν Άμιλτον, στη φρεγάτα του, που τις ημέρες εκείνες ναυλοχούσε στον Πόρο:
«…μας εδέχθηκε ο Άμιλτον και εκάτζαμεν εις ομιλίαν. …Μου αποκρίθηκε από καρδίας, “πάρτε τον Καποδίστρια ή όποιον διάβολο θέλετε, διότι εχαθήκατε”. …Την αυγήν εσυναχθήκαμεν και υπογράψαμεν δια τον Καποδίστριαν». (Κολοκοτρώνης, Απομνημονεύματα, σσ. 186-88)
Η Εθνοσυνέλευση διόρισε Τριμελή Προσωρινή Αντικυβερνητική Επιτροπή αποτελούμενη από τον Γεωργάκη Μαυρομιχάλη, τον Ιωάννη Νάκο και τον Ιωάννη Μιλαΐτη, να εκτελεί το κυβερνητικό έργο, μέχρι την άφιξη του Καποδίστρια τον Ιανουάριο του 1828. (Ο Γεωργάκης Μαυρομιχάλης ήταν ο ένας από τους δυο Μαυρομιχαλαίους που δολοφόνησαν τον Καποδίστρια τον Σεπτέμβρη του 1831).
Η Αντικυβερνητική Επιτροπή αποδείχτηκε ανεπαρκής και αναποτελεσματική και ακολούθησε περίοδος αναρχίας. Εμφύλιες συγκρούσεις ξέσπασαν μέσα στην ίδια την πρωτεύουσα, το Ναύπλιο, με αντιμαχόμενους τον διοικητή του κάστρου του Παλαμηδιού Θοδωράκη Γρίβα και τον Νάσο Φωτομάρα που περιοριζόταν στην Ακροναυπλία. Ο Γρίβας βομβάρδιζε την πόλη και λήστευε τους κατοίκους. Η Αντικυβερνητική Επιτροπή αποφάσισε να μετακινηθεί στην Αίγινα αναζητώντας μια πιο ασφαλή πρωτεύουσα.
Ο Αμερικανός φιλέλληνας γιατρός Samuel Gridley Howe, που πέρασε από το Ναύπλιο την περίοδο αυτή, δίνει στο ημερολόγιό του εικόνες από τις τραγικές σκηνές της αναρχίας και των εμφύλιων συγκρούσεων (σε μετάφραση):
Πέμπτη 17 Ιουλίου (1827) …ένας ολόκληρος πληθυσμός είκοσι χιλιάδων ψυχών διωγμένος από τα σπίτια του από βόλια και οβίδες. … γυναίκες και παιδιά σκοτώθηκαν ή αναγκάστηκαν να κοιμηθούν χωρίς κουβέρτα πάνω στους βράχους. Τα νεκρά σώματα των ειρηνικών κατοίκων παραμένουν άταφα στους δρόμους, ενώ τα σπίτια λεηλατήθηκαν από βάναυσους στρατιώτες… Πήγα στην πόλη, όπου παρουσιάστηκε μπροστά μου μια σκηνή ερήμωσης, δυστυχίας και φρίκης: τα σπίτια τρυπημένα από πυροβολισμούς κανονιών, οι δρόμοι γεμάτοι πέτρες και συντρίμμια που έπεσαν από την έκρηξη βομβών· (σσ. 230-31).
Και τρεις εβδομάδες αργότερα:
Ναύπλιο, Σάββατο, 11 Αυγούστου. …Βρήκα αυτό το δύστυχο μέρος ακριβώς όπως το είχα αφήσει πριν από είκοσι μέρες. Ο πληθυσμός του εξαναγκασμένος να βρει καταφύγιο (από τα βλήματα και τις οβίδες από το Παλαμίδι) στα περίχωρα, όπου, είτε σε σπηλιές είτε σε καλύβες που έστησαν κρεμώντας μια κουβέρτα σε ένα κοντάρι, περιμένουν και περιμένουν μέχρις ότου τα πιο ανόητα θηρία που πήραν ποτέ το όνομα κυβέρνησης καταφέρουν να έρθουν σε κάποια συμφωνία με τον αρχιληστή που κρατά το κάστρο. (σ. 246)
Μετά την πτώση του Μεσολογγίου (10 Απριλίου 1826), ο Ρεσίτ Πασάς (Κιουταχής) βάδισε για την Αθήνα. Το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου κυριαρχούνταν από τον Ιμπραήμ, ο οποίος, όταν επέστρεψε από το Μεσολόγγι, σχεδίαζε να επιτεθεί στο Ναύπλιο και την Ύδρα. Στις 3 Αυγούστου ο Κιουταχής κυρίευσε την Αθήνα και πολιόρκησε τη φρουρά της Ακρόπολης.
Ο Καραϊσκάκης, μετά την έξοδο του Μεσολογγίου, μετέβη με τους ήρωες της Εξόδου στο Ναύπλιο και η κυβέρνηση τον διόρισε Αρχιστράτηγο της Ανατολικής Στερεάς. Πέρασε στην Ελευσίνα όπου δημιούργησε ελληνικό στρατόπεδο. Στο Χαϊδάρι έδωσε μια ανεπιτυχή μάχη κατά του Κιουταχή (6-8 Αυγούστου 1826). Ο Κιουταχής ενέτεινε την πολιορκία της Ακρόπολης. Στις 30 Σεπτεμβρίου, σε μια αψιμαχία, σκοτώθηκε ο φρούραρχος της Ακρόπολης Γιάννης Γκούρας. Ο Καραϊσκάκης προσπαθούσε να ενισχύσει τη φρουρά της. Στις 11 Οκτωβρίου ο Νικόλαος Κριεζώτης, με 450 άνδρες, κατάφερε να μπει στην Ακρόπολη και να την ενισχύσει. Στις 30 Νοεμβρίου πέρασε επίσης ο φιλέλληνας Φαβιέρος με 530 άνδρες, μεταφέροντας πολεμοφόδια.

Μετά τις 25 Οκτωβρίου ο Καραϊσκάκης στράφηκε προς την Ανατολική Στερεά, προσπαθώντας να διακόψει τις εφοδιοπομπές του στρατεύματος του Κιουταχή. Στις 17 Νοεμβρίου πληροφορήθηκε ότι ένα σώμα Αλβανών, με τους Μουσταφάμπεη και Κεχαγιάμπεη, θα διερχόταν από την Αράχοβα για να μεταβεί στα Σάλωνα. Ο Καραϊσκάκης έπιασε την Αράχοβα και στις μάχες που ακολούθησαν μεταξύ 18 και 24 Νοεμβρίου 1826 οι Τουρκοαλβανοί υπέστησαν πανωλεθρία. Ελάχιστοι διασώθηκαν.
Στις 23 Φεβρουαρίου 1827 ο Καραϊσκάκης επέστρεψε στην Ελευσίνα και στρατοπέδευσε στο Κερατσίνι. Εκεί του επιτέθηκε ο Κιουταχής (3-4 Μαρτίου 1827), αλλά ηττήθηκε. Ο σκοπός του Καραϊσκάκη ήταν να λύσει την πολιορκία της Ακρόπολης. Ο Κιουταχής κυριαρχούσε στην Αθήνα, αλλά οι Έλληνες κατείχαν την ακτή από το Κερατσίνι μέχρι το Φάληρο, εκτός από το Μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα στον Πειραιά, όπου είχαν ταμπουρωθεί Τουρκαλβανοί. Στη μάχη που ακολούθησε (13-16 Απριλίου) οι εγκλεισμένοι συνθηκολόγησαν και παρέδωσαν το μοναστήρι, αλλά, προς απογοήτευση του Καραϊσκάκη, μερικοί Έλληνες παραβίασαν τους όρους της συμφωνίας.
Ο Καραϊσκάκης σχεδίαζε να κινηθεί για να σπάσει την πολιορκία της Ακρόπολης, αλλά διαφωνούσε με τους Άγγλους στρατιωτικούς Τσορτς και Κόχραν για το στρατιωτικό σχέδιο της επίθεσης. Οι Κόχραν και Τσορτς ήθελαν μια κατά μέτωπο επίθεση, ενώ ο Καραϊσκάκης μια επίθεση μέσω του ελαιώνα. Ο Καραϊσκάκης γνώριζε ότι το πρόβλημα των Ελλήνων πολεμιστών ήταν το εχθρικό ιππικό και ο ελαιώνας θα τους ευνοούσε. Συμφωνήθηκε να γίνει ένα μέρος της επίθεσης μέσω του ελαιώνα το βράδυ της 22ας Απριλίου. Η διαταγή ήταν να αποφευχθούν οι πυροβολισμοί πριν δοθεί το σύνθημα. Κάποιοι άρχισαν να προκαλούν τους Τούρκους το απόγευμα και ξεκίνησε μια αψιμαχία. Ο Καραϊσκάκης, άρρωστος στο κρεβάτι, άκουσε τους πυροβολισμούς και πετάχτηκε ο ίδιος με το άλογό του να καθησυχάσει την κατάσταση. Ενώ επέστρεφε τραυματίστηκε και πέθανε την επόμενη, στις 23 Απριλίου.
Η επίθεση για την Ακρόπολη έγινε στις 24 Απριλίου από το Φάληρο σύμφωνα με το σχέδιο Κόχραν-Τσορτς. Η μάχη είναι γνωστή ως μάχη του Ανάλατου, που είναι περίπου η περιοχή της σημερινής Νέας Σμύρνης. Το αποτέλεσμα ήταν οικτρό για τους επιτιθέμενους Έλληνες. Το τουρκικό ιππικό κατέκοψε το άνθος του ελληνικού στρατού. Υπήρξαν περισσότεροι από 1.500 νεκροί και 240 αιχμάλωτοι. Ήταν η χειρότερη σε απώλειες μάχη της Ελληνικής Επανάστασης. Οι Τούρκοι αποκεφάλισαν όλους τους αιχμαλώτους εκτός από τον Δημήτριο Καλλέργη, που τον αντάλλαξαν με λύτρα. Τα ελληνικά στρατεύματα αποσύρθηκαν από τον Πειραιά και το Κερατσίνι. Η φρουρά της Ακρόπολης αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει στις 24 Μαΐου.
Με την παράδοση της Ακρόπολης η επανάσταση έσβησε σε ολόκληρη τη Στερεά και την Αθήνα, εκτός από την περιοχή των Μεγάρων. Ο Ιμπραήμ κατέστρεφε την Πελοπόννησο. Σε πολλές περιοχές οι άνθρωποι πέθαιναν από την πείνα και τις ασθένειες που συνδέονται με τον υποσιτισμό. Από το 1826 μέχρι τη γεωργική συγκομιδή του 1828, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού που κρατούσε όπλα εναντίον των Τούρκων θρεφόταν από τα εφόδια που έστελναν οι Ελληνικές Επιτροπές της Ελβετίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας, γράφει ο Τζορτζ Φίνλεϊ.
«(Η βοήθεια αυτή) ήταν πιο ουσιαστική από όλα τα χρήματα των Αγγλικών δανείων…. Οι Ελληνικές Επιτροπές των Ηνωμένων Πολιτειών έστρεψαν την προσοχή τους στις ανάγκες του ειρηνικού πληθυσμού. Το ποσό των εφοδίων σε τρόφιμα και ρουχισμό που έφτανε με πλοία από την Αμερική στον Πόρο ήταν πολύ μεγάλο. … και ευτυχώς υπήρχε ένας Αμερικανός φιλέλληνας (ο γιατρός Χάου) που είχε την ικανότητα και τη γνώση των (ντόπιων) ανθρώπων να κάνει τη διανομή έγκαιρα και με δικαιοσύνη» (George Finlay, V. ii, p. 158-9).
Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, η ελληνική κυβέρνηση αποδέχτηκε την κλήση των τριών Δυνάμεων για ανακωχή, στις 2 Σεπτεμβρίου 1827, αλλά οι Τούρκοι, όπως ανέμεναν οι Έλληνες, την απέρριψαν περιφρονητικά. Η Ρωσία με την πολιτική της αποσκοπούσε να εξασθενήσει την Τουρκία, αλλά η στάση της προς την Ελληνική Επανάσταση είχε απογοητεύσει τους Έλληνες. Η Αγγλία ήταν αρχικά εναντίον της Ελληνικής Επανάστασης γιατί επιθυμούσε μια ισχυρή Τουρκία που θα εμπόδιζε τη Ρωσία να βγει στη Μεσόγειο. Η αγγλική κοινή γνώμη, όμως, ήταν φιλελληνική και η αγγλική κυβέρνηση άρχισε να πιστεύει ότι μια περιορισμένη ελληνική κρατική οντότητα θα βοηθούσε την πολιτική της.
Οι οδηγίες ενέργειας είχαν σταλεί στους τρεις ναυάρχους και επίσης στους τρεις πρεσβευτές των τριών δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη. Για να προλάβει τη χρήση βίας, η Αγγλία προσπάθησε να συνεννοηθεί με τον Πασά της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή. Αλλά όταν έφτασε εκεί ο Άγγλος απεσταλμένος Κράντοκ, στις 8 Αυγούστου 1827, ο αιγυπτιακός στόλος με στρατεύματα και ενισχύσεις για τον Ιμπραήμ είχε φύγει για την Πελοπόννησο τρεις μέρες νωρίτερα. Κατά κάποια μοιραία σύμπτωση, την ίδια μέρα, 8 Αυγούστου 1827, πέθανε στο Λονδίνο και ο Βρετανός πρωθυπουργός Τζορτζ Κάνιγκ. Έτσι ο αρχιτέκτονας της συμμαχικής επέμβασης δεν είδε ποτέ το αποτέλεσμα του επεμβατικού σχεδίου του.

Στις οδηγίες τονιζόταν ότι θα έπρεπε να αποφευχθεί η χρήση βίας, εκτός αν οι Τούρκοι επιχειρούσαν να διαβούν. Τότε θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί βία αλλά χωρίς τη δημιουργία εχθροπραξιών. Παράδοξο για το πώς θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο. Οι τρεις ναύαρχοι ζήτησαν περαιτέρω διευκρινίσεις από τους τρεις πρεσβευτές των αντίστοιχων χωρών τους στην Κωνσταντινούπολη, οι οποίοι τους απάντησαν με το πρωτόκολλο της 4ης Σεπτεμβρίου. Ο Άγγλος πρεσβευτής Στράτφορντ Κάνιγκ ήταν περισσότερο σαφής στις οδηγίες του προς τον Άγγλο ναύαρχο Κόδριγκτον:
«Κρατήστε, αν είναι δυνατόν, την ειρήνη με την τρομπέτα της ομιλίας σας αλλά, αν παραστεί ανάγκη, με τα μέσα αποκλεισμού κατά φίλων και εχθρών, δηλαδή με τη χρήση των κανονιών».
Οι οδηγίες αυτές μοιραία οδήγησαν στη ναυμαχία του Ναβαρίνου, στις 20 Οκτωβρίου 1827 (με το Γρηγοριανό ημερολόγιο).
Οι τρεις ναύαρχοι προσπάθησαν να έρθουν σε συνεννόηση με τον Ιμπραήμ και εκείνος τους υποδέχτηκε για συζητήσεις στη σκηνή του. Οι ναύαρχοι εξήγησαν τις οδηγίες των κυβερνήσεών τους και ζήτησαν την επιβολή ανακωχής. Ο Ιμπραήμ ζήτησε αναβολή αυτής της επιβολής μέχρι να λάβει οδηγίες από την Κωνσταντινούπολη και την Αίγυπτο. Περιόρισε μεν τα πλοία του τουρκοαιγυπτιακού στόλου στον κόλπο του Ναβαρίνου, αλλά εξακολουθούσε να καταστρέφει τη Μεσσηνία καίγοντας τους ελαιώνες και κόβοντας τις συκιές.
Όταν ο φιλέλληνας Άστιγξ με το πλοίο Καρτερία και τη βοήθεια Ελλήνων ναυτικών κατέστρεψε, κοντά στη σημερινή Ιτέα, έναν αριθμό τουρκικών πλοίων, ο Ιμπραήμ έστειλε δικά του στον Κορινθιακό κόλπο για να καταστρέψει τα πλοία του Άστιγξ. Οι τρεις ναύαρχοι θεώρησαν την έξοδο αυτή των τουρκοαιγυπτιακών πλοίων παραβίαση της εκεχειρίας και τα ανάγκασαν να επιστρέψουν στο Ναβαρίνο.
Στον αγγλικό στόλο είχε ενταχθεί και η ναυτική μοίρα του Άμιλτον, που γνώριζε τις τακτικές των Τούρκων και του Ιμπραήμ και ανέφερε την καταστροφή και την ερημοποίηση που εξακολουθούσαν τα τουρκοαιγυπτιακά στρατεύματα στην Πελοπόννησο. Οι τρεις ναύαρχοι σκέφτηκαν ότι θα υπήρχαν δυσκολίες στον επερχόμενο χειμώνα να παρακολουθούν σε όλες τις θάλασσες τα τουρκοαιγυπτιακά πλοία που θα μπορούσαν να εξέλθουν και να επιχειρήσουν επίθεση στην Ύδρα. Αποφάσισαν, λοιπόν, να περιορίσουν τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο στο λιμάνι του Ναβαρίνου.
Προς υλοποίηση του σχεδίου αυτού άρχισαν τα συμμαχικά πλοία στις 1.30 το μεσημέρι της 20ης Οκτωβρίου (με το Γρηγοριανό ημερολόγιο), να προσέρχονται και να παίρνουν θέση στην είσοδο του κόλπου. Στάλθηκε ένα μήνυμα στον Κόδριγκτον από τους Τουρκοαιγυπτίους ότι ο συμμαχικός στόλος δεν είχε λάβει την άδεια του Ιμπραήμ να εισέλθει στο λιμάνι. Εκείνος απάντησε ότι δεν ήρθε να πάρει διαταγές αλλά να δώσει. Όταν στάλθηκε μια βρετανική λέμβος να ζητήσει από ένα αιγυπτιακό πυρπολικό να απομακρυνθεί, εκείνοι πυροβόλησαν και σκότωσαν τον αξιωματικό και μέλη του πληρώματός της. Τα πυρά γενικεύτηκαν και από τις δυο μεριές και επακολούθησε η ναυμαχία.
Οι σύμμαχοι είχαν συνολικά 27 πλοία αλλά μεγαλύτερη δύναμη πυρός. Ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος διέθετε 89 πλοία αλλά και τα φίλια πυρά από τη Σφακτηρία και το Κάστρο. Στη ναυμαχία ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος έχασε τα 60 από τα 89 πλοία του και είχε 6.000 νεκρούς και περίπου 4.000 τραυματίες. Οι σύμμαχοι δεν έχασαν κανένα πλοίο αλλά είχαν 174 νεκρούς και 475 τραυματίες.
Η ναυμαχία του Ναβαρίνου ήταν η τελευταία που διεξήχθηκε με ιστιοφόρα. Η καταστροφή του τουρκοαιγυπτιακού στόλου διέσωσε την Ελληνική Επανάσταση, που οι δυνάμεις της είχαν εξαντληθεί και βρισκόταν στην πιο κρίσιμη φάση της. Χρειάστηκε, όμως, η αποστολή της Γαλλικής στρατιωτικής εκστρατείας του 1828-1833 στην Πελοπόννησο και ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1828-1829 για να κάμψουν την άρνηση της Τουρκίας να αποδεχτεί την ανακωχή και την αναγνώριση της Ελλάδας.
Ωστόσο, η ναυμαχία του Ναβαρίνου αναπτέρωσε τις ελπίδες και την πίστη των Ελλήνων στην τελική επιτυχία της Επανάστασης. Όπως σημείωσε ο Αμερικανός φιλέλληνας γιατρός Σάμουελ Χάου, σε μια επιστολή του σε φίλο του, 12 μέρες αργότερα, όταν πληροφορήθηκε τα αποτελέσματα της ναυμαχίας του Ναβαρίνου:
«Σήμερα είναι η πιο ευτυχής ημέρα της ζωής μου και για όλη την Ελλάδα είναι μια μέρα χαράς και ανάτασης. Διότι έφερε την επιβεβαίωση των ειδήσεων για την καταστροφή του τουρκικού στόλου στο Ναβαρίνο και για πάντα θέτει τέλος στο ζήτημα της ανακατάληψης της Ελλάδας από την Τουρκία» (Χάου, σ. 270).
*Ο Δρ Χρήστος Ν. Φίφης είναι επίτιμος ερευνητής στη Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου La Trobe
Βιβλιογραφία
Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμοι II, III και IV.
Κωνσταντίνος Χολέβας, «1825-2025: “Διακόσια χρόνια από την απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο”». Διαδίκτυο.
ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ, «Ναυμαχία του Ναβαρίνου».
David Brewer, The Flame of Freedom, John Murray, London, 2001.
Douglas Dakin, The Greek Struggle for Independence, 1821–1833, B. T. Batsford, London, 1973.
George Finlay, History of the Greek Revolution, (Volumes I and II), Edinburgh: Blackwood, 1861.
Samuel Gridley Howe, Letters and Journals. The Greek Revolution, Vol. I., Digitized, Boston Library.
The post Η Συμμαχική επέμβαση του 1827 και η Ναυμαχία του Ναβαρίνου appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.