Οι πρόσφατες βουλευτικές εκλογές στην Κύπρο ανέδειξαν τόσο προκλήσεις όσο και ευκαιρίες. Από τη μία πλευρά, η άνοδος της Ακροδεξιάς προκαλεί ανησυχία· από την άλλη, η ισχυρή επίδοση των δύο μεγάλων κομμάτων δημιουργεί προϋποθέσεις σταθερότητας. Για να κατανοήσει κανείς αυτές τις εξελίξεις, είναι απαραίτητο να εξετάσει την ιστορία και τη φύση του κυπριακού πολιτικού συστήματος.
Όταν η Κύπρος απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1960, ύστερα από τον αιματηρό αγώνα κατά της βρετανικής αποικιοκρατίας τη δεκαετία του 1950, κληρονόμησε ένα δυσλειτουργικό πολιτικό σύστημα. Οι έδρες της Βουλής κατανέμονταν σε 35 για τους Ελληνοκυπρίους και 15 για τους Τουρκοκυπρίους. Ο Πρόεδρος έπρεπε να είναι Ελληνοκύπριος και ο Αντιπρόεδρος Τουρκοκύπριος, με τον τελευταίο να διαθέτει δικαίωμα βέτο σχεδόν σε όλα τα ζητήματα.
Μέχρι το 1964, το σύστημα είχε ήδη καταρρεύσει μέσα σε συνθήκες διακοινοτικής βίας. Οι Τουρκοκύπριοι αποχώρησαν από τη Βουλή και από τη θέση του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας. Ήταν τότε που μπήκαν τα θεμέλια της μετέπειτα διχοτόμησης της Κύπρου.
Οι Βρετανοί άφησαν σχεδόν σε όλες τις πρώην αποικίες τους ένα κοινοβουλευτικό σύστημα τύπου Westminster, όπως στην Αυστραλία, τον Καναδά, το Πακιστάν και την Ινδία. Στην Κύπρο, όμως, εγκατέστησαν ένα υβριδικό προεδρικό σύστημα, το οποίο αποδείχθηκε εμπόδιο τόσο για την αρμονική συνύπαρξη των κοινοτήτων όσο και για την επίλυση του Κυπριακού.
Το 1985, οι έδρες της Βουλής αυξήθηκαν σε 80, ωστόσο μόνο οι 56 εκλέγονται στην πράξη από τους Ελληνοκυπρίους. Οι υπόλοιπες παραμένουν σε ένα ιδιότυπο θεσμικό κενό, αναμένοντας την εκπροσώπηση των Τουρκοκυπρίων.
Στο πλαίσιο αυτού του υβριδικού προεδρικού συστήματος, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται με εξαιρετικά διευρυμένες εξουσίες. Διορίζει ανώτερους κρατικούς αξιωματούχους και υπουργούς και ασκεί τον πλήρη έλεγχο της κυβέρνησης. Σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου οι διορισμοί εγκρίνονται μόνο ύστερα από ενδελεχή έλεγχο και ψηφοφορία στη Γερουσία, στην Κύπρο δεν υπάρχει ουσιαστικός μηχανισμός κοινοβουλευτικού ελέγχου.
Παράλληλα, το κυπριακό σύστημα δεν προβλέπει θεσμοθετημένη κυβέρνηση και επίσημη αντιπολίτευση όπως συμβαίνει σε άλλα κοινοβουλευτικά μοντέλα. Επίσης, διαφέρει από το αμερικανικό σύστημα, όπου οι προκριματικές εκλογές και η πολιτική δομή οδηγούν σε ένα σταθερό δίπολο Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών. Στην Κύπρο, αντίθετα, το σύστημα ευνοεί την είσοδο πολλών μικρότερων κομμάτων στη Βουλή.
Το χειρότερο και από τους δύο κόσμους
Οι υπουργοί και οι ανώτεροι κρατικοί λειτουργοί διορίζονται αποκλειστικά από τον Πρόεδρο, χωρίς την έγκριση του Κοινοβουλίου, όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ. Παράλληλα, δεν υπόκεινται στον συνεχή κοινοβουλευτικό έλεγχο που χαρακτηρίζει το σύστημα Westminster.
Στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές, ο Δημοκρατικός Συναγερμός (ΔΗΣΥ) έλαβε 27,1% και εξασφάλισε 17 έδρες. Το Δημοκρατικό Κόμμα (ΔΗΚΟ) συγκέντρωσε 10% και κατέλαβε 8 έδρες, ενώ το Άλμα – Πολίτες για την Κύπρο έλαβε 5,8% και εξέλεξε 4 βουλευτές.
Από την άλλη πλευρά, το ΑΚΕΛ διατήρησε ισχυρή παρουσία με 23,9% και 15 έδρες.
Η μεγαλύτερη ανησυχία προήλθε από την ενίσχυση του ακροδεξιού, εθνικιστικού και αντιμεταναστευτικού ΕΛΑΜ, το οποίο συγκέντρωσε 10,9% και κατέλαβε 8 έδρες. Παράλληλα, το νεοσύστατο κόμμα Άμεση Δημοκρατία Κύπρου, που προέρχεται από τον χώρο των influencers, εξασφάλισε 5,4% και 4 έδρες.
Παρά τις προβλέψεις, τα δύο μεγάλα κόμματα παρέμειναν οι βασικοί πολιτικοί παίκτες. Ωστόσο, κανένα δεν διαθέτει πλειοψηφία, ενώ τα μικρότερα κόμματα συγκεντρώνουν συνολικά 24 έδρες, αποτελώντας τη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική ομάδα.
Αρκετά μικρότερα κόμματα, όπως η ΕΔΕΚ, η ΔΗΠΑ και το Κίνημα Οικολόγων, δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν το εκλογικό όριο του 3,6% και έμειναν εκτός Βουλής.
To εκλογικό όριο θα έπρεπε να είχε παραμείνει στο αρχικό 8%, προκειμένου να ενισχύεται η δημιουργία ενός πιο σταθερού δικομματικού συστήματος.
Ένα περίπλοκο κοινοβουλευτικό μοντέλο
Το εκλογικό σύστημα της Κύπρου χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα σύνθετο. Οι έδρες κατανέμονται σε έξι εκλογικές περιφέρειες, χωρίς όμως να υπάρχει η έννοια του τοπικού βουλευτή όπως σε άλλες δημοκρατίες.
Οι βουλευτές διατηρούν γραφεία μόνο στη Βουλή, στη Λευκωσία, και όχι στις εκλογικές τους περιφέρειες. Έτσι, συχνά βρίσκονται αποκομμένοι από τις τοπικές κοινωνίες που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν.
Σε αντίθεση με τη Βρετανία ή το αμερικανικό Κογκρέσο, δεν υπάρχει σαφής σύνδεση κάθε έδρας με μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Το αποτέλεσμα είναι να μην προκύπτει ποτέ ένα κόμμα που να διαθέτει καθαρή πλειοψηφία και να μπορεί να θεωρηθεί η κυβέρνηση της χώρας.
Το Κυπριακό και οι θεσμικές αδυναμίες
Ο λόγος που αναλύω συνοπτικά το πολιτικό σύστημα της Κύπρου είναι για να αναδείξω ότι απέτυχε να εξυπηρετήσει αποτελεσματικά τους Κυπρίους και να συμβάλει ουσιαστικά στην επίλυση του Κυπριακού μετά την τουρκική εισβολή και κατοχή του βόρειου τμήματος του νησιού το 1974.
Παρότι ο Πρόεδρος διαθέτει σχεδόν απόλυτο έλεγχο της κυβέρνησης, στην πράξη είναι αναγκασμένος να εξασφαλίζει τη στήριξη σχεδόν ολόκληρης της Βουλής για κάθε σημαντική απόφαση, είτε πρόκειται για το Κυπριακό είτε για σημαντικές μεταρρυθμίσεις.
Αυτό οδηγεί σε δυσλειτουργικές καταστάσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν οι διαπραγματεύσεις στο Κραν Μοντανά, όπου συμμετείχαν εκπρόσωποι όλων σχεδόν των πολιτικών κομμάτων.
Δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί τον Πρόεδρο των ΗΠΑ ή τον Πρωθυπουργό της Αυστραλίας να προσέρχονται σε κρίσιμες διεθνείς διαπραγματεύσεις συνοδευόμενοι από την αντιπολίτευση και όλα τα μικρά κόμματα. Δεν είναι λοιπόν παράξενο που δεν επιτεύχθηκε συμφωνία.
Η ανησυχητική άνοδος του ΕΛΑΜ
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι το πολιτικό σύστημα διευκόλυνε την εκλογή οκτώ βουλευτών του ΕΛΑΜ, ενός κόμματος που συνδέεται ιδεολογικά με τη Χρυσή Αυγή, τη νεοναζιστική οργάνωση που το 2020 κρίθηκε εγκληματική από τα ελληνικά δικαστήρια.
Η άνοδος του ΕΛΑΜ έχει καταδικαστεί από τα μεγάλα πολιτικά κόμματα της Κύπρου, ενώ προκαλεί έντονη ανησυχία στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, ιδιαίτερα μεταξύ όσων επιθυμούν λύση του Κυπριακού.
Το κόμμα έχει ταχθεί υπέρ του κλεισίματος των οδοφραγμάτων της Πράσινης Γραμμής και απορρίπτει κατηγορηματικά την ομοσπονδιακή λύση. Την ίδια στιγμή, εθνικιστικοί κύκλοι στην Τουρκία βλέπουν με ικανοποίηση την ενίσχυσή του.
Στην Ελλάδα, πολιτικοί του δημοκρατικού τόξου εκφράζουν έντονη ανησυχία για το γεγονός ότι μια πολιτική δύναμη με αναφορές στη Χρυσή Αυγή έχει αποκτήσει θεσμική νομιμοποίηση μέσω της κυπριακής Βουλής.
Η Κύπρος σε κρίσιμο σταυροδρόμι
Οι δύο μεγάλες πολιτικές δυνάμεις βρίσκονται πλέον μπροστά σε μια κρίσιμη επιλογή. Μπορούν είτε να αναζητήσουν πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη συνεργαζόμενες με μικρότερα κόμματα, ακόμη και με την αναδυόμενη Ακροδεξιά, είτε να ακολουθήσουν έναν διαφορετικό δρόμο.
Τα κόμματα του Κέντρου και της Κεντροαριστεράς θα πρέπει να αξιοποιήσουν το εκλογικό αποτέλεσμα ως ευκαιρία για συνεργασία, με στόχο την αντιμετώπιση του εξτρεμισμού και την επανεκκίνηση της προσπάθειας για μια δίκαιη λύση του Κυπριακού.
Η συνεργασία αυτή, τονίζει, δεν μπορεί να περιορίζεται στα δύο μεγάλα κόμματα. Πρέπει να περιλαμβάνει και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, διαμορφώνοντας ένα τριμερές εθνικό σύμφωνο που θα υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον.
Η εκλογική επιτυχία της Ακροδεξιάς λειτουργεί ως προειδοποιητικό καμπανάκι. Τα δύο μεγάλα κόμματα και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχουν σήμερα μια ιστορική ευκαιρία να διαμορφώσουν μια κοινή στρατηγική για την επίλυση του Κυπριακού, αλλά και για τη μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος, ενισχύοντας τη λογοδοσία και την εκπροσώπηση των απλών πολιτών.
*Ο Theo Theophanous είναι πολιτικός σχολιαστής, πρώην υπουργός κυβέρνησης και πρόεδρος της Κυπριακής Κοινότητας Μελβούρνης και Βικτώριας. Οι απόψεις που εκφράζονται στο άρθρο είναι προσωπικές.
The post Οι βουλευτικές εκλογές στην Κύπρο κλονίζουν ένα εύθραυστο πολιτικό σύστημα appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.