Σε λίγες ημέρες, η Αυστραλία υποδέχεται στους κινηματογράφους της την πολυσυζητημένη ταινία «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή, η οποία σημείωσε τεράστια επιτυχία στην Ελλάδα και λειτούργησε ως καταλύτης δημόσιας συζήτησης. Με την αφορμή αυτή, συνομιλήσαμε με τον σκηνοθέτη και τον πρωταγωνιστή, Αντώνη Μυριαγκό, αναζητώντας τους λόγους της απήχησής της.
Σε περιόδους κρίσεων και μεταβάσεων, άτομα και κοινωνίες συχνά κοιτούν πίσω στο παρελθόν, αναζητώντας νόημα, ταυτότητα, καθοδήγηση και, ίσως, εμψύχωση. Η ουσιαστική συνδιαλλαγή με την Ιστορία ανοίγουν δρόμους αυτογνωσίας: αυτό συνιστά μια βαθιά δημοκρατική πράξη, που βοηθά τους πολίτες να διεκδικήσουν την προσωπική και συλλογική τους αλήθεια και, μέσα από αυτήν, να ανακτήσουν το θάρρος να αγωνιστούν για ένα καλύτερο αύριο.
Παρότι ο «Καποδίστριας» δέχθηκε αρνητικές κριτικές, τόσο για την κινηματογραφική του αξία όσο και για την ιστορική του εγκυρότητα, αυτό δεν επηρέασε τη μαζική προσέλευση του κοινού. Από τον περασμένο Δεκέμβριο, όταν κυκλοφόρησε στις αίθουσες, το έργο του Γιάννη Σμαραγδή έχουν παρακολουθήσει 840.000 θεατές σε Ελλάδα και Κύπρο, χωρίς να συνυπολογίζονται τα εισιτήρια του εξωτερικού. Καθώς το ταξίδι του συνεχίζεται σε Ωκεανία, Ευρώπη και Βόρεια Αμερική —με τελικό προορισμό τη Βρετανία— εκτιμάται ότι οι συνολικές θεάσεις θα ξεπεράσουν το ένα εκατομμύριο!

Ωστόσο, δεν πρέπει να προσεγγίζουμε το έργο αποκλειστικά με όρους μπλοκμπάστερ. Εχει σημασία να το μελετήσουμε σαν ένα κοινωνικό φαινόμενο. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσοι το είδαν, αλλά γιατί το είδαν και τι αποκόμισαν από αυτήν την κινηματογραφική εμπειρία. Ποια στοιχεία προκάλεσαν τα διαδοχικά κύματα συγκίνησης και χειροκροτημάτων;
Από την οικονομική κρίση και έπειτα, η Ελλάδα βιώνει αλλεπάλληλες δυσκολίες· η εθνική αξιοπρέπεια δέχεται πλήγματα και το ηθικό των πολιτών δείχνει πεσμένο. Φαίνεται πως ο «Καποδίστριας» έχει επίδραση στην ψυχή των Ελλήνων. «Δεν βρισκόμαστε στην καλύτερη στιγμή μας ως χώρα· έχει ατονήσει το εσωτερικό μας Είναι. Κάποτε ήμασταν πρωτοπόροι· σήμερα έχουμε καταστεί ουραγοί. Ο σύγχρονος Έλληνας, επηρεασμένος από τις τάσεις της παγκοσμιοποίησης και τον καταναλωτισμό, έχει απομακρυνθεί από τις αξίες του ελληνικού πολιτισμού, που θέτουν στο επίκεντρο τον Άνθρωπο» σημειώνει ο Γιάννης Σμαραγδής.
«Ο Έλληνας οφείλει να ανακαλύψει ξανά τον ανώτερο εαυτό του, δηλαδή τη σχέση του με το θείο. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από την επανασύνδεση με την πνευματική του κληρονομιά» λέει ο σκηνοθέτης, επισημαίνοντας τη συμβολή του μινωικού, του αρχαιοελληνικού και του βυζαντινού πολιτισμού στη διαμόρφωση της σύγχρονης Ελλάδας. «Είμαστε καμωμένοι για τα μεγάλα και όχι για τα μικρά. Χωρίς τις ελληνικές αξίες, δεν θα υπήρχαν ούτε η Ευρώπη ούτε η Δύση. Επιθυμώ με το έργο μου να επαναφέρω το εσωτερικό μεγαλείο των Ελλήνων».
Ο Γιάννης Σμαραγδής υπηρετεί σταθερά αυτή του τη στόχευση, ανασυνθέτοντας τις προσωπογραφίες σημαντικών μορφών του ελληνισμού. Έχει ζωντανέψει στη μεγάλη οθόνη τη ζωή του ποιητή Κωνσταντίνου Καβάφη, του ζωγράφου Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, του συγγραφέα Νίκου Καζαντζάκη και του εθνικού ευεργέτη Ιωάννη Βαρβάκη.

Η καινούργια του δουλειά εστιάζει στον «πρώτο εθνάρχη του γένους των Ελλήνων», όπως χαρακτηρίζει τον Ιωάννη Καποδίστρια ο δημιουργός. Παρότι η ιστορία του διδάσκεται στα σχολεία, πολλές πτυχές της ζωής και της δράσης του Έλληνα πολιτικού και διπλωμάτη παραμένουν άγνωστες στο ευρύ κοινό. Αυτό το κενό επιχειρεί να καλύψει η ταινία, προσφέροντας μια πιο ζωντανή εικόνα της εποχής. Μέσα από το έργο του Σμαραγδή, ο πρώτος κυβερνήτης αναδεικνύεται ως πρότυπο γενναιότητας, πίστης και αυτοθυσίας. Δεν θυσίασε μόνο τη λαμπρή του σταδιοδρομία ως υπουργού Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, αλλά και την προσωπική του ζωή και περιουσία, προκειμένου να συμβάλει στην απελευθέρωση του λαού από τον οθωμανικό ζυγό και να βοηθήσει στην συγκρότηση του σύγχρονου ελληνικού κράτους.
Η προετοιμασία της ταινίας διήρκεσε οκτώ χρόνια. Αρχικά είχε προγραμματιστεί να βγει στις αίθουσες το 2021, προκειμένου να συμπέσει χρονικά με την επέτειο των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση, ωστόσο καθυστέρησε. «Οι σημερινές συνθήκες της προσδίδουν διαφορετικό συναισθηματικό βάρος», σχολιάζει ο δημιουργός.
Κατά τη διάρκεια της παραγωγής, ο σκηνοθέτης βίωσε και προσωπικές απώλειες, με σημαντικότερη εκείνη της συζύγου και στενής συνεργάτιδάς του, Ελένης Σμαραγδή. Η απουσία της αποτυπώνεται και στους τίτλους τέλους της ταινίας. Ο ίδιος εντοπίζει ομοιότητες ανάμεσα στη δική του σχέση και στον δυνατό έρωτα που έζησαν ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Ρωξάνδρα Στούρτζα — έναν έρωτα που αποτελεί και τον δραματουργικό κορμό του φιλμ.
Αν και αρχικά ο Γιάννης Σμαραγδής είχε δηλώσει ότι ο «Καποδίστριας» θα ήταν η τελευταία του ταινία, η επιτυχία φαίνεται πως του έδωσε νέα ώθηση. Επόμενο σχέδιό του είναι να ασχοληθεί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, μια ακόμη ηγετική μορφή που συνέβαλε αποφασιστικά στον αγώνα για την ελευθερία.
Η γέννηση του ελληνικού έθνους, όμως, σημαδεύτηκε από ένα τραυματικό γεγονός: τη δολοφονία του πρώτου κυβερνήτη. Εκεί εντοπίζεται, εν μέρει, και το κλειδί της επιτυχίας του «Καποδίστρια»: προκαλώντας ένα είδος ιστορικού σοκ, βοηθά τον θεατή να προσεγγίσει και να επεξεργαστεί το συλλογικό τραύμα. Ο Αντώνης Μυριαγκός, που ενσαρκώνει τον Καποδίστρια, περιγράφει την προσέγγισή του στον ρόλο: «Τον αντιμετώπισα ως το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου· προσπάθησα να αναδείξω έναν άνθρωπο που βαδίζει συνειδητά προς το τέλος του, υπηρετώντας τα ιδανικά και την πατρίδα του».
Ο «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή προσφέρει εικόνες εθνικού ενδιαφέροντος, που βοηθούν τον πολίτη να αποκτήσει μια δημοκρατική σχέση με το παρελθόν. Στο έργο, διακρίνει κανείς αναλογίες με την σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα: το ζήτημα του χρέους, την επιρροή των ξένων δυνάμεων, αλλά και τους σημερινούς «κοτζαμπάσηδες» που θέτουν το προσωπικό όφελος πάνω από το συλλογικό συμφέρον. «Δεν μπορούμε να συγκρίνουμε άμεσα το τότε με το σήμερα», σημειώνει ο 53χρονος ηθοποιός από τη Χίο, «όμως υπάρχουν κοινά σημεία. Το ερώτημα παραμένει: μπορεί ένας άνθρωπος να αλλάξει τον κόσμο ή απαιτείται συλλογική προσπάθεια;».

«Υπάρχουν σήμερα ηγέτες με τα χαρακτηριστικά του Καποδίστρια;», ρωτάμε τον πρωταγωνιστή. Ο Αντώνης Μυριαγκός δείχνει επιφυλακτικός: «Ζούμε σε μια εποχή έντονου συντηρητισμού. Τα κράτη έχουν κλειστεί στο καβούκι τους και οι μεγάλες δυνάμεις λειτουργούν με γνώμονα το συμφέρον τους. Δεν φαίνεται να ευνοείται η ανάδειξη ηγετών που παλεύουν για το κοινό καλό και την ανθρωπότητα. Η εμφάνιση ενός νέου Καποδίστρια μοιάζει μάλλον ρομαντική».
Δεν γνωρίζουμε αν η ταινία θα εμπνεύσει μελλοντικούς πολιτικούς της Ελλάδας. Προς το παρόν, λειτουργεί για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο σαν μια πυξίδα — σαν φάρο που φωτίζει τον δρόμο, ώστε να μην προσκρούσουμε ξανά στα βράχια. «Με την ταινία αυτή προσπάθησα να ενισχύσω το αίσθημα του πατριωτισμού. Αυτή ήταν η φιλοδοξία μου: να θυμηθούμε πώς να αγαπάμε την πατρίδα μας, τον τόπο που μας γέννησε», καταλήγει ο σκηνοθέτης.
Αναγνωρίζοντας τον ρόλο του κινηματογράφου στη διαμόρφωση των εθνικών συνειδήσεων, ο Γιάννης Σμαραγδής επιδιώκει να αφήσει το έργο του ως πνευματική παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές. «Από το Σεπτέμβριο η ταινία μου θα διατεθεί δωρεάν σε σχολεία, πανεπιστήμια, πολιτιστικά ιδρύματα, καθώς και στα υπουργεία Εξωτερικών, Παιδείας και Πολιτισμού, ώστε τα ελληνόπουλα να έρθουν σε επαφή με το μέγεθος του Καποδίστρια και όσα εκείνος αντιπροσώπευε. Αν οι νέοι ανακαλύψουν τη δύναμη του ελληνισμού και την ενεργοποιήσουν, μπορούν να πετύχουν θαύματα».

The post Ο Καποδίστριας υπήρξε ο «πρώτος εθνάρχης του γένους των Ελλήνων» (video) appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.