
Εκείνο το απόγευμα του περασμένου Αυγούστου, έμοιαζαν όλα συνηθισμένα. Η βόλτα με τη μοτοκρός μηχανή του πάνω από το χωριό (του) – το Μοναστηράκι της Δράμας – στις υπώρειες του Φαλακρού όρους.
Η αδρεναλίνη της αυτοσχέδιας πίστας που ήταν για χρόνια το μυστικό των ντόπιων. Ο ήλιος που μια κρυβόταν και μια εμφανιζόταν, έπειτα από κάθε στροφή λες και κάποιος ανοιγόκλεινε τις γρίλιες. Η αυθεντική αίσθηση ελευθερίας που ο Παρασκευάς Αντζας ένιωθε πάνω στις δύο ρόδες.
Και ξαφνικά το σοκ… Η μια στιγμή που έμελλε να αλλάξει τα πάντα. Μια παράξενη εντύπωση πως λες και τον εγκατέλειψε η δύναμή του στο δεξί χέρι.
Ηθελε να φρενάρει. Προσπαθούσε να κλείσει τη «μανέτα». Δεν μπορούσε. Δοκίμασε ξανά και ξανά αλλά και πάλι δεν τα κατάφερε. «Μυϊκή αδυναμία» το είπαν οι γιατροί τρεις εβδομάδες αργότερα περιγράφοντας το πρώτο βασικό σύμπτωμα της ασθένειας που φέρει το όνομα του – θρύλου των New York Yankees – Λου Γκέρινγκ: ALS.
πλάγια αμυοτροφική σκλήρυνση. Ανίατη ασθένεια που καταστρέφει τα κινητικά νεύρα και έγινε ευρέως γνωστή και από τον διάσημο φυσικό Στίβεν Χόκινγκ, ο οποίος επίσης έπασχε από αυτήν.
Το «τέρας» που έβαψε στα μαύρα το ελληνικό ποδόσφαιρο. Που πήρε μακριά τον «Βούλη» των φίλων του Ολυμπιακού που αν δεν τον είδες στο γήπεδο δεν μπορείς να φανταστείς τι έχασες.
Ισως – μετά τον Στέλιο Μανωλά – ο καλύτερος κεντρικός αμυντικός στα μέρη μας τα τελευταία πενήντα χρόνια. Με δύο σπουδαίες ερυθρόλευκες θητείες (1998-2003, 2007-2009), επτά κερδισμένα πρωταθλήματα, τρία νταμπλ, 197 συμμετοχές.
Ο «Βούλης» της τάξης του ΄76, βασικός στον τελικό του Euro των Ελπίδων, σαν αύριο (31/5) το 1998 στο Βουκουρέστι κόντρα στην Ισπανία του Βαλερόν και του Γκούτι. Μέλος της γαλανόλευκης στο Euro 2008 της Αυστρίας.
«Παικτάρα. Μα πάνω από όλα ένας καταπληκτικός άνθρωπος» λέει ο Γρηγόρης Γεωργάτος. Και ακόμη δεν μπορεί να το πιστέψει ότι την Τρίτη το απόγευμα βρέθηκε στο Μοναστηράκι για να πει στον φίλο του το τελευταίο αντίο. Θέλανε στα αλήθεια να βρεθούν κάποια στιγμή όλοι μαζί.
Το συζητούσαν. Εγινε σε βουβό δράμα. Δίχως κανείς να μπορεί να ψελλίσει μια κουβέντα. Ούτε ο «Νιντέντο» (Νέρι Καστίγιο) που έκανε πάντα φασαρία. Ο Τζόλε (Πρέντραγκ Τζόρτζεβιτς), ο Τόρο (Βασίλης Τοροσίδης) που είχε υπό την προστασία του στην Αθήνα.
Ούτε ο Πάτσα (Χρήστος Πατσατζόγλου) που ποιος ξέρει πού βρήκε τη δύναμη να σηκώσει το φέρετρο του «αδερφού» του. Ο Σπύρος Βάλλας. Ο Αβραάμ (Παπαδόπουλος).
Ο «Μανιά» (Θανάσης Κωστούλας). Ο Δημήτρης Σιόβας που δεν τον πρόλαβε στον Ολυμπιακό αλλά μεγάλωσαν σε διπλανά χωριά στη Δράμα.
Ηταν Σεπτέμβρης πια όταν είχε όλα τα αποτελέσματα των εξετάσεων στα χέρια του ο Παρασκευάς Αντζας. Ζήτησε να του πουν την αλήθεια.
Η μορφή της ασθένειας ήταν άκρως επιθετική. «Μερικοί μήνες. Ισως τέσσερις, πέντε» του είπαν. Ηξερε. Αντεξε οκτώ, για τα τρία παιδιά του. Ηθελε όμως να το κρατήσει για εκείνον.
Απομακρύνθηκε από όλους. Κλείστηκε στον εαυτό του. Απομονώθηκε στο χωριό του όπως ακριβώς τον Δεκέμβρη του 2003. Τότε που πριν από το όνειρο του Euro 2004 – ήταν βασικός στο πλάνο του Οτο Ρεχάγκελ – άφησε τον φίλαθλο κόσμο με το στόμα ανοιχτό θέλοντας να αποσυρθεί από την ενεργό δράση στα 26 του χρόνια!
Είχε χάσει σε μικρό χρονικό διάστημα, πρώτα τον πατέρα του και έπειτα τον παππού του. Δεν το άντεξε. Δεν τον πίστευε και ο Γιώργος Λούβαρης, όταν του ζήτησε να λύσει το συμβόλαιο με τον Ολυμπιακό για να γυρίσει για πάντα στο χωριό του.
Επεσαν πάνω του όλοι για να επιστρέψει έστω στην Ξάνθη στην οποία αναδείχθηκε. Να μη χαραμίσει το σπάνιο ταλέντο του. Και όταν έπειτα από έξι μήνες στη Δόξα Δράμας, το έκανε, ήταν ακόμη καλύτερος.
Και όταν το καλοκαίρι του 2007 ο Σάββας Θεοδωρίδης με τον Τάκη Λεμονή τον έπεισαν για τη δεύτερη φορά του στο λιμάνι; «Εκεί ο Βούλης έπαιξε το καλύτερο ποδόσφαιρο της ζωής του.
Και ήταν αν θες η μεγαλύτερη απόδειξη του πόσο σπουδαίος ήταν. Ενας από τους λίγους Ελληνες που μπορούσαν να κάνουν καριέρα στα μεγάλα πρωταθλήματα της Ευρώπης. Που μπορούσε να παίξει σε όποια ομάδα ήθελε» συμπληρώνει ο Γκέο. Εκείνος το έμαθε πριν από λίγους μήνες.
«Μιλήσαμε κάποια στιγμή στο τηλέφωνο. Θέλαμε πολύ να βοηθήσουμε, όλα τα παιδιά. Μακάρι να μπορούσαμε. Δεν ήθελε ούτε να ξέρουμε πολλά, για να μη στεναχωριόμαστε.
Τέτοιος άνθρωπος ήταν. Κλειστός. Απόμακρος. Λιγομίλητος. Αλλά ψυχούλα». Κάποια στιγμή υποβλήθηκε σε μια εξειδικευμένη γονιδιακή εξέταση προκειμένου να διερευνηθεί εάν είχε μια συγκεκριμένη μετάλλαξη γονιδίου, η οποία ανταποκρίνεται σε ένα φάρμακο που κυκλοφορεί στην Ελλάδα.
Διαπιστώθηκε πως δεν ανταποκρινόταν το οποίο θα μπορούσε να αλλάξει το προσδόκιμο. Στο νοσοκομείο της Δράμας μπήκε στα τέλη του Απρίλη.
Ολο αυτό το διάστημα ήταν στο πλάι του η μητέρα των παιδιών του, η Χρύσα. Η αγαπημένη του μητέρα και τα αδέρφια του. Τα παιδιά του…
Τα έκανε όλα νωρίς. Ακόμη και στη δεύτερη φορά που αποχαιρέτησε το ποδόσφαιρο, το 2009 ήταν μόλις 33 ετών. Μετά τον τελικό… των τελικών κόντρα στην ΑΕΚ.
Εκείνο το ανεπανάληπτο 4-4 που κρίθηκε έπειτα από τρεις… ντουζίνες πέναλτι. Ο δον Ερνέστο Βαλβέρδε του πρότεινε το εξωτερικό. Να παίξει στην Ισπανία αν το θέλει. Να ανανεωθεί.
Να αλλάξει τις παραστάσεις του. Δεν τον είχαν πάρει τα χρόνια. Μπορούσε εύκολα να σταθεί στο υψηλότερο επίπεδο. Εκείνος όμως σκεφτόταν το σπίτι στον Αρκαδικό της Δράμας.
Το σπίτι του. «Είναι τόσες πολλές οι αναμνήσεις. Τα χρόνια που πέρασαν. Το ποδόσφαιρο. Οι νίκες. Πραγματικά όμως αυτό που πρέπει να γνωρίζει ο κόσμος για τον Βούλη είναι ότι ήταν ακόμη σπουδαιότερος άνθρωπος απ’ ό,τι ποδοσφαιριστής.
Και σου το λέω πως μπορούσε να παίξει σε όλες τις ομάδες του κόσμου αν το ήθελε».