Όπως είναι γνωστό, τουλάχιστον τρεις γειτονικές μας χώρες, η Τουρκία, η Αλβανία και η λεγόμενη «Βόρεια Μακεδονία», προβαίνουν σε συστηματική παραχάραξη της ιστορίας και προσπαθούν να οικειοποιηθούν την ελληνική.
Με τη Συμφωνία των Πρεσπών, που υπέγραψε ο Αλέξης Τσίπρας το 2018, και με το όνομα «Βόρεια Μακεδονία» που δόθηκε στη γειτονική μας χώρα, υποτίθεται ότι όποια προβλήματα υπήρχαν μεταξύ των δύο χωρών θα είχαν λυθεί. Δυστυχώς, ενώ η Ελλάδα τήρησε, όπως πάντα, τις υποχρεώσεις της, η λεγόμενη «Βόρεια Μακεδονία» δεν έκανε το ίδιο.
Η Πρόεδρος της χώρας, Γκορντάνα Σιλιάνοφσκα-Ντάβκοβα, και ο πρωθυπουργός, Χρίστιαν Μίτσκοσκι, χρησιμοποιούν επανειλημμένα το όνομα «Μακεδονία» αναφερόμενοι στη χώρα τους, με τη δικαιολογία ότι είναι δικαίωμά τους και ότι το όνομα «Μακεδονία» είναι «ιερό», όπως δήλωσε ο Μίτσκοσκι στα τέλη του 2025, κ.ά.
Υποτίθεται ότι θα έπρεπε να ελέγχονται τυχόν παραβιάσεις της Συμφωνίας των Πρεσπών. Διατηρούμε πολλές επιφυλάξεις για το αν κάτι τέτοιο γίνεται από την ελληνική πλευρά… Ας πάμε όμως στο κυρίως θέμα του σημερινού μας άρθρου.
ΠΡΟΣ… ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ Η «VARDARSKA BANOVINA», ΣΤΗ «ΘΕΣΗ» ΤΗΣ Η «VARDARSKA MAKEDONIJA»
Όπως γνωρίζαμε μέχρι πριν από λίγο καιρό, πριν ο Τίτο ονομάσει «Μακεδονία» το νότιο τμήμα της Γιουγκοσλαβίας, τη δεκαετία του 1940, αυτό λεγόταν «Vardarska Banovina», τουλάχιστον έως το 1941.
Το «Vardarska Banovina», όπως όμως βλέπουμε στο διαδίκτυο, έχει αρχίσει σταδιακά να εξαφανίζεται, σαν να μην υπήρχε ποτέ, και στη θέση του να εμφανίζεται το «Vardarska Makedonija», στα σερβικά και στη γλώσσα των κατοίκων της Βόρειας Μακεδονίας, ή «Vardar Makedonia», στο λατινικό αλφάβητο.
Υποτίθεται ότι έτσι ονομαζόταν η περιοχή από το 1913 και την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, με την οποία καθορίστηκαν τα σύνορα στη Χερσόνησο του Αίμου μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει, καθώς το τμήμα της Μακεδονίας που παραχωρήθηκε στη Σερβία το 1913 δεν ονομάστηκε ποτέ επίσημα «Μακεδονία» και ποτέ το όνομά του δεν περιείχε τη λέξη «Μακεδονία».
Η Ελίζαμπεθ Μπάρκερ, στο βιβλίο της «Η Μακεδονία στις διαβαλκανικές σχέσεις και συγκρούσεις», γράφει ξεκάθαρα ότι αρχικά η περιοχή ονομάστηκε «Νότια Σερβία» και, μετά την ίδρυση του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας, το 1929, «Vardarska Banovina» («Βάρνταρσκα Μπανόβινα»). Αυτό έγινε στο πλαίσιο της «σερβοποίησης» της περιοχής.
Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, στις 10 Αυγούστου 1913, στην Ελλάδα δόθηκε το 51,57% του εδάφους της Μακεδονίας, δηλαδή 34.603 τ.χλμ., στη Γιουγκοσλαβία το 38,32%, δηλαδή 25.714 τ.χλμ., και στη Βουλγαρία το 10,11%, δηλαδή 6.789 τ.χλμ.
Η Αυστρία, όμως, πίεζε τη Σερβία να παραιτηθεί από τα εδάφη που κατέκτησε με τους Βαλκανικούς Πολέμους στην Αδριατική και πέτυχε τον σκοπό της. Τα εδάφη αυτά δόθηκαν στην Αλβανία, που δεν αγωνίστηκε εναντίον των Οθωμανών στους δύο Βαλκανικούς Πολέμους. Αντίθετα, ήταν σύμμαχός τους ή, στην καλύτερη περίπτωση, ουδέτερη.
Ανάλογη πίεση ασκήθηκε και στην Ελλάδα από την Ιταλία με τη Βόρειο Ήπειρο κι έτσι, από το πουθενά, Ιταλοί και Αυστριακοί δημιούργησαν ένα τεχνητό κράτος για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους, αλλά και για να μην δημιουργηθούν η «Μεγάλη Ελλάδα» και η «Μεγάλη Σερβία».
Οι Σέρβοι δημιούργησαν την τρομοκρατική εθνικιστική οργάνωση «Crna Ruka» («Τσέρνα Ρούκα»), γνωστή ως «Μαύρη Χειρ» στην ελληνική βιβλιογραφία. Επικεφαλής της ήταν ο συνταγματάρχης Ντραγκούτιν Ντιμιτρίεβιτς, αρχηγός των Μυστικών Υπηρεσιών του Σερβικού Γενικού Επιτελείου.
Ο διάδοχος του θρόνου της Αυστρίας, Φραγκίσκος Φερδινάνδος, ήταν ο μεγαλύτερος εχθρός της Σερβίας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, όταν τον Ιούνιο του 1914 επισκέφθηκε το Σαράγεβο, να δολοφονηθεί, στις 28 Ιουνίου 1914, από τον νεαρό Σέρβο φοιτητή Γαβρίλο Πρίνσιπ, μέλος της «Νέας Βοσνίας», παρακλαδιού της «Μαύρης Χειρός» στη Βοσνία.
Οι Αυστριακοί ζήτησαν την άμεση παράδοση του Ντιμιτρίεβιτς και δύο συνεργατών του ως οργανωτών της δολοφονίας. Οι Σέρβοι αρνήθηκαν, οι Αυστριακοί επιτέθηκαν εναντίον τους και ο πόλεμος αυτός σύντομα γενικεύτηκε, οδηγώντας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Αρχικά, οι Σέρβοι απέκρουσαν τις επιθέσεις των Αυστριακών τον Αύγουστο και τον Νοέμβριο του 1914. Στις 7 Δεκεμβρίου 1914, η κυβέρνηση του Βελιγραδίου διακήρυξε πως θα αγωνιζόταν για την ένωση των τριών λαών της Νότιας Σλαβίας, δηλαδή Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, ενώ και μια Επιτροπή Νοτιοσλάβων, Γιουγκοσλάβων φυγάδων, υπηκόων της Αυστροουγγαρίας, συγκροτήθηκε για τον ίδιο σκοπό.
Οι συνδυασμένες επιθέσεις Αυστριακών και Γερμανών από τον βορρά και Βουλγάρων από τα ανατολικά οδήγησαν στην κατάκτηση της Σερβίας από τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες.
Η σερβική κυβέρνηση και τα υπολείμματα του στρατού της χώρας, περίπου 130.000 άνδρες, μεταφέρθηκαν με γαλλικά πλοία στην Κέρκυρα. Οι πρώτοι στρατιώτες έφτασαν εκεί στις 18 Ιανουαρίου 1916 και οι τελευταίοι στις 23 Φεβρουαρίου 1916. Πολλοί, περίπου 3.680, πέθαναν από ασιτία και ασθένειες.
Ο βασιλιάς Πέτρος και η κυβέρνηση διέμεναν στο ξενοδοχείο «Bella Venezia». Για τις συνεδριάσεις της Βουλής των Σέρβων παραχωρήθηκε το Δημοτικό Θέατρο του νησιού. Κερκυραίοι γιατροί φρόντισαν Σέρβους τραυματίες και παρασημοφορήθηκαν.
ΣΕΡΒΟΙ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ
Στα μέσα Μαρτίου 1916, ο Σερβικός Στρατός είχε αναδιοργανωθεί και τον αποτελούσαν έξι μεραρχίες. Οι Αγγλογάλλοι ζήτησαν από την ελληνική κυβέρνηση να μεταβούν οι σερβικές δυνάμεις, περίπου 130.000 άνδρες, στη Χαλκιδική σιδηροδρομικώς, όμως το αίτημά τους δεν έγινε δεκτό.
Τελικά, η μεταφορά τους έγινε από συμμαχικές δυνάμεις με πλοία, τον Απρίλιο και τον Μάιο του 1916, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν στη Χαλκιδική τρεις στρατιές.
Παρά τις άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους στην Κέρκυρα, οι Σέρβοι δεν προέβησαν σε καμία κλοπή, λεηλασία ή βιαιοπραγία. Μόνο ορισμένοι… γοήτευσαν νεαρές Κερκυραίες και τις παντρεύτηκαν, παραμένοντας στο νησί, όπου και σήμερα υπάρχουν απόγονοί τους, τα επώνυμα των οποίων τελειώνουν σε -ιτς.
Στις 30 Ιουνίου 1917 υπογράφηκε στο νησί η περίφημη «Διακήρυξη της Κέρκυρας», στην οποία εκφραζόταν η βούληση για τη δημιουργία, μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ενός δημοκρατικού κράτους με τη συμμετοχή των Σέρβων και των σλαβικών λαών της Αυστροουγγαρίας.
Για όλους αυτούς τους λόγους, η Κέρκυρα, «το νησί της σωτηρίας», όπως το έλεγαν οι ίδιοι, έχει μεγάλη ιστορική σημασία για τους Σέρβους. Πολλοί Σέρβοι έχουν ταφεί και στο γειτονικό νησί Βίδο, την αρχαία Πτυχία.
Οι 130.000 Σέρβοι και ο Ελληνικός Στρατός, που μπήκε στον πόλεμο με την επικράτηση του Βενιζέλου και συμμετείχε σε αυτόν στο πλευρό της Αντάντ, συνέβαλαν αποφασιστικά στη νίκη επί των Κεντρικών Δυνάμεων, ιδιαίτερα με τις επιτυχίες του Σεπτεμβρίου 1918, και οδήγησαν στη συνθηκολόγηση Οθωμανών και Βουλγάρων.
Το Μακεδονικό Μέτωπο είχε γίνει εφιάλτης των Γερμανών έως και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ανακωχή της «Βίλα Τζούλια», στην Πάντοβα, στις 3 Νοεμβρίου 1918, επικύρωσε την άνευ όρων συνθηκολόγηση της Αυστροουγγαρίας, που επαναλήφθηκε με την ανακωχή που υπέγραψε η Συμμαχική Στρατιά της Ανατολής μόνο με τους Ούγγρους, στις 13 Νοεμβρίου 1918.
Η ανακωχή επικύρωνε την κατάληψη όλων των σλαβικών εδαφών της μοναρχίας των Αψβούργων. Την 1η Δεκεμβρίου 1918 συγκροτήθηκε το Βασίλειο των Σέρβων, των Κροατών και των Σλοβένων. Οι Συνθήκες του Αγίου Γερμανού και του Τριανόν αναγνώρισαν στο νέο Βασίλειο την κυριαρχία στην Κροατία και τη Σλοβενία, ενώ η Βοϊβοντίνα γινόταν σερβική επαρχία.
Το Μαυροβούνιο, που είχε αποδεχθεί την ένωση το 1919, εντάχθηκε στο νέο Βασίλειο το 1921. Πρώτος βασιλιάς του νέου κράτους ήταν ο Πέτρος Καραγιώργεβιτς, τον οποίο διαδέχθηκε ο γιος του Αλέξανδρος.
Η ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ
Οι Αρχές του νέου Βασιλείου δεν χρησιμοποίησαν τον όρο «Μακεδονία», αλλά «Νότια Σερβία». Όλοι οι Σλαβομακεδόνες αναγνωρίστηκαν ως Σέρβοι και μόνο κάποιοι από αυτούς θεωρήθηκαν, παροδικά, λόγω κάποιας ατυχούς συγκυρίας, ως εκβουλγαρισθέντες. Η Εκκλησία τους υπήχθη στο Σερβικό Πατριαρχείο. Η σερβική αναγνωρίστηκε ως επίσημη γλώσσα στη διοίκηση και την παιδεία.
Η σερβική κυβέρνηση μετέφερε αποίκους, κυρίως Σέρβους, για εγκατάσταση σε περιοχές που ανήκαν σε Τούρκους γαιοκτήμονες, καθώς και σε υποανάπτυκτες περιοχές. Οι Σέρβοι άποικοι αντιμετωπίστηκαν με περιφρόνηση από τους ντόπιους. Παράλληλα, η κυβέρνηση του Βελιγραδίου έστελνε στην περιοχή τους πλέον ανίκανους και διεφθαρμένους αξιωματούχους.
Η Νότια Σερβία, δηλαδή η Μακεδονία, ήταν τόπος δυσμενούς μετάθεσης με πενιχρές απολαβές για τους δημοσίους υπαλλήλους.
Τα κονδύλια που δαπανήθηκαν για την περιοχή ήταν ελάχιστα. Μόνο για την πρωτεύουσά της, τα Σκόπια, διατέθηκαν αρκετά χρήματα. Η Γιουγκοσλαβία είχε δεσμευτεί να σέβεται τα δικαιώματα των μειονοτήτων που ζούσαν στα εδάφη της, όμως, καθώς δεν αναγνώριζε την ύπαρξη σλαβομακεδονικής μειονότητας, υπήρξαν προσφυγές στην Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ), χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Η ΕΜΕΟ, Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση, βουλγαρική μυστική αυτονομιστική οργάνωση, έκανε τρομοκρατικές επιθέσεις και επιδρομές στη γιουγκοσλαβική επικράτεια. Οι γιουγκοσλαβικές αρχές υιοθέτησαν καταπιεστικά μέτρα και αντίποινα σε βάρος των Σλαβομακεδόνων, οι οποίοι έχασαν σταδιακά την πίστη τους στην ΕΜΕΟ και δέχτηκαν τη βοήθεια των γιουγκοσλαβικών Αρχών για να προστατευτούν από τους κομιτατζήδες.
Όλα αυτά τα χρόνια υπήρχαν συγκρούσεις στο εσωτερικό της Γιουγκοσλαβίας. Το 1928, μέσα στο Κοινοβούλιο, ένας Μαυροβούνιος βουλευτής πυροβόλησε και σκότωσε τον Στέπαν Ράντιτς, αρχηγό του μεγαλύτερου κροατικού κόμματος, που μάλιστα υποστήριζε την κροατική αυτονομία.
Οι Κροάτες βουλευτές αποχώρησαν από το Κοινοβούλιο και ανακοίνωσαν ότι δεν αναγνωρίζουν τον βασιλιά, τον οποίο η χήρα του Ράντιτς θεωρούσε εμπνευστή της δολοφονίας.
Ο βασιλιάς Αλέξανδρος, επωφελούμενος από τη χαώδη κατάσταση, κατήργησε το Σύνταγμα, διέλυσε τη Βουλή και ανέλαβε πραξικοπηματικά την απόλυτη εξουσία στις 6 Ιανουαρίου 1929.
Ο Αλέξανδρος ενίσχυσε τη συγκεντρωτική δομή του κράτους, προσπαθώντας να δημιουργήσει μια ενιαία εθνική συνείδηση. Κατήργησε το Σύνταγμα του 1921 και το 1931 καθιέρωσε ένα άλλο, με πιο ομοσπονδιακό προσανατολισμό. Διαίρεσε τη χώρα σε εννέα επαρχίες, μία από τις οποίες ήταν και η Vardarska Banovina.
Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΟ 1934
Αρχικά, οι μεταρρυθμίσεις του αντιμετωπίστηκαν ευνοϊκά. Λόγω όμως του βίαιου τρόπου εφαρμογής τους, προκάλεσαν αντιδράσεις. Οι Κροάτες στόχευαν πάντα στην αυτονομία τους, ενώ Ιταλία και Ουγγαρία πίεζαν τη Γιουγκοσλαβία.
Το 1934 δολοφονήθηκε ο βασιλιάς Αλέξανδρος στη Μασσαλία, όπου είχε πάει για επίσημη επίσκεψη, από μέλη του VMRO, σλαβομακεδονικής εθνικιστικής οργάνωσης, και της κροατικής φασιστικής οργάνωσης «Ουστάσι», όπως αποκαλύφθηκε αργότερα.
Ο Αλέξανδρος άλλαξε το όνομα της «Νότιας Σερβίας» σε «Vardarska Banovina». Προέβη σε κάποιες μεταρρυθμίσεις, έστειλε ικανούς αξιωματούχους εκεί και διόρισε ντόπιους δασκάλους και αξιωματούχους. Οι Σλαβομακεδόνες άρχισαν να αποδέχονται, με κάποια δυσφορία, τη γιουγκοσλαβική εξουσία.
Στις πρώτες εκλογές μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1920, το Κομμουνιστικό Κόμμα κέρδισε 17 έδρες στη «Νότια Σερβία». Αυτό δεν οφειλόταν στη συμπάθεια των Σλαβομακεδόνων προς το ΚΚ Γιουγκοσλαβίας, αλλά στην αντίδρασή τους προς τις ενέργειες του Βελιγραδίου.
Όταν το ΚΚΓ απαγορεύτηκε, οι Σλαβομακεδόνες στράφηκαν προς τα φιλοκυβερνητικά κόμματα. Πάντως, σε κανένα επίσημο έγγραφο η «Νότια Σερβία» ή «Vardarska Banovina» δεν εμφανίζεται ως «Makedonija» ή με όρο που να έχει ως συνθετικό τη λέξη αυτή έως το 1941. Τα πράγματα άλλαξαν επί Τίτο.
ΠΩΣ Η «ΝΟΤΙΑ ΣΕΡΒΙΑ» ΕΓΙΝΕ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» ΚΑΙ Η «VARDARSKA BANOVINA» ΒΑΦΤΙΣΤΗΚΕ «VARDARSKA MAKEDONIJA»
Ο κορυφαίος ιστορικός Κ.Α. Βακαλόπουλος, στο βιβλίο του «Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού: Μακεδονία», γράφει:
«Η ρωσική επανάσταση του 1917, η επικράτηση των μπολσεβίκων και η ευρύτατη διάδοση των κομμουνιστικών ιδεών και στον ελλαδικό χώρο επρόκειτο να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο διά μέσου της Κομιντέρν στη διαμόρφωση του μακεδονικού ζητήματος.
Το μακεδονικό πρόβλημα τέθηκε επί τάπητος από την πλευρά της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας, που σχηματίστηκε στα 1920 στη Σόφια με τη συμμετοχή των βαλκανικών κομμουνιστικών κομμάτων… Ήδη, στα 1922, η Κομιντέρν είχε ταχθεί κατά της εγκατάστασης των Ελλήνων προσφύγων της Μ. Ασίας στην ελληνική Μακεδονία και τη Θράκη και είχε κατηγορήσει την ελληνική πολιτική ότι αποσκοπούσε ν’ αλλοιώσει την εθνολογική σύσταση των δύο επαρχιών».
Ο ΤΙΤΟ ΚΑΙ Η «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ»
Το όνομα «Μακεδονία» εμφανίστηκε για πρώτη φορά επίσημα στη διάσκεψη στο Jajce του Αντιφασιστικού Συμβουλίου της Εθνικής Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας, τον Νοέμβριο του 1943. Αυτό αποφάσισε την ομοσπονδιακή οργάνωση της Γιουγκοσλαβίας και αναγνώρισε την ισότητα για τα έθνη της Σερβίας, της Κροατίας, της Σλοβενίας, του Μαυροβουνίου, της Μακεδονίας, της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης.
Η σημασία της διάσκεψης ήταν μεγάλη, γιατί αποδεχόταν την ύπαρξη «μακεδονικού» έθνους και αποφάσιζε την ίδρυση «μακεδονικού κράτους», του οποίου τα όρια δεν καθορίζονταν. Τον Αύγουστο του 1944 η «Γιουγκοσλαβική Μακεδονία» αποτέλεσε επίσημα ομόσπονδο κράτος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας. Το νέο κράτος αναγνωρίστηκε επίσημα αμέσως από την Κεντρική Επιτροπή του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας.
Η «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΤΟΥ ΒΑΡΔΑΡΗ» / VARDARSKA MAKEDONIJA
Το όνομα «Μακεδονία του Βαρδάρη» είναι ένα από τα πολλά που προτάθηκαν για τη λεγόμενη «Βόρεια Μακεδονία». Πλέον, στη Wikipedia και αλλού, το «Vardarska Makedonija» κάνει πολύ συχνά την εμφάνισή του.
Μάλιστα, όπως διαβάζουμε, τους πρώτους χάρτες της «Μακεδονίας του Βαρδάρη» σχεδίασε στην Αγία Πετρούπολη το 1913 ο Ντιμίτριγιε.
Τι εξυπηρετεί άραγε η αναφορά σε «Μακεδονία του Βαρδάρη», ένα όνομα χωρίς περιεχόμενο; Θέλουν κάποιοι να δείξουν ότι το όνομα «Μακεδονία» υπήρχε στην επικράτειά τους 30 χρόνια νωρίτερα από ό,τι ξέρουμε; Καλό είναι να επαγρυπνούμε για κάθε ενδεχόμενο.
Με την ευκαιρία, να αναφέρουμε ότι, στο πλαίσιο της νατοϊκής επιχείρησης «Air Policing», Ελλάδα και Ιταλία επιτηρούν τον εναέριο χώρο, εκτός της Αλβανίας, και της Βόρειας Μακεδονίας, αλλά και του Μαυροβουνίου. Το κόστος πληρώνεται από τους Έλληνες φορολογούμενους.
Η επιτήρηση του αλβανικού εναέριου χώρου από το 2009 έως το 2017 κόστισε 5,5 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με την εφημερίδα «Πρωινός Λόγος» των Ιωαννίνων. Λογικά, σήμερα, εννέα χρόνια αργότερα, το κόστος θα πλησιάζει τα 15 εκατ. ευρώ.
Πηγή: Πρώτο Θέμα
The post Πώς η «Νότια Σερβία» έγινε «Μακεδονία» και η «Vardarska Banovina» βαφτίστηκε «Vardarska Makedonija» appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.