«Υψηλότερος ο κίνδυνος» πανδημίας σήμερα απ’ ό,τι πριν την COVID-19

Ο κόσμος βρίσκεται σήμερα σε μεγαλύτερο κίνδυνο πανδημίας και είναι λιγότερο ασφαλής απέναντι σε θανατηφόρες επιδημίες απ’ ό,τι πριν από την COVID-19, προειδοποιεί νέα έκθεση για την «παγκόσμια υγειονομική ετοιμότητα», παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί σε εμβόλια και διαγνωστικές τεχνολογίες.

Τα ευρήματα του Global Preparedness Monitoring Board (GPMB) -όργανο που συγκλήθηκε από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ)- δημοσιοποήθηκαν ενώ οι υγειονομικές Αρχές είναι αντιμέτωπες με νέες προκλήσεις: Εξάρσεις του θανατηφόρου Έμπολα στην Αφρική, χανταϊού σε κρουαζιερόπλοιο, ενώ η Αυστραλία αντιμετωπίζει μία από τις χειρότερες εξάρσεις διφθερίτιδας από τότε που ξεκίνησαν οι επίσημες καταγραφές.

Η έκθεση του GPMB διαπιστώνει ότι «καθώς οι εξάρσεις μολυσματικών ασθενειών γίνονται συχνότερες, γίνονται επίσης πιο καταστροφικές» και προειδοποιεί ότι η παγκόσμια ετοιμότητα «κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση».

«Τα στοιχεία είναι ξεκάθαρα: οι επιπτώσεις των υγειονομικών εκτάκτων αναγκών στην υγεία, την οικονομία, την κοινωνία και την πολιτική όχι μόνο δεν έχουν μειωθεί, αλλά σε σημαντικούς τομείς αυξάνονται».

«Με λίγα λόγια, οι μεταρρυθμίσεις δεν συμβαδίζουν με τον αυξανόμενο κίνδυνο πανδημίας. Ο κόσμος δεν είναι ακόμη ουσιαστικά ασφαλέστερος».

Η καθηγήτρια Sharon Lewin από το Doherty Institute -η οποία δεν συμμετείχε στη συγγραφή της έκθεσης, δήλωσε στο ABC ότι τα ευρήματα αποτελούν σημαντική υπενθύμιση πως η παγκόσμια συνεργασία και η ισότιμη πρόσβαση σε μέτρα υγείας είναι κρίσιμες για την ετοιμότητα απέναντι στις πανδημίες.

«Μπορεί να έχεις τους καλύτερους επιστήμονες στον κόσμο, αλλά αν οι άνθρωποι δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση στα επιτεύγματά τους ή δεν τους εμπιστεύονται, ή αν οι κυβερνήσεις δεν στηρίζουν (την έρευνά τους), τότε δεν θα τα καταφέρουμε καλά απέναντι σε αυτή την υγειονομική πρόκληση», είπε.

Η ειδικός στις λοιμώδεις νόσους επισήμανε ακόμη ότι οι επιστήμονες πρέπει να συνεργάζονται «χέρι-χέρι με τις κοινότητες, τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και τις στρατηγικές παγκόσμιας ισότητας», προειδοποιώντας όμως ότι «οι προοπτικές δεν είναι καλές» όσον αφορά αυτά τα ευρύτερα συστήματα.

ΓΙΑΤΙ ΑΥΞΑΝΕΤΑΙ Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ

Οι συντάκτες της έκθεσης του GPMB επισημαίνουν την κλιματική αλλαγή, τις ένοπλες συγκρούσεις, τη ραγδαία μετακίνηση πληθυσμών και τον αυξανόμενο πολιτικό κατακερματισμό ως βασικούς παράγοντες πίσω από την αυξανόμενη απειλή εξάρσεων.

Το 2024, ο ΠΟΥ εντόπισε σχεδόν διπλάσιες υγειονομικές έκτακτες ανάγκες σε σχέση με το 2015, υπογραμμίζοντας τη συχνότερη εμφάνιση εξάρσεων παγκοσμίως.

Παρότι οι χώρες διαθέτουν πλέον πιο προηγμένα εργαλεία για την αντιμετώπισή τους— συμπεριλαμβανομένων εμβολίων mRNA, γονιδιωματικής ανάλυσης και ταχύτερων διαγνωστικών τεστ — οι συντάκτες ανέφεραν ότι αυτά τα οφέλη υπονομεύονται από την παραπληροφόρηση, την υποχρηματοδότηση και τις γεωπολιτικές εντάσεις.

Η έκθεση προειδοποίησε ότι η εμπιστοσύνη στους δημόσιους θεσμούς και τη διεθνή συνεργασία έχει επιδεινωθεί μετά την πανδημία COVID-19, καθιστώντας δυσκολότερη μια ενιαία παγκόσμια αντίδραση όταν ξεσπούν νέες επιδημίες.

Παρότι οι συντάκτες σημείωσαν ότι η τεχνητή νοημοσύνη (AI) έχει «τεράστιες δυνατότητες» να μεταμορφώσει την ετοιμότητα απέναντι στις πανδημίες, τόνισαν ότι χωρίς δικλείδες ασφαλείας και αποτελεσματική εποπτεία, μπορεί να ενισχύσει τις ανισότητες στην υγεία και να διευρύνει τα κενά πρόσβασης.

Χωρίς την αντιμετώπιση των αιτιών που οδηγούν σε εξάρσεις, την αντιστροφή της μείωσης των δεσμεύσεων για ισότητα και συλλογική δράση και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης του κοινού, οι συντάκτες προειδοποίησαν ότι οι υγειονομικές κρίσεις θα γίνουν ακόμη πιο αποσταθεροποιητικές.

«Ο κόσμος κινδυνεύει να εισέλθει σε έναν κύκλο επιταχυνόμενων υγειονομικών κρίσεων, όπου κάθε νέο σοκ διαβρώνει περαιτέρω την ανθεκτικότητα και διευρύνει τις υπάρχουσες ρωγμές», ανέφεραν.

Το GPMB ζητά ισχυρότερα διεθνή συστήματα παρακολούθησης, πιο ισότιμη πρόσβαση σε εμβόλια και θεραπείες και βιώσιμη μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση για την ετοιμότητα απέναντι στις πανδημίες.

Παράλληλα καλεί τις κυβερνήσεις να επενδύσουν περισσότερο στις υποδομές δημόσιας υγείας και στα μέτρα ετοιμότητας, προειδοποιώντας ότι το κόστος πρόληψης είναι πολύ χαμηλότερο από το κόστος αντιμετώπισης μιας νέας παγκόσμιας πανδημίας.

Όσον αφορά στην Αυστραλία, σύμφωνα με την καθηγήτρια Lewin, η χώρα έχει βελτιώσει ορισμένες πτυχές της ετοιμότητάς της μετά την πανδημία COVID-19, μεταξύ άλλων μέσω της δημιουργίας εθνικού Κέντρου Ελέγχου Νοσημάτων, επενδύσεων στην παρακολούθηση λοιμωδών νοσημάτων και αλλαγών στα συστήματα αναφοράς δεδομένων.

Ωστόσο προειδοποίησε ότι η ετοιμότητα απέναντι σε εξάρσεις δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά σε εθνικό επίπεδο.

«Η ετοιμότητα απέναντι στις πανδημίες δεν αφορά χώρες που λειτουργούν απομονωμένα», είπε.

«Αν κοιτάμε μόνο την Αυστραλία και λέμε ‘είμαστε εντάξει, είμαστε έτοιμοι, θα έχουμε πρόσβαση σε εμβόλια και διαγνωστικά, δεν χρειάζεται να ανησυχούμε’, τότε αυτή δεν είναι σωστή προσέγγιση. Πρέπει να σταματάμε τις νέες εξάρσεις στην πηγή τους».

Σύμφωνα με την ίδια, η χώρα θα μπορούσε να κάνει περισσότερα για να συμβάλει στη βελτίωση της ισότιμης πρόσβασης σε εμβόλια, διαγνωστικά και θεραπείες παγκοσμίως.

«Η Αυστραλία έχει έναν πολύ σημαντικό ρόλο να διαδραματίσει μέσω της συμβολής της στο Global Fund και στον ΠΟΥ», είπε.

«Αυτός είναι πραγματικά ο βασικός στόχος αυτής της έκθεσης και είναι πολύ σημαντικός, γιατί μας υπενθυμίζει ότι δεν αφορά μόνο όσα κάνουμε μέσα στα δικά μας σύνορα. Πρέπει να συνεργαζόμαστε με τις κοινότητες και τις χώρες γύρω μας».

The post «Υψηλότερος ο κίνδυνος» πανδημίας σήμερα απ’ ό,τι πριν την COVID-19 appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.