«Έπρεπε να δω μπροστά μου, όχι πίσω…»

Στα 100 της χρόνια η Μαρία Αναστασάτου δεν θυμάται μόνο έναν αιώνα ζωής. Θυμάται έναν αιώνα αγώνα απέναντι σε σκληρές αντιξοότητες που της επιφύλασσε η μοίρα.

Παιδί μόλις 7 χρόνων έμεινε ορφανή από πατέρα. Έζησε τη γερμανική Κατοχή στην Κρήτη. Άφησε πίσω, παρά τη θέλησή της, μητέρα και αδελφή για να σπουδάσει, ως οικότροφος σε μία σχολή Μαιευτικής, στην Αθήνα του Εμφυλίου.

Έκανε το δρομολόγιο Πειραιά-Μελβούρνη τόσες φορές όσες λίγοι, καθώς ήταν νοσοκόμα στο θρυλικό «Κυρήνεια». Στο πλοίο αυτό -για το οποίο έχει γράψει και ο ποιητής των θαλασσών, Νίκος Καββαδίας- η Μαρία (Αγγελάκη ακόμη τότε) γνώρισε και τον σύζυγό της, Κώστα Αναστασάτο.

Λίγα χρόνια μετά τον γάμο τους, το 1956 επιβιβάστηκαν στο «Τασμάνια», έχοντας λάβει την απόφαση να κάνουν και πάλι το ταξίδι για την Αυστραλία ως μετανάστες όμως οι ίδιοι αυτή τη φορά.

Όπως πολλοί την εποχή εκείνοι υπολόγιζαν ότι θα έμεναν στα ξένα για λίγα μόνο χρόνια. Η κυρία Μαρία συμπλήρωσε τα 70. Με τα 53 από αυτά χήρα, έχοντας -όπως η μητέρα της κάποτε- να αναθρέψει δύο παιδιά, 7 και 9 ετών. Ήταν το 1973 όταν ο αγαπημένος της Κώστας σκοτώθηκε σε τροχαίο.

Δίχως συγγενείς, με στήριγμα μόνο καλούς φίλους, σε μία χώρα που προσέφερε ευκαιρίες, αλλά στην καρδιά, δεν είχε γίνει πατρίδα ακόμη.

Δεν είχε περιθώριο ούτε να θρηνήσει. Στο μυαλό της είχε μόνο το να καταφέρει να προσφέρει στα παιδιά της, Ελένη και Βασίλη. «Έπρεπε να δω μπροστά μου, όχι πίσω…», λέει η ίδια και μας εκμυστηρεύεται ότι «ποτέ δεν ένιωσα ότι δε χρειάζεται να ανησυχώ, ότι ήμουν σε ‘safety zone’…».

ΕΝΑΣ ΑΙΩΝΑΣ ΖΩΗΣ… ΚΑΙ ΤΙ ΖΩΗΣ!

Η κυρία Μαρία -το γένος Αγγελάκη- γεννήθηκε το 1926, στις 28 Μαΐου στο χωριό Ζήρος της Σητείας.

Γιόρτασε λίγες ημέρες πριν τα 100ά της γενέθλια περιστοιχισμένη από τα παιδιά της, Ελένη και Βασίλη και φίλους, που όλα αυτά τα χρόνια έγιναν οι… συγγενείς της στη νέα πατρίδα.

Ένας αιώνας ζωής. Ένα επίτευγμα από μόνο του ξεχωριστό. Καθίσταται ωστόσο ακόμη πιο αξιοθαύμαστο αν αναλογιστεί κανείς τις απώλειες, τις στερήσεις, τις δοκιμασίες που σμίλεψαν την προσωπικότητά της.

Η Μαρία Αναστασάτου στα χρόνια της νιότης

Παρά τα όσα πέρασε, στάθηκε ακλόνητη και δεν έπαψε ποτέ να κοιτάζει προς ένα καλύτερο μέλλον για την ίδια και την οικογένειά της. Παρά τον πόνο, δεν έχασε ποτέ το κουράγιο της, την πίστη της και την αγάπη για ζωή.

Ρίζωσε στην Αυστραλία και στην όγδοη δεκαετία της ζωής της βρήκε και τη Μούσα της. Βρήκε παρηγοριά και συντροφιά, στην ποίηση. Σε στιχάκια που σκάρωνε στο αγαπημένο της τετράδιο και τα οποία μοιράστηκε για πάνω από 20 χρόνια με τους αναγνώστες του «Νέου Κόσμου». Την εφημερίδα που διαβάζει από τότε που πρωτοκυκλοφόρησε 69 χρόνια πριν..

«Πώς έφτασα τα εκατό; Ούτε το ξέρω, ούτε με απασχολεί τώρα. Κάθε μέρα την παίρνω όπως να ‘ρθει», μας είπε για το σημαντικό της αυτό επίτευγμα.

Ίσως είναι γεννημένη το 1925. Αλλά, αφού 100 «γράφουν τα χαρτιά, τόσα πρέπει να βάλουμε», πρόσθεσε χαμογελώντας.

Τότε που γεννήθηκε, η πρώτη πατρίδα της, η Ελλάδα προσπαθούσε ακόμη να επουλώσει το τραύμα της Μικρασιατικής Καταστροφής.

Η δεύτερη, η Αυστραλία μετά την πρώτη εκστρατεία των ANZACs άρχιζε να αποκτά τη δική της εθνική συνείδηση.

Δύο χώρες μακρινές μεταξύ τους που ακόμη αναζητούσαν την ταυτότητά τους.

Μέσα σε αυτό το ιστορικό σταυροδρόμι γεννήθηκε μια γενιά ανθρώπων που αργότερα θα τις φέρει ακόμη πιο κοντά και θα τις αποκαλεί πατρίδες. Μετανάστες που η ζωή δεν τους χαρίστηκε. Αντίθετα, συχνά δοκίμασε την αντοχή και το κουράγιο τους.

ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΔΙ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

Η κυρία Μαρία, όπως αφηγήθηκε στον «Νέο Κόσμο», ήταν 7 ετών παιδί όταν έχασε τον πατέρα της, Γιώργο από εγκεφαλικό.

«Είχε πρόβλημα με την υγεία του και συνέχεια έτρεχε στους γιατρούς. Δεν έμενε πολύ μαζί μας τα τελευταία χρόνια…».

Η μητέρα της Ελένη, μια γυναίκα στα 30 της χρόνια δίχως κάποια ειδίκευση εργαζόταν σε σπίτια πλουσίων, βοηθούσε στο νοικοκυριό και της έδιναν, αντί για λεφτά, τρόφιμα.

«Που ήταν μια βοήθεια» ώστε να αναθρέψει τη μικρή Μαρία και την αδελφή της, την Άννα, η οποία ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερη.

Η μητέρα πέθανε στα 75 της, «αλλά φαινόταν εκατό» από όλα αυτά που είχε περάσει.

«Λίγους συγγενείς είχαμε, αυτοί μας παραστάθηκαν, αλλά πιο πολύ η μάνα, για να μας μεγαλώσει».

«Ήταν λίγο αυστηρή, αλλά έπρεπε να είναι για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα», ανέφερε η κυρία Μαρία.

Στη φωνή της δεν ακούγεται παράπονο. Αντίθετα, υπάρχει σεβασμός. Δίνει τόση πολύ έμφαση στη λέξη, σα να σε ωθεί να τη γράψεις με κεφαλαία «ΜΑΝΑ». Να τονίσεις ότι δεν πρόκειται για συγγενική ιδιότητα μόνο, αλλά για ένα σύμβολο θυσίας και αστείρευτης αγάπης. Σαν να συμπυκνώνεται μέσα σε τέσσερα γράμματα η αντοχή μιας γενιάς γυναικών που έμαθαν να υπομένουν χωρίς να παραπονιούνται και να δίνουν χωρίς να ζητούν.

ΚΑΤΟΧΗ

Η κυρία Μαρία διατηρεί μνήμες από τη Μάχη της Κρήτης, 85 χρόνια πριν. Τότε ζούσαν στο Ηράκλειο, όπου πήγαιναν σχολείο.

Θυμάται ζωντανά εικόνες — τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές να πέφτουν από τον ουρανό, το καταφύγιο στον οχετό που οδηγεί στη θάλασσα.

«Σκληρή ζωή», σχολιάζει λιτά.

«Είχαμε απομείνει μόνο γυναικόπαιδα. Οι άντρες πήρανε όπλα και πήγανε να πολεμήσουν».

«Εμάς δεν μας πείραξαν, δεν μας κακοποίησαν … απέναντι από αυτό το το καταφύγιο που είχαμε βρει ήταν το σπίτι που μέναμε. Η μάνα μου νοίκιαζε ένα δωμάτιο και κουζίνα. Και είχανε πάει οι Γερμανοί, είχανε βρει κρασί και είχανε μεθύσει. Μόλις τους είδαμε … (πήγαμε) αρπάξαμε τα απαραίτητα και φύγαμε από το σπίτι».

Μετά από κάποιο καιρό «ηρέμησαν τα πράγματα».

«Γυρίσαμε πίσω … η μάνα δούλευε τότε σε ένα εργοστάσιο που έφτιαχναν τα τσάγια από τα βουνά και εμείς επιστρέψαμε στα σχολεία όταν ανοίξαν».

Η κυρία Μαρία διαβάζοντάς μας ένα από τα ποιήματά της

Σε ποίημά της, το οποίο έχει δημοσιευτεί στην εφημερίδα μας λίγα χρόνια πριν ανέφερε σχετικά:

«Ήμουν παιδί και λύγισα στου Γερμανού τα σκάγια, τα στούκας εχαμήλωναν και θέριζαν τα πάντα οι σφαίρες τώρα όλες τους έπεφταν στο κορμί μου πολύ το εφοβήθηκα είναι η σειρά η δική μου. Πέρασαν ίσως πολλές ώρες που μας κράτησαν αιχμαλώτους φαίνεται πως άλλαξαν σκοπό και πιάσανε τους λόφους.

Φύγαμε πανικόβλητοι στο σπίτι τρέξαμε να σωθούμε, βρήκαμε κάτι τρομερό οι Γερμανοί είχαν μεθύσει με το κρασί το σπιτικό. Αρπάξαμ’ ό,τι βρήκαμε και φύγαμε για το χωριό. Εκεί καταλήξαμε σ’ ένα σχολειό, όπου γεμίσαμε ψείρες και κοριό. Πέρασαν χρόνια πολλά όταν βρέθηκα στην πατρίδα ένα βράδυ η εξαδέλφη μου θέλησε να με ξεναγήσει περάσαμε από το καταφύγιο που μ’ είχε φιλοξενήσει, Κούνου Καπί το λέγανε και σήμερα υπάρχει, σέρνει μαζί του στεναγμούς αναμνήσεις και ηρωισμούς».

Θυμάται επίσης μέχρι σήμερα ότι στο «το πίσω μέρος της αυλής» του σπιτιού τους, «που έβλεπε στη θάλασσα είχε σκοτωθεί ένας υψηλόβαθμος Γερμανός. «Και κάθε φορά που έβρεχε ‘φούντωνε’ το αίμα…».

ΜΟΝΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ 

Ήταν το 1944, όταν τελείωσε το σχολείο στο Ηράκλειο. Ήθελε να γίνει μοδίστρα και η αδελφή της, η Άννα, νοσοκόμα.

«Αλλά δεν έγινε ούτε εκείνης η επιθυμία ούτε η δική μου», λέει η κυρία Μαρία.

Η Άννα «μπήκε σε ένα σχολείο που μάθαιναν γλώσσες ξένες, η Γαλλική ήτανε τότε η πρωτεύουσα. Και σε σχολείο καλογριών επήγαινε. Γιατί η μάνα μου είχε έναν αδερφό στα Ιεροσόλυμα και προσπαθούσε να πάμε εκεί να μείνουμε…».

Η αδελφή της παντρεύτηκε και δε συνέχισε τις σπουδές της.

«Εγώ εν τέλει έγινα μαία».

Μας διηγείται πως η Άννα την έσπρωχνε για να μπει στο πλοίο για τον Πειραιά όταν ήταν να φύγει για να σπουδάσει. «Όποιος πρόφταινε έμπαινε τότε, μόλις είχαν ανοίξει οι γραμμές …».

«Εγώ ήθελα να γυρίσω πίσω … πήγα (στην Αθήνα) επέρασα τη συνέντευξη (για τη σχολή Μαιευτικής) και ξαναγύρισα στην Κρήτη μέχρι να έρθει η ώρα να ξεκινήσω (τα μαθήματα)» αφηγείται με ένα πονηρό χαμόγελο.

«Λέει η μάνα μου ‘Τι έκανες τώρα; Πώς θα σε ξαναστείλουμε πίσω;’».

Από τη ζωή στην Αθήνα τον καιρό των σπουδών της θυμάται ότι ήταν «πολύ περιορισμένη … Αναζητούσα την οικογένειά μου».

Τέσσερα χρόνια, μαθήματα και βάρδιες, απογεύματα και βράδια.

Κατά τον Εμφύλιο δεν της έτυχαν απρόοπτα. «Δεν είχα επαφή (έξω από τη Σχολή). Δεν είχα συγγενείς, φίλους, δεν είχα πολλά πολλά. Δεν είχα απασχολήσει … Βέβαια η ζωή (έξω) ήτανε διαφορετική».

Μετά την αποφοίτησή της, «ορισμένες συνθήκες με αναγκάσανε να φύγω και πήγα σε μία ιδιωτική κλινική, Σμπαρούνη. Και εκεί εδούλευα».

ΝΟΣΟΚΟΜΑ ΣΤΟ «ΚΥΡΗΝΕΙΑ»

Επόμενη εργασία της: νοσοκόμα στο θρυλικό «Κυρήνεια».

«Ήμασταν τότε μαζί με μία ακόμη κοπέλα (νοσοκόμες). Μεγάλα ταξίδια. Ταλαιπωρία, ταλαιπωρία».

Αλλά είχε και τις ευχάριστες στιγμές.

«Γέννηση μέσα στο πλοίο δεν έτυχε, αλλά είχαμε γάμους», θυμάται η κυρία Μαρία και χαμογελά.

Μια φορά, συνέχισε, αναχωρώντας από τη Μελβούρνη, «το πλοίο προσέκρουσε σε ύφαλο και άνοιξε».

«Μπήκανε μέσα τα νερά, (όμως) δεν εβούλιαξε. Ο καπετάνιος το έφερε πάλι πίσω στο λιμάνι».

Περίπου τρία χρόνια δούλεψε στο «Κυρήνεια», όπου γνώρισε και τον Κώστα Αναστασάτο, από την Κεφαλλονιά, ο οποίος ήταν ηλεκτρολόγος στο πλοίο.

Παντρεύτηκαν και έζησαν για ένα διάστημα στην Αθήνα .

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΜΕ ΤΟ «ΤΑΣΜΑΝΙΑ»

Δεκαετία του ’50. Δύσκολα χρόνια για την Ελλάδα. Υπήρχε φτώχεια, ανάγκη και η … ΔΕΜΕ.

Η Διακυβερνητική Επιτροπή Μεταναστεύσεως εξ Ευρώπης (Intergovernmental Committee for European Migration – ICEM).

Όπως για την πλειοψηφία των Ελλήνων μεταναστών προς Αυστραλία εκείνα τα χρόνια αποτέλεσε και επιλογή για την κυρία Μαρία και τον σύζυγό της.

Το 1956 επιβιβάστηκαν στο «Τασμάνια» και έφτασαν στη Μελβούρνη, «λίγο πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες», αφηγείται η κυρία Μαρία.

Το ταξίδι το είχαν ξανακάνει, αλλά όχι δίχως επιστροφή. Μετανάστες πλέον και οι ίδιοι, όπως οι χιλιάδες ακόμη που είχαν συναντήσει στο «Κυρήνεια».

«Ποτέ δεν το σκεφτόμουνα έτσι, όχι … Δεν σκεφτόμουνα ότι μπορεί να μείνω για πάντα».

Είχαν στο μυαλό τους ότι για λίγα χρόνια θα μάζευαν χρήματα και θα επέστρεφαν, «όπως κάνανε πολλοί».

«Το μετανιώσατε ποτέ που φύγατε από την Ελλάδα;» τη ρωτήσαμε.

«Όχι, όχι» απάντησε. «Παρόλα όσα πέρασα … Όχι. Τα παιδιά μου είχαν καλύτερο μέλλον εδώ παρά στην Ελλάδα».

Στο μέσον διακρίνεται ο αείμνηστος Κώστας Αναστασάτος, με τη σύζυγό του Μαρία να γέρνει στον ώμο του, τα πρώτα χρόνια στη Μελβούρνη. Διακρίνεται αριστερά, Ελένη Κατσιμάρδου, παρούσα και στα 100ά γενέθλια της κουμπάρας της.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ

Έκαναν καλούς φίλους στη Μελβούρνη.

«Έγιναν και κουμπάροι βάφτισαν το παιδί μου», διηγείται η κυρία Μαρία.

Εργάστηκαν σκληρά με τον σύζυγό της και απέκτησαν το δικό τους σπίτι στις αρχές του ’60.

Λίγα χρόνια μετά γεννήθηκαν τα παιδιά τους.

Η Ελένη το 1964 και ο Βασίλης το 1966.

Η ίδια, μας είπε, έπρεπε να μείνει «μαζί τους μέχρι να αρχίσουν σχολείο». «Αν και είχαμε ανάγκη γιατί αποπληρώναμε το δάνειο για το σπίτι».

ΤΟ ΜΟΙΡΑΙΟ ΤΡΟΧΑΙΟ

Ο Κώστας Αναστασάτος εργάστηκε αρχικά σε μια εταιρεία ως ηλεκτρολόγος και αργότερα στην Bosch.

Ήταν αρχές Οκτωβρίου του 1973 όταν σκοτώθηκε σε τροχαίο. Μνήμες που πονάνε.

«Δεν οδηγούσε ο ίδιος, ήταν συνεπιβάτης. Δουλεύανε μαζί», θυμάται η κυρία Μαρία.

«Πετάχτηκε έξω από την πόρτα. Δεν ήταν απαραίτητο εκείνη την εποχή να φοράνε ζώνες…».

Δεν το έβαλε κάτω. «Έπρεπε να δω μπροστά μου, όχι πίσω μου» τονίζει. Η φωνή της για πρώτη φορά «σπάει».

«Έπρεπε γιατί ήμουνα μόνη μου που μεγάλωσα τα παιδιά μου».

«Είχατε χρόνο να θρηνήσετε» τη ρωτήσαμε. «Όχι» απάντησε κοφτά.

Εργάστηκε για 22 χρόνια στο Weeroona Salvation Army.

Βγήκε στη σύνταξη στα 70 της σχεδόν χρόνια.

«Δούλευα ως αργά … μπορούσα να έχω πάρει σύνταξη αλλά, ήθελα να φεύγω από το σπίτι…».

Αποκούμπι της, εκτός από τους καλούς φίλους, η πίστη της. Με την ίδια να επισκέπτεται συχνά τον Ιερό Ναό της Αγίας Αικατερίνης στο Malvern.

Η κυρία Μαρία με τα παιδιά της Ελένη και Βασίλη

ΠΕΡΗΦΑΝΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Η κυρία Μαρία κλήθηκε να λάβει πολύ δύσκολες αποφάσεις. Ειδικά όταν έχασε τον σύζυγό της.

Είχε εκκλήσεις από την Ελλάδα να γυρίσει πίσω ή να στείλει τα παιδιά σε συγγενείς. Θα ήταν, έλεγαν. ίσως πιο εύκολο να εργάζεται και να στέλνει χρήματα για την ανατροφή τους.

Δεν ήθελε όμως να επιστρέψει και σε καμία περίπτωση να αποχωριστεί την Ελένη και τον Βασίλη.

Στάθηκε όρθια και πάλεψε την κάθε μέρα για να τους προσφέρει αυτό που πάντα ήθελε: ένα καλύτερο μέλλον.

Γι’ αυτό είναι ιδιαίτερα περήφανη. Τα παιδιά τέλειωσαν το σχολείο και το πανεπιστήμιο και έχουν πλέον τις δικές τους οικογένειες, με την κυρία Μαρία να αποκτά και τέσσερα εγγόνια.

«Βγήκανε καλά παιδιά, μπορώ να πω», λέει για την Ελένη και τον Βασίλη και χαμογελάει πάλι.

Όταν ήταν μικρά, πάντα τη βοηθούσαν με το σπιτικό, στο οποίο εκείνη έπρεπε να είναι «μάνα και πατέρας».

«Πάντα μας παρείχε τα πάντα», λέει ο γιος της Βασίλης. «Μπορεί να μην είχαμε τα καλύτερα, όμως δεν μας έλειπε τίποτα (we didn’t have the best of anything, but we had everything we needed)».

«Χρειαζόταν να μας αφήσει μόνους ορισμένες φορές. Μας είχε εμπιστοσύνη. Έπρεπε να φύγει πολύ νωρίς το πρωί και να επιστρέψει αργότερα μέσα στην ημέρα».

«Εμείς προσπαθούσαμε να είμαστε όσο το δυνατό ανεξάρτητοι. Να ετοιμαστούμε για το σχολείο, να πάμε, να γυρίσουμε, να μαγειρέψουμε. Τα μάθαμε όλα αυτά σε μικρότερη ηλικία από ό,τι άλλα παιδιά…».

«Η μητέρα μας πάντα είχε σταθερή δουλειά, παρείχε οικονομική ασφάλεια. Δεν ήταν εύκολα, αλλά παρείχε όλα αυτά που χρειαζόμασταν».

«Κάποιες φορές ήμουν λίγο αυστηρή» λέει η κυρία Μαρία και σα να γύρισε στα δικά της παιδικά χρόνια, ενθυμούμενη τη δική της μητέρα.

«Ήθελα να έχουν καλή ζωή και όσο ήταν στις δυνάμεις μου, είχαν».

Μέχρι και άδεια οδήγησης έβγαλε μετά τα 50 της και αγόρασε ένα αυτοκίνητο, ώστε να μπορεί να πηγαίνει με τα παιδιά της εκδρομές στις διακοπές, κοντά στη θάλασσα συνήθως.

Κατά τον εορτασμό των 100ών γενεθλίων της, στο σπίτι της κόρης της Ελένης και του συζύγου της, Παναγιώτη Ιωάννου, η οικογένεια θυμήθηκε πολλές ιστορίες.

Δάκρυα κύλησαν όταν η κουβέντα έφτασε στον αείμνηστο πατέρα, Κώστα, και στις δυσκολίες μετά την απώλειά του. Σύντομα όμως τη θέση της συγκίνησης πήραν τα χαμόγελα.

Με στοργή και αγάπη, η Ελένη και ο Βασίλης, μίλησαν για την αποφασιστικότητα και τη δύναμη της δική τους «ΜΑΝΑΣ»· για τον τρόπο με τον οποίο στάθηκε δίπλα τους σε κάθε δοκιμασία, χωρίς ποτέ να επιτρέψει στις δυσκολίες να καθορίσουν το μέλλον τους.

ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

Η συνέντευξη με την κυρία Μαρία έγινε στο σπίτι της, λίγες ημέρες πριν κλείσει τα 100. Μετά από συνεχείς ερωτήσεις -πώς να «καλύψεις» έναν αιώνα ζωής σε μία ώρα. Φαινόταν να έχει αρχίσει να κουράζεται. Η όποια κόπωση ωστόσο εξαφανίστηκε ως διά μαγείας όταν ο γιος της Βασίλης, της έφερε το τετράδιο στο οποίο σκαρώνει τα ποιηματάκια της.

Άρχισε να γράφει ποίηση στα 76 της. Αλλά, όπως μας είπε, πάντα της ερχόταν στο μυαλό στιχάκια. Ωστόσο, δεν είχε τον χρόνο να καθίσει να τα καταγράψει.

«Τα πρώτα μου ποιήματα τα έγραψα νομίζω λίγο πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες στην Αθήνα».

«Εκείνη την εποχή που ήμουνα πιο νέα συχνά καθόμουν εδώ πέρα (στον καναπέ) και μου ερχόντουσαν αυθόρμητα ιδέες, πώς να γράψω ένα ποίημα».

«Ξέρεις είναι πολύ δημιουργική» συμπλήρωσε ο γιος της. «Γράφει μια δύο προτάσεις, το αφήνει (το τετράδιο) μια δύο μέρες. Το πιάνει πάλι. Σα να ‘συνθέτει’ μουσική».

«Δέχεται και παραγγελίες από φίλους για ποιήματα!» ανέφερε χαμογελώντας.

«Ο ‘Νέος Κόσμος’ πότε μπήκε στη ζωή σας;» ρωτήσαμε την κυρία Μαρία.

«Από τότε νομίζω που άρχισε να κυκλοφορεί (το 1957), μ’άρεσε, ναι μ’άρεσε…».

Η κυρία Μαρία με την ευχετήρια κάρτα του «Νέου Κόσμου», την κόρη της Ελένη και τον γαμπρό της Παναγιώτη Ιωάννου

«Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΝΤΕΧΕΙ»

Η κυρία Μαρία δοκιμάστηκε. Σκληρά. Όμως ποτέ δεν λύγισε. Είχε το κουράγιο, την αντοχή μιας γενιάς ανθρώπων που έμαθαν να προχωρούν παρά τις απώλειες, να ελπίζουν παρά τις δυσκολίες και να μετατρέπουν την ξενιτιά σε σπίτι.

Μπορεί να μη γράφει πια το ίδιο τακτικά ποίηση, να μην πηγαίνει εκδρομές με το κλάμπ και να μην περπατά —όπως έκανε ακόμη στα 98 της— από το Malvern στο Carnegie για τα ψώνια της, σπρώχνοντας η ίδια το καροτσάκι του σούπερ μάρκετ, όμως η δύναμη στην ψυχή της που τη συνόδευσε έναν αιώνα τώρα παραμένει απαράλλαχτη.

«Η πέτρα, το σίδερο, το ατσάλι δεν αντέχουν. Ο άνθρωπος αντέχει», έγραφε ο μεγάλος στοχαστής Νίκος Καζαντζάκης. Η συμπατριώτισσά του, Μαρία Αναστασάτου, το απέδειξε.

The post «Έπρεπε να δω μπροστά μου, όχι πίσω…» appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.