
Με τις ηλεκτρονικές πληρωμές να βρίσκονται στην καθημερινότητα των πολιτών, να έχουν πολλαπλασιαστεί σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα και το κενό ΦΠΑ να έχει περιοριστεί συγκλίνοντας με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, στο τραπέζι του οικονομικού επιτελείου μπαίνει ξανά το πλαίσιο των φορολογικών κινήτρων που παρέχονται στα φυσικά πρόσωπα για τη χρήση ηλεκτρονικών συναλλαγών. Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών σχεδιάζει να αξιολογήσει κατά πόσο τα υφιστάμενα φορολογικά κίνητρα έχουν συμβάλει στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και στην ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης, προκειμένου να αποφασίσει εάν θα παραταθούν, θα τροποποιηθούν ή θα αντικατασταθούν από νέα, πιο στοχευμένα μέτρα.
Στο επίκεντρο βρίσκονται:
Το φορομπόνους για πληρωμές σε επαγγελματίες υψηλού κινδύνου φοροδιαφυγής. Η έξτρα έκπτωση φόρου που εξασφαλίζουν οι φορολογούμενοι όταν πληρώνουν με ηλεκτρονικό χρήμα συγκεκριμένες κατηγορίες επαγγελματιών όπως δικηγόρους, υδραυλικούς, ηλεκτρολόγους, κομμωτήρια, ταξί και άλλες επαγγελματικές δραστηριότητες που θεωρούνται υψηλού κινδύνου για φοροδιαφυγή εξακολουθεί να ισχύει για τα εισοδήματα του 2026 και λήγει στο τέλος του έτους. Το μέτρο εφαρμόζεται από το 2022 και προβλέπει έκπτωση από το φορολογητέο εισόδημα ίση με το 30% των ηλεκτρονικών δαπανών για την πληρωμή αμοιβών σε 20 επαγγέλματα μέχρι ποσού 5.000 ευρώ ετησίως.
Ωστόσο, παρά την αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών τα τελευταία χρόνια, η συγκεκριμένη φορολογική έκπτωση δεν φαίνεται να έχει σημαντικά αποτελέσματα. Ενας βασικός λόγος είναι ότι μεγάλος αριθμός φορολογούμενων με εισοδήματα που δεν υπερβαίνουν το αφορολόγητο όριο δεν αποκομίζουν κανένα όφελος, καθώς δεν καταβάλλουν ούτως ή άλλως φόρο εισοδήματος. Παράλληλα, για όσους έχουν χαμηλά εισοδήματα, το οικονομικό όφελος είναι περιορισμένο και γίνεται αντιληπτό με σημαντική χρονική υστέρηση, κατά την εκκαθάριση της φορολογικής δήλωσης. Αντίθετα, σε αρκετές περιπτώσεις οι επαγγελματίες εξακολουθούν να προσφέρουν άμεσες εκπτώσεις για πληρωμές με μετρητά χωρίς έκδοση απόδειξης, γεγονός που μειώνει την ελκυστικότητα του μέτρου.
Οι ιατρικές δαπάνες που μετρούν διπλά. Στο τραπέζι βρίσκεται επίσης η διάταξη που προβλέπει ότι οι δαπάνες για ιατρικές, οδοντιατρικές και κτηνιατρικές υπηρεσίες, όταν εξοφλούνται ηλεκτρονικά, προσμετρώνται στο διπλάσιο για την κάλυψη του απαιτούμενου ορίου ηλεκτρονικών πληρωμών, το οποίο αντιστοιχεί στο 30% του ετήσιου πραγματικού εισοδήματος των φορολογουμένων.
Το βασικό δίλημμα για το οικονομικό επιτελείο είναι αν τα συγκεκριμένα φορολογικά κίνητρα πρέπει να διατηρηθούν, να καταργηθούν ή να αντικατασταθούν από πιο στοχευμένες παρεμβάσεις σε επαγγελματικούς κλάδους όπου εξακολουθούν να καταγράφονται υψηλά ποσοστά φοροδιαφυγής.
Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι παρά τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης τα τελευταία χρόνια, η παραοικονομία στην Ελλάδα εξακολουθεί να παραμένει υψηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Σύμφωνα με την ΤτΕ, η φοροδιαφυγή εξακολουθεί να συγκεντρώνεται κυρίως σε δραστηριότητες με έντονη παρουσία ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολουμένων, όπου οι συναλλαγές πραγματοποιούνται σε σημαντικό βαθμό με μετρητά. Για τον λόγο αυτό, η κεντρική τράπεζα τάσσεται υπέρ της διατήρησης φορολογικών κινήτρων για τους καταναλωτές, θεωρώντας ότι συμβάλλουν στην αποκάλυψη συναλλαγών που διαφορετικά θα παρέμεναν αδήλωτες.
Κυριαρχούν οι κάρτες
Σε σχεδόν 23,6 εκατομμύρια ανέρχονταν οι ενεργές κάρτες πληρωμών στην Ελλάδα στα τέλη του Μαρτίου, σημειώνοντας αύξηση 6% (1.327.443 κάρτες) σε σύγκριση με την ίδια εποχή του 2025. Σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2025, η αύξηση υπολογίζεται σε σχεδόν 700.000 κάρτες, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία. Στην πλειονότητά τους (περίπου 85%) πρόκειται για χρεωστικές κάρτες. Περίπου 3,3 εκατ. ήταν οι πιστωτικές κάρτες στα τέλη του 2025, ενώ σημαντική αύξηση έχει παρατηρηθεί στις προπληρωμένες κάρτες.
Ο αριθμός των συναλλαγών με κάρτα διαμορφώθηκε σε σχεδόν 658,3 εκατ. στο σύνολο του α’ τριμήνου του 2026, σημειώνοντας αύξηση 11,7% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025 (589,1 εκατ. συναλλαγές). Λίγο μικρότερη (10,6%) ήταν και η αύξηση σε ό,τι αφορά την αξία των συναλλαγών, που ανήλθε σε 18,45 δισ. ευρώ την περίοδο Ιανουαρίου – Μαρτίου 2026, έναντι 16,7 δισ. ευρώ το α’ τρίμηνο του 2025. Με βάση τα τελευταία επίσημα στοιχεία της ΕΚΤ για το α’ εξάμηνο του 2025, το 73% των ηλεκτρονικών συναλλαγών στην Ελλάδα πραγματοποιείται με κάρτες, τοποθετώντας τη χώρα μας στο… ευρωπαϊκό βάθρο. Υψηλότερο ποσοστό χρήσης κάρτας ως προς το πλήθος των ηλεκτρονικών συναλλαγών έχουν μόνο η Πορτογαλία (75,7%) και η Κύπρος (74,5%).
Παρ’ όλα αυτά, το μέρος των ηλεκτρονικών συναλλαγών που πραγματοποιούνται με κάρτα είναι σε πτώση στην Ελλάδα, μειωμένο κατά 1,1 ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με το α’ εξάμηνο του 2024, με το ηλεκτρονικό χρήμα (κυρίως προπληρωμένες κάρτες) να αυξάνει το μερίδιό του κατά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες στο 2,4%, και τις μεταφορές πιστώσεων να αυξάνουν το δικό τους κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες στο 22,4%.