Η πρόσφατη διαδήλωση της αλβανικής παροικίας της Μελβούρνης στα σκαλιά της Πολιτειακής Βιβλιοθήκης της Βικτωρίας κατά της διαφθοράς και του καθεστώτος του Έντι Ράμα θα μπορούσε να αποτελέσει ένα συνηθισμένο παράδειγμα διασπορικής πολιτικής κινητοποίησης.
Μέλη μιας μεταναστευτικής κοινότητας εξέφρασαν την αντίθεσή τους προς την κυβέρνηση της χώρας καταγωγής τους και διεκδίκησαν πολιτική αλλαγή. Ωστόσο, η παρουσία σημαιών της λεγόμενης «Μεγάλης Αλβανίας», οι οποίες απεικονίζουν εδαφικές διεκδικήσεις που εκτείνονται πέρα από τα σύνορα της σημερινής Αλβανίας και περιλαμβάνουν περιοχές της Ελλάδας, των Σκοπίων και του Μαυροβουνίου, μετέβαλε το νόημα της συγκέντρωσης. Εκεί όπου θα ανέμενε κανείς μια διαμαρτυρία κατά του στυγνού καπιταλισμού και της εκμετάλλευσης, εμφανίσθηκε συγχρόνως μια διαφορετική πολιτική γλώσσα: εκείνη του εθνικισμού και του αλυτρωτισμού.
Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Σε πολλές βαλκανικές κοινωνίες, η πολιτική κριτική δύσκολα αποδεσμεύεται από τις μεγάλες εθνικές αφηγήσεις. Η διαφθορά, η οικονομική στασιμότητα, η κρατική ανεπάρκεια και οι κοινωνικές ανισότητες συχνά ερμηνεύονται μέσα από το πρίσμα ιστορικών αδικιών, χαμένων εδαφών ή ανολοκλήρωτων εθνικών προγραμμάτων. Αντί η δημόσια συζήτηση να επικεντρώνεται αποκλειστικά στη λειτουργία των θεσμών, μετατοπίζεται εύκολα σε ζητήματα ταυτότητας, ιστορικής νομιμοποίησης και συλλογικής μνήμης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ακόμη και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της αλβανικής αυτοχθονίας καταφεύγουν σε μια λέξη που δεν είναι αλβανική. Παρά τους συχνούς ισχυρισμούς περί αρχαιότερου έθνους των Βαλκανίων και περί αδιάσπαστης παρουσίας στον ίδιο χώρο από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, η ίδια η αλβανική γλώσσα δεν διαθέτει γηγενή όρο για την έννοια της αυτοχθονίας. Αντιθέτως, χρησιμοποιεί τη λέξη «autokton», άμεσο δάνειο από το ελληνικό «αυτόχθων».
Πρόκειται για μια ειρωνεία που ξεπερνά τη γλωσσολογία. Και η διαρκής ανάγκη επίκλησης της αυτοχθονίας μαρτυρεί συνήθως όχι αυτοπεποίθηση αλλά ανασφάλεια. Οι ταυτότητες που αισθάνονται ασφαλείς σπανίως έχουν ανάγκη να αποδεικνύουν διαρκώς την ύπαρξή τους.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι οι διαδηλωτές απέφυγαν οποιαδήποτε αναφορά στο γεγονός ότι οι περιοχές που αποτέλεσαν το επίκεντρο των πρόσφατων κινητοποιήσεων στη Σβέρνιτσα και την Νάρτα συγκαταλέγονται στις ιστορικές ελληνόφωνες περιοχές της χώρας. Η καταγγελία της κυβερνητικής πολιτικής παρουσιάστηκε αποκλειστικά ως αλβανική εσωτερική υπόθεση, χωρίς καμία αναφορά στην παρουσία του γηγενούς ελληνικού στοιχείου, στα ζητήματα γλωσσικών και πολιτισμικών δικαιωμάτων ή στις ανησυχίες που έχουν εκφραστεί κατά καιρούς από τους κατοίκους των περιοχών αυτών. Η αποσιώπηση αυτή είναι ενδεικτική. Διότι ο αλυτρωτισμός λειτουργεί συχνά επιλεκτικά: προβάλλει με έμφαση τις δικές του ιστορικές διεκδικήσεις, ενώ παραμερίζει ή αποσιωπά τις ιστορικές εμπειρίες και τις ταυτότητες των άλλων.
Το ενδιαφέρον είναι ότι, αν και οι ελληνικές παροικίες της Αυστραλίας έχουν εγκαταλείψει σε μεγάλο βαθμό τον αλυτρωτισμό, δεν έχουν απαλλαγεί από τις δικές τους ιστορικές αγκυλώσεις.
Σε σημαντικό του δοκίμιο για το ελληνοαυστραλιανό πολιτισμικό παράδειγμα, ο ακαδημαίκός Βρασίδας Καραλής υποστήριζε ότι η ελληνική παροικία παρέμεινε για δεκαετίες παγιδευμένη σε αφηγήσεις συνέχειας, νοσταλγίας και εθνικής αυτοεπιβεβαίωσης. Η μετανάστευση, αντί να μετατραπεί σε πολιτική και πολιτισμική εμπειρία δημιουργίας νέων ταυτοτήτων, συχνά περιορίστηκε σε μια διαρκή ανακύκλωση της μνήμης της πατρίδας, του χωριού, της γλώσσας και της ελληνικότητας. Η ελληνική εμπειρία της διασποράς οργανώθηκε γύρω από την ανάμνηση ενός κόσμου που χάθηκε, ενός τόπου που εγκαταλείφθηκε και μιας πολιτισμικής συνέχειας που έπρεπε να διαφυλαχθεί πάση θυσία.
Κατά τον Καραλή, η ελληνοαυστραλιανή παροικία δεν ανέπτυξε επαρκώς νέους συμβολικούς τρόπους κατανόησης της εμπειρίας της στην Αυστραλία. Αντίθετα, αναπαρήγαγε συχνά τις ιδεολογικές και πολιτισμικές αντιπαραθέσεις που είχε μεταφέρει από την Ελλάδα. Η πολιτική ζωή της παροικίας οργανώθηκε επί δεκαετίες γύρω από τη μνήμη του εμφυλίου πολέμου, τις αντιθέσεις αριστεράς και δεξιάς, το Κυπριακό, το Μακεδονικό και άλλες εθνικές υποθέσεις, ενώ η ανάπτυξη μιας πραγματικά αυστραλιανής πολιτικής ταυτότητας παρέμεινε περιορισμένη.
Η σύγκριση με την πρόσφατη αλβανική διαδήλωση είναι αποκαλυπτική. Η διαφορά δεν βρίσκεται τόσο στο γεγονός ότι η μία παροικία είναι περισσότερο ή λιγότερο εθνικιστική από την άλλη. Βρίσκεται στο περιεχόμενο της συλλογικής μνήμης που μεταφέρει κάθε κοινότητα. Οι Έλληνες της Αυστραλίας τείνουν να ανακαλούν έναν χαμένο κόσμο χωριών, οικογενειακών δεσμών, γλώσσας και πολιτισμικής συνέχειας. Η πολιτική τους φαντασία διαμορφώθηκε περισσότερο από τη νοσταλγία παρά από εδαφικές διεκδικήσεις. Αντίθετα, σε τμήματα της αλβανικής διασποράς, η εθνική αφήγηση εξακολουθεί να συνδέεται με ανολοκλήρωτα εθνικά σχέδια, με την ιδέα της «Μεγάλης Αλβανίας» και με την πεποίθηση ότι τα υφιστάμενα σύνορα αποτελούν ιστορική αδικία που οφείλει κάποτε να αποκατασταθεί. Έτσι, ακόμη και μια κινητοποίηση κατά της διαφθοράς καταλήγει να πλαισιώνεται από χάρτες, σημαίες και σύμβολα που παραπέμπουν σε εδαφικές διεκδικήσεις και όχι αποκλειστικά σε δημοκρατική μεταρρύθμιση.
Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, παρατηρούμε το ίδιο βασικό πρόβλημα. Η διασπορά δυσκολεύεται να απελευθερωθεί από το βάρος της ιστορίας. Ενώ ζει σε μια πολυπολιτισμική δημοκρατία όπως η Αυστραλία, συνεχίζει να ερμηνεύει τον εαυτό της μέσα από συγκρούσεις που διαμορφώθηκαν σε διαφορετικές εποχές και υπό διαφορετικές συνθήκες. Οι Έλληνες συχνά μιλούν για χαμένες πατρίδες, παραβλέποντας το γεγονός ότι επέλεξαν να φύγουν από την ίδια τους την πατρίδα. Οι Αλβανοί συχνά μιλούν για την πατρίδα που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Το αποτέλεσμα είναι παρόμοιο: η δημόσια ζωή περιστρέφεται γύρω από φαντασιακές γεωγραφίες και ιστορικές εκκρεμότητες.
Η μεγαλύτερη πρόκληση για κάθε διασπορική κοινότητα δεν είναι να διατηρήσει τη μνήμη της. Η μνήμη είναι απαραίτητη. Είναι να αποφύγει τη μετατροπή της μνήμης σε ιδεολογία. Όταν η ιστορία γίνεται αποκλειστικό φίλτρο ερμηνείας της πραγματικότητας, η παροικία παύει να δημιουργεί και αρχίζει απλώς να αναπαράγει. Τοιουτοτρόπως, όταν η πολιτική μετατρέπεται σε διαρκή αναζήτηση επιβεβαίωσης ιστορικών αφηγήσεων, χάνει την ικανότητα να αντιμετωπίζει τα πραγματικά προβλήματα του παρόντος.
Ίσως, τελικά, το πιο αξιοσημείωτο στοιχείο της διαδήλωσης να μην ήταν οι καταγγελίες κατά του Ράμα, αλλά η ανάγκη να συνοδευθούν από σύμβολα μιας φαντασιακής εδαφικής ενότητας. Οι εθνοτικές κοινότητες που αισθάνονται ασφαλείς για την ταυτότητά τους δεν έχουν ανάγκη να επικαλούνται διαρκώς χάρτες, αρχαίες καταγωγές ή ανολοκλήρωτα εθνικά οράματα προκειμένου να ασκήσουν κριτική στους κυβερνώντες τους.
Μπορούν να διαχωρίζουν τη λειτουργία των θεσμών από τους μύθους του έθνους. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στη σημερινή ελληνική και την αλβανική διασπορά στην Αυστραλία. Οι Έλληνες μπορεί να παραμένουν δέσμιοι της νοσταλγίας, αλλά σπανίως αισθάνονται την ανάγκη να αποδείξουν ότι υπάρχουν.
Αντιθέτως, η επανεμφάνιση αλυτρωτικών συμβόλων σε μια κινητοποίηση κατά της διαφθοράς υποδηλώνει ότι το ζήτημα δεν είναι απλώς πολιτικό. Είναι υπαρξιακό. Και όσο η εθνική αυτοπεποίθηση αναζητείται σε χάρτες και συνθήματα, τόσο θα παραμένει άπιαστη.
The post Από τη μεγάλη Αλβανία στη χαμένη πατρίδα: διασπορά, μνήμη και τα όρια του εθνικισμού appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.