Γιάννης Κοντός: Συλλέκτης καλλιτεχνών

Στη νεοελληνική γραμματεία υπήρχε και συνεχίζει να υπάρχει ένας πολύ σημαντικός αριθμός ποιητών που με αυτό καθαυτό το ποιητικό τους εκτόπισμα διεκδικούν το δικαίωμα να τους διαβάζουμε ή να επανερχόμαστε στους στίχους τους όσο γίνεται πιο συχνά, αλλιώς κινδυνεύουμε να χάσουμε τον ειρμό της εσωτερικής μας συνέχειας. Οπως υπάρχει κι ένας άλλος κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητος αριθμός ποιητών που, αφού τους έχουμε γνωρίσει, η ανάγκη να τους θυμόμαστε και να τους αγαπάμε παραμένει, τόσο ισχυρή όσο και η ανάγκη να τους διαβάζουμε.

Πολύ περισσότερο όταν μιλάμε για τον ποιητή Γιάννη Κοντό που, για δεκαετίες, υπεύθυνος ενός μεγάλου εκδοτικού οίκου της Αθήνας, όσον αφορά την ανάγνωση χειρογράφων που υποβάλλονταν προς έκδοση, είχε ανοίξει μια τεράστια αγκαλιά, ώστε με τον ίδιο τρόπο που υποδεχόταν στο γραφείο του δόκιμους ποιητές και συγγραφείς – όπως ο Γιάννης Ρίτσος, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, ο Αντρέας Φραγκιάς, ο Μένης Κουμανταρέας, ο Κώστας Μουρσελάς, η Μάρω Δούκα – με άλλο τόσο ενδιαφέρον και ζέση εγκολπωνόταν και μελετούσε τα χειρόγραφα νέων και άγνωστων κυρίως ποιητών.

Με τη μνήμη του να παραμένει κάτι ασυναγώνιστο, όταν οι νέοι και άγνωστοι αυτοί ποιητές σταδιοδρομούσαν, έτσι όπως θυμόταν όχι μόνον πως είχαν αισθανθεί, όταν είχαν συναντηθεί για πρώτη φορά μαζί του, ή πως είχαν κινηθεί μέσα στα γραφεία του εκδοτικού οίκου, ή αν τα ποιήματά τους ήταν χειρόγραφα ή γραμμένα στην γραφομηχανή, ορθογραφημένα ή ανορθόγραφα (ίσως γιατί ο ίδιος ήταν εξαιρετικά ανορθόγραφος), αλλά ακόμη ποιο ήταν το χρώμα της μπλούζας που φορούσαν ή των παπουτσιών τους.

Μια μνήμη που, όπως έχει πει η ποιήτρια Τζένη Μαστοράκη, και το έχει καταγράψει ο Μένης Κουμανταρέας, ο Κοντός γνώριζε την ακριβή ώρα που ο Γιώργος Σαββίδης έστριβε στις 13 Απριλίου του 1959 την γωνία Ακαδημίας και Μπενάκη καθ’ οδόν προς το σπίτι του, στην πλατεία Αιγύπτου. Ή πόσοι ακριβώς ήταν οι κομμουνιστές – το όνομά τους, το μπόι τους, αν φορούσαν δαχτυλίδια, αν είχανε «τικ» – που επιστρέφοντας το ’55 από τις εξορίες τους, έγιναν εκδότες, μεταφράζοντας, με τα αγγλικά, τα γαλλικά και τα ιταλικά που είχανε μάθει στους χώρους της εκτόπισής τους, βιβλιαράκια ξένης λογοτεχνίας.

Η καθημερινή του διαδρομή από του Παπάγου, όπου έμενε, ως την Ακαδημίας όπου ήταν το γραφείο του, είχε καταφέρει να συνιστά για τον ίδιον μια ακένωτη, ανανεούμενη έκπληξη και με όση αγάπη μιλούσε για τη μητέρα του, με άλλη τόση αναφερόταν στον εφημεριδοπώλη που του προμήθευε την εφημερίδα του – πάντα «ΤΑ ΝΕΑ» – στον υπαίθριο πάγκο του, στη συμβολή της Ακαδημίας με την Χαριλάου Τρικούπη, θεωρώντας αυτή την καθημερινή διαδρομή κάτι το τόσο περιπετειώδες, ώστε οποιοδήποτε άλλο ταξίδι να του γίνεται σχεδόν αδιανόητο. Κάνοντας την εκτίμησή του για τον Μίλτο Σαχτούρη ακόμη μεγαλύτερη, σε σχέση μ’ εκείνη που θα μπορούσε να έχει για έναν πολυταξιδεμένο ποιητή, καθώς ο δημιουργός των ποιητικών βιβλίων «Η λησμονημένη» και «Το σκεύος» είχε ομολογήσει πως το πιο μακρινό ταξίδι που είχε ποτέ επιχειρήσει ήταν ως τους Δελφούς.

Από τους ταμίες των κινηματογράφων και τους πλανόδιους λαχειοπώλες ως τους βοηθούς των σερβιτόρων στις ταβέρνες όπου σύχναζε, είχε δημιουργήσει ένα δίχτυ μορφών, όπως συντηρεί κανείς ένα προστατευτικό για τον ίδιο εικονοστάσι. Σάμπως και αυτή η καθημερινή ολιγόλεπτη επαφή είχε δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια σχέση που θα μπορούσε να έχει εξελιχθεί ή μάλλον ο Κοντός την θεωρούσε ήδη μια μεγάλη φιλία.

Πάντα σε συνδυασμό μ’ έναν στίχο του Διονυσίου Σολωμού, του Τάσου Λειβαδίτη (με επιλογές του ίδιου του Κοντού έχει δημοσιευτεί μια θαυμάσια ανθολογία ποιημάτων του δημιουργού του βιβλίου «Βιολέτες για μιαν εποχή»), του Γιώργου Σεφέρη, της Μέλπως Αξιώτη, του Τάκη Σικόπουλου (που τον λάτρευε), θεωρώντας πως με τον τρόπο αυτό συμβάλλει στην «αθανασία» ενός προσώπου που θα ήθελε να το θυμούνται, όσο γίνεται περισσότεροι, όπως ακριβώς το αναπολούσε ο ίδιος.

Θα ‘λεγε κανείς πως κυριολεκτικά ανέπνεε και ζούσε για το σινάφι του, τόσο για τους ποιητές και τους ζωγράφους (έχει εικονογραφήσει το σύνολο των βιβλίων του μια πλειάδα σύγχρονων, πολύ σημαντικών νεοελλήνων ζωγράφων), όσο και για τους μουσικούς ή ηθοποιούς που, ακόμη και οι πιο μεμπτές τους συμπεριφορές, αντί να τον εξοργίζουν, όπως συνέβαινε όταν παρατηρούνταν σ’ έναν αστό, σ’ έναν καλλιτέχνη όχι μόνον συγχωρούνταν, αλλά σχεδόν εξαγιάζονταν, αφού παρέμεναν μια αποφασιστική προϋπόθεση για τη δημιουργία ενός έργου τέχνης.

Παρά την υπογραμμισμένη σε κείμενα και συνεντεύξεις βεβαιότητά του πως το μέλλον – ακόμη κι ενός πολύ καλού ποιητή – δεν είναι παρά δύο, τρεις το πολύ, σελίδες σε μιαν ανθολογία, παραμένει κάτι απαρομοίαστο η αισιοδοξία του, όσον αφορά στην επιβίωση της ίδιας της ποίησης, ώστε να είναι σχεδόν αδιάφορο για το ποια ονόματα θα την στοιχειοθετήσουν.

Εμοιαζε σαν οι λογαριασμοί του με τον χρόνο να «τακτοποιούνται» όχι με κάτι απτό, όπως η καταχώριση σ’ ένα πάνθεον με αμετακίνητες – όσο γίνεται – στη σημασία τους μορφές, αλλά με τον αριθμό των φίλων που έχει αποκτήσει κανείς. Σε βαθμό μάλιστα, ώστε να μπορεί να λογαριαστεί σήμερα ως ο ποιητής με τις περισσότερες αφιερώσεις ποιημάτων και κειμένων του σε δημιουργούς που, αν μη τι άλλο, καλύπτουν μια τεράστια γκάμα καλλιτεχνικών επιδόσεων, όπως εξικνούνται από τον Μάνο Χατζιδάκι και την Βίκυ Μοσχολιού ως τον σκηνογράφο Γιώργο Πάτσα και τον ποιητή και εκδότη Μιχάλη Μεϊμάρη.

Μια τόση εμμονή με τους φίλους του καλλιτέχνες (άνετα θα μπορούσε να έχει υιοθετήσει ως δικό του τον τίτλο του υπέροχου πεζογραφήματος του Δημήτρη Νόλλα «Ονειρεύομαι τους φίλους μου»), αλλά και με όσους θαύμαζε, αν και δεν τους είχε γνωρίσει, ώστε ακόμη και μέσα στην εντατική, σε πλήρη σύγχυση, να έχει ρωτήσει «πώς είναι στην υγεία της η Μαρίκα Κοτοπούλη». Εχοντας δακρύσει, επίσης μέσα στην εντατική, αναγνωρίζοντάς τον, τη στιγμή μάλιστα που έφευγε, από τις πλάτες του, τον Κώστα Καζάκο.