
Στην Κύπρο υπάρχουν περίπου 3.400 γιατροί συνολικά στο σύστημα υγείας (ΓεΣΥ). Από αυτούς, περίπου 860 είναι γιατροί ερχόμενοι από την Ελλάδα και επιλέγουν να δουλέψουν στη Μεγαλόνησο, κυρίως για οικονομικούς λόγους. Κάθε εθνικό σύστημα υγείας έχει τη δική του φιλοσοφία, δομή και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα οποία διαμορφώνονται με βάση τις ανάγκες και τις προτεραιότητες της κάθε χώρας. Ομως είναι γεγονός ότι το Γενικό Σύστημα Υγείας της Κύπρου είναι ελκυστικό σε γιατρούς και κατ’ επέκταση σε ασθενείς, στους οποίους και απευθύνεται.
Μιλώντας στα «ΝΕΑ» ο υπουργός Υγείας της Κυπριακής Δημοκρατίας Νεόφυτος Χαραλαμπίδης απαντά στο ερώτημα «τι το καθιστά ελκυστικό». «Αυτό που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι ότι το ΓεΣΥ διαθέτει ορισμένα σημαντικά χαρακτηριστικά που το καθιστούν ιδιαίτερα ωφέλιμο, τόσο για τους πολίτες όσο και για τους επαγγελματίες υγείας. Πρώτον, διασφαλίζει την καθολική και ισότιμη πρόσβαση των πολιτών στις υπηρεσίες υγείας, μέσα από ένα οργανωμένο πλαίσιο λειτουργίας. Δεύτερον, προσφέρει στον ασθενή τη δυνατότητα επιλογής προσωπικού ιατρού και παρόχου υπηρεσιών, ενισχύοντας τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ ασθενούς και ιατρού.
Παράλληλα, το σύστημα συνδυάζει τη συμμετοχή δημόσιου και ιδιωτικού τομέα σε ένα κοινό πλαίσιο λειτουργίας, γεγονός που ενισχύει τη διαθεσιμότητα υπηρεσιών και τη δυνατότητα καλύτερης εξυπηρέτησης των πολιτών. Επιπλέον, η ψηφιοποίηση πολλών διαδικασιών και η συνεχής αναβάθμιση των υποδομών συμβάλλουν ουσιαστικά στη βελτίωση της καθημερινής εμπειρίας τόσο των ασθενών όσο και των επαγγελματιών υγείας. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι το ΓεΣΥ παραμένει ένα σύστημα που εξελίσσεται. Ακούμε τις ανάγκες των πολιτών και των επαγγελματιών υγείας και εργαζόμαστε συνεχώς για τη βελτίωση της ποιότητας και της αποδοτικότητάς του».
«Με αντιμετώπιζαν ως “μια λευκή μπλούζα”»
Η Ειρήνη Χριστοπούλου, παιδίατρος-νεογνολόγος δούλευε στο Παίδων Αγία Σοφία στην Αθήνα (για δύο χρόνια), μετά έφυγε από την Ελλάδα και πήγε στη Βρετανία στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο του Cambridge, όπου, όπως δήλωσε στα «ΝΕΑ», «Οι συνθήκες εργασίας ήταν εξαιρετικές για ένα νέο επιστήμονα». Τι σημαίνει άραγε «εξαιρετικές συνθήκες»; «Οι ώρες εργασίας ήταν 48 εβδομαδιαίως (κατά μέσο όρο) και είχαμε πάντα πρόγραμμα εργασίας για το τρέχον εξάμηνο, οπότε και μπορούσες να προγραμματίσεις τις υποχρεώσεις της κοινωνικής και οικογενειακής ζωής σου.
Παράλληλα εφαρμόζονταν κατευθυντήριες οδηγίες, υπήρχε ενθάρρυνση για συμμετοχή μας σε ερευνητικά πρωτόκολλα και αισθανόσουν ότι συμμετείχες στη πρόοδο της ιατρικής».
Υπό αυτές τις συνθήκες γιατί ένας γιατρός να εγκαταλείψει το βρετανικό σύστημα υγείας; «Η νοσταλγία για την Ελλάδα και την ευρύτερη οικογένειά μας ήταν αυτό που μας έκανε να επιστρέψουμε το 2015». Η νεαρή γιατρός προσελήφθη μετά στο ΕΣΥ σε θέση επιμελήτριας Β’ στη μονάδα εντατικής νοσηλείας νεογνών του πανεπιστημιακού νοσοκομείου Πάτρας. «Στην Ελλάδα η καθημερινή εργασία στο ΕΣΥ ήταν μια μάχη, ένας αγώνας να αποδείξω το αυτονόητο, μια προσπάθεια να αποδεικνύεις ότι δεν βρίσκεσαι τυχαία εκεί αλλά το αξίζεις. Ο φιλότιμος γιατρός του ΕΣΥ εκτελεί χρέη ιατρού, νοσηλευτή, γραμματέα, κλητήρα κι ό,τι άλλο χρειαστεί. Αισθάνομαι ότι με αντιμετώπιζαν ως «μια λευκή μπλούζα»».
Στην έναρξη του Covid μαθαίνει ότι ανοίγει θέση νεογνολόγου στο νοσοκομείο Λεμεσού, κάνει αίτηση και προσλαμβάνεται. «Φάνταζε το τέλειο σενάριο. Το περιβάλλον ήταν πιο οργανωμένο, οι συνθήκες πολύ καλύτερες σε όλα. Το σύστημα μοιάζει στο βρετανικό». Θα επέστρεφε άραγε στην Ελλάδα αν οι απολαβές ήταν αντίστοιχες; Η απάντηση είναι όχι… «Με 2.000 ευρώ τον μήνα δεν ζει κανείς. Συν του ότι δουλεύαμε 60 ώρες την εβδομάδα με την πληρωμή των εφημεριών να καθυστερεί για μήνες – και σε αυτά να προσθέσουμε και την υψηλή φορολογία».
«Κάθε ευρώ πρέπει να αξιοποιείται με διαφάνεια»
Αραγε στο ΓεΣΥ λειτουργούν όλα τέλεια; Κι αν όχι, θα έπρεπε να γίνουν κάποιες βελτιωτικές διορθώσεις; Ποιες θα ήταν αυτές;
Ο κύριος Χαραλαμπίδης (υπουργός Υγείας) απαντά. «Το ΓεΣΥ οφείλει να εξελίσσεται συνεχώς, να προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα της ιατρικής, της τεχνολογίας και των κοινωνικών αναγκών και να βελτιώνει διαρκώς τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς λειτουργίας του. Σε αυτό το πλαίσιο, υπάρχουν συγκεκριμένοι τομείς στους οποίους εργαζόμαστε για την περαιτέρω ενίσχυση και αναβάθμιση του ΓεΣΥ.
Ηδη προωθούνται νέα εργαλεία για τον αποτελεσματικό εντοπισμό μη ορθολογικών πρακτικών και την περαιτέρω ενδυνάμωση των ελεγκτικών μηχανισμών, ενώ έχουν αυξηθεί σημαντικά και οι επιτόπιοι έλεγχοι στους παρόχους υπηρεσιών υγείας. Η φιλοσοφία μας είναι ξεκάθαρη: κάθε ευρώ που συνεισφέρουν οι πολίτες στο ΓεΣΥ πρέπει να αξιοποιείται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, με διαφάνεια, υπευθυνότητα και με μοναδικό γνώμονα την ποιοτική εξυπηρέτηση του ασθενή».