Δημογραφική βόμβα η μείωση των γεννήσεων

Πίσω από τους αριθμούς και τις στατιστικές κρύβεται μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η Ελλάδα: η υπογεννητικότητα. Και δυστυχώς τα στατιστικά δεδομένα που δημοσιεύονται κάθε τόσο έρχονται να επιβεβαιώσουν πως το φαινόμενο οδηγεί τη χώρα σε δημογραφικό αδιέξοδο.Μόλις στις αρχές του μήνα αναρτήθηκαν τα στοιχεία του υπουργείου Εσωτερικών για τις ληξιαρχικές πράξεις που εκδόθηκαν από την αρχή του έτους μέχρι τον Μάιο.

Αυτό που προκύπτει είναι πως σε σύνολο 882 ληξιαρχείων, 717 δεν κατέγραψαν ούτε μία γέννηση, εκ των οποίων 59 είναι σε νησιά, ενώ στα ληξιαρχεία 36 δημοτικών ενοτήτων της Αττικής δεν υπήρξε κανένα νεογέννητο. Αυτά τα στοιχεία, σύμφωνα με τον καθηγητή Δημογραφίας και διευθυντή Ερευνών του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ) Βύρωνα Κοτζαμάνη, απαντούν στο ερώτημα «σε ποιους δήμους γεννούν οι γυναίκες» κι αυτό που στην πραγματικότητα αποτυπώνεται είναι μια συγκέντρωση γεννήσεων σε μεγάλες δημοτικές ενότητες, όπου δηλαδή υπάρχουν μεγάλα μαιευτήρια.

Παρ’ όλα αυτά, η μείωση των γεννήσεων αποτελεί, όπως ξεκαθαρίζει ο Β. Κοτζαμάνης, μια δημογραφική… βόμβα.

Σύμφωνα με τη μελέτη που έχει κάνει, από τις 1.035 δημοτικές ενότητες, οι 66, το 2024, δεν άκουσαν ούτε ένα κλάμα μωρού. «Αυτός ο αριθμός σήμερα θα αγγίζει τις 75-80. Υπολογίζουμε πως φέτος οι γεννήσεις θα είναι λιγότερες από πέρυσι, δεν θα φτάνουν τις 65.000», σημειώνει στα «ΝΕΑ».

Συρρίκνωση του πληθυσμού

Αλλωστε, οι μηδενικές ή ελάχιστες γεννήσεις σε ετήσια βάση σε αρκετές δημοτικές ενότητες αποτυπώνουν με έντονο τρόπο τη δημογραφική συρρίκνωση και τη γήρανση του πληθυσμού. Το φαινόμενο αυτό, όμως, δεν αποτελεί μόνο στατιστικό δεδομένο, αλλά και ένδειξη βαθύτερων κοινωνικών, οικονομικών και αναπτυξιακών προβλημάτων που επηρεάζουν κυρίως τις αγροτικές, ορεινές και απομακρυσμένες περιοχές.

Η συνεχής μείωση του αριθμού των νέων ανθρώπων, η εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση, οι δυσκολίες δημιουργίας οικογένειας και η συγκέντρωση του πληθυσμού στα μεγάλα αστικά κέντρα έχουν οδηγήσει πολλές τοπικές κοινωνίες σε δημογραφικό μαρασμό.

Το ποσοστό των δημοτικών ενοτήτων της χώρας με έναν εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό γεννήσεων – έως και 60 γεννήσεις ανά εξαετία – έχει φτάσει το 35,5% για την περίοδο 2020-2025. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι αρκετές δημοτικές ενότητες στη Δυτική Μακεδονία αλλά και την Πελοπόννησο.

Οι μειούμενες γεννήσεις, ωστόσο, δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Ακόμη και χώρες που τα προηγούμενα χρόνια θεωρούνταν… κραταιές στο κομμάτι αυτό, όπως οι σκανδιναβικές, πλέον βλέπουν μεγάλες αλλαγές. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το 2024, γεννήθηκαν 3,55 εκατομμύρια παιδιά στην ΕΕ. Κατά την περίοδο 1961-2024, το υψηλότερο ετήσιο σύνολο για τον αριθμό των γεννήσεων στην Ενωση καταγράφηκε το 1964, με 6,8 εκατομμύρια παιδιά. Από αυτό το συγκριτικά υψηλό επίπεδο μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα, ο αριθμός των γεννήσεων μειώθηκε με σχετικά σταθερό ρυθμό, φθάνοντας στο χαμηλό επίπεδο των 4,36 εκατομμυρίων το 2002 και των 4,09 εκατομμυρίων το 2021.

Πάνω από το ένα τρίτο (35,1%) του συνόλου των γεννήσεων το 2024 στην Ευρωπαϊκή Ενωση αφορούσε δεύτερα παιδιά, περίπου το 12,1% αφορούσε τρίτα παιδιά, ενώ το υπόλοιπο 6,2% αφορούσε τέταρτα ή επόμενα παιδιά. Στην Ελλάδα, το 48,1% των γεννήσεων που καταγράφηκαν το 2024 αφορούσε πρώτο παιδί.

Την ίδια στιγμή, και ο δείκτης γονιμότητας – στην Ελλάδα, βάσει της Eurostat, είναι 1,24 – καταγράφει μείωση σε χώρες που στο παρελθόν είχαν ανεβασμένα ποσοστά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό της Φινλανδίας, στην οποία ο δείκτης γονιμότητας το 2022 ήταν 1,32, ενώ δύο χρόνια αργότερα έπεσε στο 1,25.

Αντίστοιχα, στη Σουηδία ο δείκτης το 2021 ήταν 1,67, ενώ το 2024 κατρακύλησε στο 1,43. «Σε χώρες της Ευρώπης, όπου υπάρχει ένα καλύτερα οργανωμένο υποστηρικτικό πλαίσιο για την οικογένεια, οι νέοι καθυστερούν ή αποφασίζουν να μην κάνουν παιδιά εξαιτίας της γενικότερης κατάστασης που επικρατεί στον κόσμο, αναρωτιούνται σε ποιον κόσμο θα φέρουν τα παιδιά τους.

Στην Ελλάδα, από την άλλη, η καθυστέρηση δημιουργίας οικογένειας αφορά πιο πρακτικά ζητήματα, όπως είναι η στέγαση», υπογραμμίζει ο Β. Κοτζαμάνης.