Δύο νέοι θάνατοι Ρώσων επικριτών του Κρεμλίνου στην Πολωνία και τη Λετονία επαναφέρουν στο προσκήνιο έναν μακρύ κατάλογο δολοφονιών, δηλητηριάσεων, ανεξήγητων πτώσεων από παράθυρα και ύποπτων θανάτων ανθρώπων που είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Είχαν σταθεί απέναντι στον Βλαντιμίρ Πούτιν ή είχαν γίνει ενοχλητικοί για το σύστημα εξουσίας της Μόσχας.
Μέσα σε λίγες ημέρες, δύο νέες υποθέσεις ήρθαν να προστεθούν στον σκοτεινό κατάλογο των Ρώσων που έζησαν έξω από τη γραμμή του Κρεμλίνου και πέθαναν με τρόπο που δεν επιτρέπει εύκολες εξηγήσεις.
Στην Πολωνία, ο Ρώσος καλλιτέχνης και σκιτσογράφος Ρόμπερτ Κουζόβκοφ, γνωστός με το ψευδώνυμο Σεμιόν Σκρεπέτσκι, δολοφονήθηκε στην πόλη Μπιάλα Ποντλάσκα, κοντά στα σύνορα με τη Λευκορωσία. Είχε φύγει από τη Ρωσία το 2021, φοβούμενος πολιτική δίωξη. Σατίριζε τον Βλαντιμίρ Πούτιν, τον Τσετσένο ηγέτη Ραμζάν Καντίροφ και τον Λευκορώσο Πρόεδρο Αλεξάντρ Λουκασένκο. Πυροβολήθηκε πέντε φορές, μία από αυτές στο κεφάλι. Πολωνοί αξιωματούχοι δεν απέκλεισαν το ενδεχόμενο πολιτικού κινήτρου ή ξένης εμπλοκής, ενώ η έρευνα άρχισε να απλώνεται γύρω από υπόπτους με διαδρομές που κάθε άλλο παρά καθησυχάζουν.
Στη Λετονία, ο εξόριστος Ρώσος δημοσιογράφος Γκριγκόρι Νεχορόσεφ πέθανε στη Ρίγα, σύμφωνα με τα έως τώρα δημοσιεύματα, από δηλητηρίαση με μανιτάρια που είχε μαζέψει ο ίδιος. Ο Νεχορόσεφ δεν ήταν τυχαίο όνομα. Είχε διευθύνει τη ρωσική εφημερίδα Moskovsky Korrespondent, η οποία το 2008 είχε δημοσιεύσει την ιστορία για τη φερόμενη σχέση του Πούτιν με την Ολυμπιονίκη Αλίνα Καμπάεβα. Η εφημερίδα έκλεισε λίγο αργότερα. Ο ίδιος εγκατέλειψε τη Ρωσία και έζησε στη Λετονία. Για τον θάνατό του δεν υπάρχει μέχρι στιγμής απόδειξη εγκληματικής ενέργειας. Υπάρχει όμως το βαρύ παρελθόν της Ρωσίας του Πούτιν, το οποίο κάνει κάθε τέτοια υπόθεση να αντιμετωπίζεται με καχυποψία.
Αυτές οι δύο περιπτώσεις είναι η αφορμή, καθώς το θέμα είναι πολύ μεγαλύτερο, γιατί η Ρωσία του Πούτιν συνοδεύεται εδώ και χρόνια από έναν κατάλογο αντιπάλων, επικριτών, δημοσιογράφων, πρώην πρακτόρων και πολιτικών που σκοτώθηκαν, δηλητηριάστηκαν, πέθαναν στη φυλακή ή χάθηκαν σε συνθήκες που δεν πείθουν. Η Μόσχα αρνείται πάντοτε κάθε εμπλοκή. Το κάνει με την ψυχρότητα κρατικού μηχανισμού που έχει μάθει να επιβιώνει μέσα από την άρνηση. Το πρόβλημα είναι πως οι συμπτώσεις έγιναν πολλές. Και όταν οι συμπτώσεις επαναλαμβάνονται επί δύο δεκαετίες, δεν μοιάζουν πλέον με κακοτυχία. Μοιάζουν με μέθοδο.
Η μέθοδος του φόβου
Η πολιτική εξουσία στη Ρωσία δεν στηρίζεται μόνο στην προπαγάνδα, στους νόμους, στα δικαστήρια και στις μυστικές υπηρεσίες. Στηρίζεται και στον φόβο. Όχι πάντα στον φόβο που φωνάζει, αλλά συχνά στον φόβο που ψιθυρίζει.
Το μήνυμα είναι σαφές. Όποιος ξεπεράσει τα όρια μπορεί να βρεθεί στη φυλακή, μπορεί να εξοριστεί, μπορεί να καταστραφεί επαγγελματικά… μπορεί και να πεθάνει, όχι απαραίτητα με τρόπο που θα οδηγεί ευθέως στο Κρεμλίνο, καθώς αυτό θα ήταν χοντροκομμένο, ακόμη και για τα ρωσικά μέτρα. Η αποτελεσματικότερη μέθοδος είναι η αβεβαιότητα του να μη μπορείς να αποδείξεις τα πάντα, αλλά να καταλαβαίνεις αρκετά.
Αυτό είναι το πιο σκοτεινό στοιχείο αυτών των υποθέσεων. Η Ρωσία δεν χρειάζεται πάντα να αφήσει υπογραφή. Της αρκεί να αφήσει υποψία. Η υποψία λειτουργεί ως προειδοποίηση προς τους υπόλοιπους. Προς δημοσιογράφους, αντιπολιτευόμενους, ακτιβιστές, πρώην αξιωματούχους, ολιγάρχες που ξέφυγαν από τη γραμμή, ανθρώπους που γνωρίζουν πολλά ή λένε περισσότερα απ’ όσα επιτρέπει το σύστημα.
Το ραδιενεργό τσάι του Λονδίνου
Η υπόθεση του Αλεξάντερ Λιτβινένκο παραμένει μία από τις πιο χαρακτηριστικές. Πρώην αξιωματικός της ρωσικής Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ασφαλείας, της γνωστής FSB, είχε αυτοεξοριστεί στη Βρετανία και είχε εξελιχθεί σε σκληρό επικριτή του Πούτιν. Το 2006 πέθανε στο Λονδίνο, αφού ήπιε τσάι μολυσμένο με πολώνιο 210, ένα ραδιενεργό υλικό που δεν βρίσκεται στα ράφια των φαρμακείων.
Η έρευνα των Βρετανών κατέληξε χρόνια αργότερα ότι η επιχείρηση δολοφονίας του Λιτβινένκο πιθανότατα εγκρίθηκε από τον τότε επικεφαλής της FSB Νικολάι Πατρούσεφ και από τον ίδιο τον Βλαντιμίρ Πούτιν, κάτι που η Ρωσία, όπως ήταν αναμενόμενο, το αρνήθηκε. Όταν ένα κράτος κατηγορείται ότι έστειλε ανθρώπους να σκοτώσουν πρώην πράκτορα με πολώνιο στο Λονδίνο, δύσκολα θα βγει να ζητήσει συγγνώμη με επιστολόχαρτο του Κρεμλίνου.
Η σημασία της υπόθεσης Λιτβινένκο ήταν τεράστια. Έδειξε ότι η σύγκρουση του Πούτιν με τους αντιπάλους του δεν σταματά στα σύνορα της Ρωσίας. Όποιος θεωρείται εχθρός μπορεί να παρακολουθηθεί, να εντοπιστεί και να χτυπηθεί ακόμη και σε δυτική πρωτεύουσα.
Ο Γιούσενκο και το ουκρανικό μάθημα
Πριν από τον Λιτβινένκο, η Ουκρανία είχε ήδη πάρει μια πρόγευση της ρωσικής αντίληψης για την πολιτική αναμέτρηση. Το 2004, ο Βίκτορ Γιούσενκο, φιλοδυτικός υποψήφιος για την προεδρία της Ουκρανίας, δηλητηριάστηκε με διοξίνη κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας. Το πρόσωπό του παραμορφώθηκε, η υγεία του κλονίστηκε, αλλά επέζησε και τελικά εξελέγη πρόεδρος.
Η υπόθεση δεν έκλεισε ποτέ με τρόπο που να απαντά πλήρως στο ποιος έδωσε την εντολή. Αυτό όμως δεν αλλάζει τη μεγάλη εικόνα. Ένας φιλοδυτικός Ουκρανός πολιτικός, ο οποίος απειλούσε την επιρροή της Μόσχας στο Κίεβο, παραλίγο να πεθάνει από δηλητηρίαση. Από τότε μέχρι σήμερα, η Ουκρανία πλήρωσε πολύ ακριβότερα την επιλογή της να στραφεί προς τη Δύση. Ο Πούτιν δεν συγχωρεί εύκολα χώρες, πόσο μάλλον πρόσωπα.
Οι σφαίρες δίπλα στο Κρεμλίνο
Ο Μπόρις Νέμτσοφ δεν δηλητηριάστηκε. Δολοφονήθηκε με σφαίρες. Στις 27 Φεβρουαρίου 2015, ο πρώην αντιπρόεδρος της ρωσικής κυβέρνησης και ένας από τους πιο γνωστούς επικριτές του Πούτιν πυροβολήθηκε πάνω στη γέφυρα Μπολσόι Μοσκβορέτσκι, λίγα μέτρα από το Κρεμλίνο.
Η σημειολογία ήταν τρομακτική. Δεν σκοτώθηκε σε ένα σκοτεινό στενό, σε κάποια μακρινή επαρχία, σε μια περιοχή χωρίς κάμερες και ασφάλεια. Σκοτώθηκε στο κέντρο της Μόσχας, δίπλα στην καρδιά της ρωσικής εξουσίας. Καταδικάστηκαν φυσικοί αυτουργοί, κυρίως από την Τσετσενία. Το μεγάλο ερώτημα όμως έμεινε αναπάντητο και αφορούσε το ποιος έδωσε την εντολή;
Ο Νέμτσοφ ετοίμαζε έκθεση για τη ρωσική εμπλοκή στην Ουκρανία το 2014 αποδομώντας τα περί δήθεν πραξικοπήματο στο Κίεβο και δήθεν καταπίεση των ρωσόφωνων στο Ντομπάς. Ήταν πολιτικά επικίνδυνος όχι επειδή μπορούσε να ανατρέψει τον Πούτιν εκλογικά, αλλά επειδή μπορούσε να εκθέσει το σύστημα. Στη Ρωσία, αυτό συχνά αρκεί.
Η Πολιτκόφσκαγια και οι νεκροί δημοσιογράφοι
Η Άννα Πολιτκόφσκαγια είχε γίνει διεθνώς γνωστή για τα ρεπορτάζ της σχετικά με την Τσετσενία και τις ευθύνες του ρωσικού κράτους. Το 2006 δολοφονήθηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας της στη Μόσχα. Και εδώ υπήρξαν καταδίκες και εδώ όμως η υπόθεση δεν έπεισε ότι έφτασε μέχρι τους εντολείς.
Η Πολιτκόφσκαγια ανήκε σε εκείνη την κατηγορία δημοσιογράφων που τα αυταρχικά καθεστώτα θεωρούν αφόρητους. Δεν έκανε απλώς κριτική. Έσκαβε, έβρισκε ανθρώπους, έγγραφα, μαρτυρίες και θύματα. Δεν έγραφε από ασφαλή απόσταση και πήγαινε εκεί όπου το ρωσικό κράτος ήθελε σιωπή. Και τελικά σώπασε με τον πιο βίαιο τρόπο.
Το ίδιο μήνυμα πήραν πολλοί άλλοι Ρώσοι δημοσιογράφοι. Όχι όλοι με τον ίδιο τρόπο. Άλλοι φυλακίστηκαν, άλλοι έφυγαν στο εξωτερικό και άλλοι έμαθαν να αυτολογοκρίνονται. Και κάποιοι δεν πρόλαβαν καν.
Ναβάλνι: Από το δηλητήριο στο κελί
Ο Αλεξέι Ναβάλνι ήταν ο πιο γνωστός εσωτερικός αντίπαλος του Πούτιν. Είχε αποκαλύψει υποθέσεις διαφθοράς, είχε κινητοποιήσει νέους Ρώσους, είχε σπάσει το αφήγημα ότι ο Πούτιν δεν έχει αντίπαλο. Το 2020 δηλητηριάστηκε με ουσία της οικογένειας Novichok. Η Γερμανία και ο Οργανισμός για την Απαγόρευση των Χημικών Όπλων επιβεβαίωσαν την ύπαρξη τέτοιας ουσίας στα δείγματα που εξετάστηκαν.
Ο Ναβάλνι σώθηκε προσωρινά γιατί μεταφέρθηκε στη Γερμανία. Μετά έκανε κάτι που λίγοι θα τολμούσαν. Επέστρεψε στη Ρωσία. Συνελήφθη αμέσως και οδηγήθηκε στη φυλακή.
Πέθανε στις 16 Φεβρουαρίου 2024 σε σωφρονιστική αποικία βόρεια του Αρκτικού Κύκλου.
Η ρωσική εκδοχή ήταν ότι αισθάνθηκε αδιαθεσία και κατέρρευσε. Η διεθνής αντίδραση ήταν πολύ διαφορετική. Η Δύση, η οικογένεια και οι συνεργάτες του μίλησαν για πολιτική δολοφονία ή για θάνατο που προκλήθηκε από τις συνθήκες κράτησης. Ο Ναβάλνι είχε ήδη επιβιώσει από δηλητηρίαση. Δεν επιβίωσε από το ρωσικό σωφρονιστικό σύστημα. Στη Ρωσία του Πούτιν, ακόμη και η φυλακή μπορεί να γίνει εργαλείο τελικής εξόντωσης.
Το Novichok στο Σόλσμπερι
Το 2018, ο Σεργκέι Σκριπάλ, πρώην Ρώσος διπλός πράκτορας, και η κόρη του Γιούλια δηλητηριάστηκαν στο Σόλσμπερι της Βρετανίας με Novichok. Επιβίωσαν, αλλά η επίθεση προκάλεσε αργότερα τον θάνατο της Βρετανίδας Ντον Στέρτζες, η οποία ήρθε τυχαία σε επαφή με το δηλητήριο.
Η υπόθεση Σκριπάλ προκάλεσε μεγάλη διπλωματική κρίση. Η Βρετανία και σύμμαχοί της απέδωσαν την ευθύνη στη Ρωσία, η Μόσχα αρνήθηκε και πάλι. Το μοτίβο είχε γίνει πλέον σχεδόν μηχανικό. Επίθεση, αποκαλύψεις, διεθνής κατακραυγή, ρωσική άρνηση, αντιπερισπασμός, θεωρίες συνωμοσίας, διάχυση αμφιβολίας.
Αυτή η διάχυση αμφιβολίας είναι κρίσιμο εργαλείο. Η Ρωσία δεν προσπαθεί πάντα να πείσει ότι λέει την αλήθεια. Προσπαθεί να κάνει τους άλλους να αμφιβάλλουν για την αλήθεια. Είναι παλιά σοβιετική τέχνη, ανακαινισμένη με σύγχρονα μέσα.
Το Βερολίνο και η κρατική εκτέλεση
Στη Γερμανία, το 2019, ο Ζελιμχάν Κανγκοσβίλι, Τσετσένος γεωργιανής καταγωγής, δολοφονήθηκε σε πάρκο του Βερολίνου. Γερμανικό δικαστήριο καταδίκασε τον Βαντίμ Κρασίκοφ και έκρινε ότι η δολοφονία έγινε κατ’ εντολή ρωσικών κρατικών οργάνων. Ο δικαστής μίλησε για κρατική τρομοκρατία.
Η υπόθεση αυτή είχε ιδιαίτερη αξία γιατί δεν έμεινε στη σφαίρα της πολιτικής εκτίμησης. Υπήρξε δικαστική απόφαση σε ευρωπαϊκή χώρα και η μετέπειτα απελευθέρωση του Κρασίκοφ στο πλαίσιο ανταλλαγής κρατουμένων με τη Δύση έδειξε πόσο σημαντικό θεωρούσε η Μόσχα να πάρει πίσω έναν άνθρωπο που είχε καταδικαστεί για δολοφονία στο κέντρο του Βερολίνου.
Ο μισθοφόρος «επαναστάτης»
Τον Αύγουστο του 2023, ο Γιεβγκένι Πριγκόζιν, αρχηγός της μισθοφορικής ομάδας Wagner που δύο μήνες νωρίτερα είχε κινήσει επανάσταση εναντίον της στρατιωτικής ηγεσίας της Μόσχας, σκοτώθηκε όταν το αεροπλάνο του εξερράγη στον αέρα. Η Ρωσία δεν διεξήγαγε ποτέ δημόσια έρευνα.
Τα παράθυρα και οι νεκροί της ρωσικής ελίτ
Μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022, καταγράφηκαν πολλοί αιφνίδιοι θάνατοι Ρώσων επιχειρηματιών και αξιωματούχων, ιδιαίτερα από τον χώρο της ενέργειας. Ο Ραβίλ Μαγκάνοφ, πρόεδρος της Lukoil, πέθανε έπειτα από πτώση από παράθυρο νοσοκομείου στη Μόσχα. Η εταιρεία του είχε προηγουμένως ζητήσει τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, μια σπάνια δημόσια διαφοροποίηση από τη γραμμή του Κρεμλίνου.
Δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί σοβαρά ότι κάθε πτώση από παράθυρο στη Ρωσία είναι δολοφονία. Μπορεί όμως να πει κάτι εξίσου σοβαρό, ότι σε ένα κράτος όπου η δικαιοσύνη δεν είναι ανεξάρτητη, όπου οι μυστικές υπηρεσίες έχουν πολιτικό ρόλο και όπου οι έρευνες κλείνουν συχνά χωρίς πειστικές απαντήσεις, η επίσημη εκδοχή δεν αρκεί. Η δυσπιστία δεν γεννήθηκε στη Δύση, αλλά την παρήγαγε η ίδια η ρωσική εξουσία.
Το κυπριακό αποτύπωμα και το ξέπλυμα των «θυμάτων»
Υπάρχει όμως και μια πτυχή που μας αγγίζει άμεσα εδώ στην Κύπρο, και την οποία συχνά αποφεύγουμε να συζητήσουμε ανοιχτά. Για πολλά χρόνια, η Λευκωσία και η Λεμεσός αποτελούσαν το καταφύγιο, τον επιχειρηματικό παράδεισο και το κέντρο διακίνησης κεφαλαίων για πολλούς από αυτούς τους Ρώσους ολιγάρχες και αξιωματούχους, πριν αυτοί πέσουν σε δυσμένεια. Πίσω από κάθε όνομα που φιγουράρει στη λίστα των νεκρών, κρύβονται εταιρείες κέλυφος, τραπεζικοί λογαριασμοί και περιουσιακά στοιχεία που έχουν περάσει από το δικό μας χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Όταν ένας Ρώσος μεγιστάνας γλιστράει από ένα παράθυρο στη Μόσχα ή αλλού, οι προεκτάσεις του θανάτου του φτάνουν μέχρι τα δικηγορικά και λογιστικά γραφεία της Κύπρου. Ξεκινά ένας υπόγειος πόλεμος για τον έλεγχο των κεφαλαίων του, με πληρεξούσια έγγραφα που αλλάζουν χέρια μέσα σε μια νύχτα και μετοχές που μεταβιβάζονται σε «έμπιστους» του Κρεμλίνου. Η Κύπρος, άθελά της ή λόγω της παραδοσιακής της ανεκτικότητας στα ρωσικά κεφάλαια, βρίσκεται συχνά στο επίκεντρο αυτών των μακάβριων αναδιαρθρώσεων. Οι μυστηριώδεις θάνατοι δεν είναι απλά πολιτικές εκτελέσεις, είναι και βίαιες οικονομικές εκκαθαρίσεις, των οποίων τα απόνερα φτάνουν μέχρι τις παραλίες μας.
Η Μόσχα αρνείται, αλλά δεν πείθει
Η ρωσική άρνηση είναι σταθερή. Από τον Λιτβινένκο μέχρι τον Σκριπάλ, από τον Ναβάλνι μέχρι τις δολοφονίες αντιφρονούντων, το Κρεμλίνο απορρίπτει κάθε εμπλοκή. Άλλοτε μιλά για αντιρωσική υστερία, άλλοτε για προβοκάτσιες, άλλοτε για δυτική προπαγάνδα. Η επιχειρηματολογία αλλάζει, αλλά η ουσία μένει ίδια.
Το πρόβλημα για τη Μόσχα είναι ότι σε αρκετές υποθέσεις υπάρχουν επίσημα πορίσματα, δικαστικές αποφάσεις, διεθνείς έρευνες, ιατροδικαστικά ευρήματα και δημοσιογραφικές αποκαλύψεις που δείχνουν προς το ρωσικό κράτος ή προς μηχανισμούς που λειτουργούν γύρω από αυτό. Σε άλλες υποθέσεις υπάρχουν σκιές, όχι αποδείξεις. Όμως το σύνολο της εικόνας είναι θολό όπως συμβαίνει στις κατασκοπευτικές ταινίες για την περίοδο του ψυχρού πολέμου.
Η Ρωσία ζητά από τον κόσμο να πιστέψει ότι οι αντίπαλοι του Πούτιν έχουν μια εντυπωσιακή ροπή προς τις μοιραίες συμπτώσεις. Άλλος πίνει ραδιενεργό τσάι, άλλος δηλητηριάζεται με Novichok, άλλος πυροβολείται δίπλα στο Κρεμλίνο, άλλος πεθαίνει σε φυλακή της Αρκτικής, άλλος πέφτει από παράθυρο, άλλος δολοφονείται στην Πολωνία και άλλος πεθαίνει στη Λετονία από μανιτάρια, με ένα παρελθόν που φορτίζει αμέσως την υπόθεση.
Κανένα από αυτά, μόνο του, δεν αρκεί για να αποδώσει ευθύνη σε κάθε περίπτωση. Όλα μαζί όμως συνθέτουν ένα πολιτικό περιβάλλον όπου η αντίθεση στον Πούτιν μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη ακόμη και μακριά από τη Μόσχα.
Το μήνυμα προς τους ζωντανούς
Ο κατάλογος των νεκρών δεν αφορά μόνο αυτούς. Αφορά κυρίως τους ζωντανούς. Τους Ρώσους δημοσιογράφους που σκέφτονται αν θα δημοσιεύσουν μια έρευνα, τους ακτιβιστές που ζυγίζουν αν θα επιστρέψουν στη χώρα τους, τους πρώην αξιωματούχους που γνωρίζουν πολλά, τους καλλιτέχνες που σατιρίζουν τον Πούτιν και τον Καντίροφ και όσους Ευρωπαίους που εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η Ρωσία λειτουργεί με τους κανόνες ενός συνηθισμένου κράτους.
Δεν λειτουργεί όμως έτσι. Η Ρωσία του Πούτιν αντιμετωπίζει την κριτική ως απειλή, την αποκάλυψη ως εχθρική πράξη και την αντιπολίτευση ως κίνδυνο ασφαλείας. Στο εσωτερικό χρησιμοποιεί νόμους, δικαστήρια, συλλήψεις και φυλακές και στο εξωτερικό, όπως δείχνουν αρκετές υποθέσεις, μπορεί να χρησιμοποιήσει πράκτορες, δηλητήρια, εκτελεστές και επιχειρήσεις που θυμίζουν περισσότερο μυστικό πόλεμο παρά διπλωματία.
Η δολοφονία του Σκρεπέτσκι στην Πολωνία και ο θάνατος του Νεχορόσεφ στη Λετονία τις τελευταίες ημέρες δεν πρέπει να μπουν στο ίδιο κουτί χωρίς διάκριση. Η πρώτη είναι δολοφονία υπό διερεύνηση με σαφές πολιτικό υπόβαθρο του θύματος και η δεύτερη, μέχρι στιγμής, είναι θάνατος που αποδίδεται σε δηλητηρίαση από μανιτάρια, χωρίς αποδεδειγμένη εγκληματική ενέργεια. Όμως και οι δύο υποθέσεις ενεργοποιούν την ίδια υποψία μιας μακράς λίστας ανθρώπων που ενοχλούσαν το Κρεμλίνο και τελικά χάθηκαν.
Η Μόσχα μπορεί να αρνείται όσο θέλει. Δικαίωμά της. Όπως δικαίωμα του υπόλοιπου κόσμου είναι να μην παριστάνει τον αφελή. Όταν επί χρόνια οι αντίπαλοι ενός καθεστώτος δηλητηριάζονται, πυροβολούνται, φυλακίζονται μέχρι θανάτου ή πεθαίνουν σε παράξενες συνθήκες, η απλή επίκληση της σύμπτωσης δεν αρκεί. Χρειάζεται κάτι περισσότερο και αυτό το «περισσότερο» η Ρωσία του Πούτιν δεν το έχει δώσει ποτέ.
Στον κόσμο της σύγχρονης ρωσικής πολιτικής, η αλήθεια και η ελευθερία του λόγου είναι πολυτέλειες που συχνά πληρώνονται με την ίδια τη ζωή, αφήνοντας πίσω τους ανοιχτά παράθυρα και άδεια φλιτζάνια τσαγιού.
Το άρθρο Δημοσιογράφος και σκιτσογράφος… Ακόμα δύο τυχαίοι θάνατοι Ρώσων επικριτών του Πούτιν εμφανίστηκε πρώτα στο Cyprus Times.