
Στις 07:45 π.μ., σε ένα δικαστικό κτίριο που ξυπνά με τον γνώριμο ήχο από σφραγίδες, συρτάρια και βιαστικά βήματα στους διαδρόμους, μια υπόθεση μπορεί να «κολλήσει» όχι επειδή λείπει ένα επιχείρημα, αλλά επειδή λείπει ένα χαρτί.
Ένα έγγραφο που έμεινε σε λάθος ντοσιέ, μια κατάθεση που απαιτεί άλλη μία μετακίνηση, μια αναζήτηση που τρώει χρόνο από ανθρώπους που ήδη δουλεύουν στα όρια. Αυτή η μικρή, καθημερινή τριβή , το πήγαινε-έλα, η αβεβαιότητα, η καθυστέρηση είναι το σημείο όπου η Δικαιοσύνη γίνεται εμπειρία για τον πολίτη: κόστος, άγχος, αναμονή.
Εκεί ακριβώς «πατάει» ο Ηλεκτρονικός Φάκελος Υπόθεσης, ένα έργο που υλοποιείται στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας από το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης μέσω της «Κοινωνίας της Πληροφορίας – ΚτΠ Μ.Α.Ε.» και έχει ως στόχο να μεταφέρει το κέντρο βάρους της διαδικασίας από τον φυσικό φάκελο σε έναν ενιαίο, ασφαλή ψηφιακό χώρο.
Ο Ηλεκτρονικός Φάκελος Υπόθεσης δεν παρουσιάζεται ως ακόμη ένα πληροφοριακό σύστημα, αλλά ως κεντρική μεταρρύθμιση που θεμελιώνεται στον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Ν. 5221/2025) και ενσωματώνεται στο Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων Πολιτικής και Ποινικής Δικονομίας ( ΟΣΔΔΥ-ΠΠ), επιδιώκοντας την ηλεκτρονική κατάθεση όλων των δικογράφων και εγγράφων σε όλα τα στάδια της πολιτικής δίκης — από το εισαγωγικό δικόγραφο έως την αναίρεση — και την δημιουργία ενός ενιαίου ψηφιακού φακέλου ανά υπόθεση, ο οποίος επιτρέπει προβολή και λήψη εγγράφων «με ένα κλικ», παρακολούθηση της πορείας σε πραγματικό χρόνο και άμεση ενημέρωση για κάθε ενέργεια.
Η καινοτομία που «κλειδώνει» την αλλαγή στην πράξη είναι ότι, με την κατάθεση, ο προσδιορισμός δικασίμου γίνεται άμεσα μέσα από το σύστημα, με τον δικηγόρο να επιλέγει από διαθέσιμες ημερομηνίες και με ανώτατο χρονικό όριο τις 210 ημέρες, ένα νούμερο που μεταφράζεται σε πιο συγκεκριμένο ορίζοντα για όλους τους εμπλεκόμενους.
Η εφαρμογή ξεκίνησε πιλοτικά στις αρχές Ιανουαρίου 2026, με υποχρεωτική ηλεκτρονική κατάθεση για κτηματολογικές υποθέσεις και σταδιακή επέκταση, ενώ από τις 12 Ιανουαρίου φέτος διευρύνθηκε η ηλεκτρονική κατάθεση μέσω του portal της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, με παράλληλη δυνατότητα ταυτόχρονου προσδιορισμού δικασίμου και αύξηση χωρητικότητας αρχείων ώστε να υποστηρίζονται περισσότερα και μεγαλύτερα έγγραφα.
Το δεύτερο στάδιο, από 1η Απριλίου 2026, επεκτείνει τη χρήση στο σύνολο των υποθέσεων της τακτικής διαδικασίας — περίπου το 60% των αστικών υποθέσεων — εισάγοντας νέο περιβάλλον εργασίας για δικηγόρους και δικαστές, με dashboards, στατιστικά και διευρυμένες διαλειτουργικότητες, ώστε η υπόθεση να μην είναι απλώς «αρχειοθετημένη», αλλά ζωντανή, διαφανής και λειτουργική μέσα στο ψηφιακό οικοσύστημα.
Η πλήρης, υποχρεωτική εφαρμογή τοποθετείται από τη νέα δικαστική χρονιά, στις 16 Σεπτεμβρίου 2026, με στόχο την καθολική εφαρμογή σε όλα τα δικαστικά καταστήματα της χώρας και τη σταδιακή επέκταση και σε άλλους κλάδους, ώστε η κατάργηση του έγχαρτου φακέλου να ολοκληρωθεί έως το τέλος του 2026 – αρχές 2027.
Αν αυτό ακούγεται τεχνικό, η ουσία του είναι βαθιά ανθρώπινη. Για τους δικηγόρους σημαίνει δραστική μείωση φυσικών επισκέψεων και δυνατότητα κατάθεσης από το γραφείο, με άμεση πρόσβαση σε ολόκληρη τη δικογραφία και παρακολούθηση της υπόθεσης χωρίς «κυνήγι» εγγράφων. Για τους δικαστές σημαίνει απομακρυσμένη πρόσβαση στον πλήρη φάκελο, μικρότερο κίνδυνο απώλειας ή φθοράς εγγράφων, καλύτερη εικόνα εκκρεμών και ολοκληρωμένων υποθέσεων και ταχύτερη έρευνα μέσω διαλειτουργικοτήτων με άλλα συστήματα, όπως το Κτηματολόγιο και το Ψηφιακό Αποθετήριο Αρχείων Δικαιοσύνης.
Για τους δικαστικούς υπαλλήλους σημαίνει πιο ασφαλή ψηφιακή αρχειοθέτηση, λιγότερη γραφειοκρατία, εξοικονόμηση χώρου και χρόνου. Και για τον πολίτη, που συχνά βλέπει τη Δικαιοσύνη ως έναν λαβύρινθο χωρίς ορατότητα, σημαίνει ευκολότερη, ταχύτερη και πιο οικονομική πρόσβαση, χωρίς να απαιτείται φυσική παρουσία για την παρακολούθηση της υπόθεσής του, με ενισχυμένη εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς λόγω διαφάνειας και αξιοπιστίας των ηλεκτρονικών διαδικασιών.
Μέσα σε αυτή τη διαδρομή, ο ρόλος της Κοινωνίας της Πληροφορίας, ως κεντρικού κόμβου σχεδιασμού και υλοποίησης έργων ΤΠΕ του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης στον δημόσιο τομέα, είναι να μετατρέπει τη στρατηγική σε λειτουργικές υπηρεσίες, με τεχνογνωσία σε σύνθετα έργα, διαλειτουργικότητες και κύκλο ζωής υλοποίησης.
Σε αυτή τη λογική, ο διευθύνων σύμβουλος της Κοινωνίας της Πληροφορίας Σταύρος Ασθενίδης περιγράφει το στοίχημα όχι ως «παράδοση» ενός έργου, αλλά ως μετάβαση σε μια νέα κανονικότητα που πρέπει να αντέξει στον χρόνο: «Δεν σταματάμε εδώ, αλλά προχωράμε στο επόμενο στάδιο… την ενημέρωση όλων αυτών των συστημάτων, έτσι ώστε ο Ψηφιακός Μετασχηματισμός να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της λειτουργίας της Δικαιοσύνης», έχει σημειώσει σε πρόσφατη εκδήλωση για τα έργα ψηφιακού μετασχηματισμού της Δικαιοσύνης.
Το ελληνικό έργο, όμως, δεν τρέχει σε κενό ευρωπαϊκού αέρα. Η Ευρώπη έχει θέσει την ψηφιακή Δικαιοσύνη ως στρατηγική προτεραιότητα, με πακέτα πολιτικής που στοχεύουν να κάνουν τα συστήματα δικαιοσύνης ταχύτερα, πιο προσβάσιμα και πιο αποδοτικά, αξιοποιώντας και νέες τεχνολογίες.
Παράλληλα, τα συγκριτικά δεδομένα δείχνουν ότι η πρόοδος είναι υπαρκτή αλλά άνιση: σύμφωνα με το EU Justice Scoreboard 2025, 26 κράτη-μέλη επιτρέπουν την ηλεκτρονική έναρξη διαδικασιών ή την online κατάθεση αγωγής σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όμως μόνο 9 κράτη-μέλη επιτρέπουν την ψηφιακή υποβολή αποδεικτικών στοιχείων σε αστικές, εμπορικές, διοικητικές και ποινικές υποθέσεις, στοιχείο που αποτυπώνει πόσο δύσκολο είναι να περάσεις από το «μερικώς ψηφιακό» στο πραγματικά end-to-end ψηφιακό.
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό ενδιαφέρον για την ελληνική περίπτωση: ο Ηλεκτρονικός Φάκελος Υπόθεσης δεν περιορίζεται στο να «δέχεται» αρχεία, αλλά επιχειρεί να ορίσει ένα ενιαίο πεδίο λειτουργίας, όπου η κατάθεση, η πρόσβαση, η ενημέρωση, η ιχνηλασιμότητα και η διαλειτουργικότητα γίνονται μέρος της ίδιας εμπειρίας, και μάλιστα με χρονοδιάγραμμα που μέσα στο 2026 μεταφέρει το σύστημα από πιλοτική έναρξη σε καθολική υποχρεωτική εφαρμογή στην πολιτική δικαιοσύνη. Με απλά λόγια, η αλλαγή δεν είναι «ψηφιοποιούμε χαρτιά», αλλά «αλλάζουμε συνήθειες» — και αυτό, για να πετύχει, χρειάζεται να φανεί στην καθημερινότητα: να μειωθεί η ταλαιπωρία, να αυξηθεί η διαφάνεια, να κερδηθεί χρόνος, να χαθεί λιγότερη ενέργεια σε μηχανικές μετακινήσεις.
Όταν ο δικηγόρος δεν χρειάζεται να αφήσει το γραφείο για να καταθέσει ένα έγγραφο, όταν ο δικαστής δεν κουβαλά ογκώδεις εκτυπώσεις, όταν ο υπάλληλος δεν αναζητά φυσικό φάκελο σε αποθήκες και όταν ο πολίτης δεν αισθάνεται ότι η υπόθεσή του «χάνεται» μέσα σε ένα αδιαφανές σύστημα, τότε η τεχνολογία παύει να είναι θέμα υποδομών και γίνεται θέμα εμπιστοσύνης. Και κάπως έτσι, η Δικαιοσύνη —αργά αλλά μεθοδικά— περνά από το χαρτί στο σύστημα, και από την ταλαιπωρία σε μια νέα, πιο προβλέψιμη σχέση με τον χρόνο και τη διαδικασία, που είναι τελικά η πιο ανθρώπινη μορφή προόδου.