
Ξημερώματα 14ης Ιουνίου 2023, για ένα σκάφος με αδιευκρίνιστο αριθμό επιβαινόντων – οι πληροφορίες, όμως, θέλουν το αλιευτικό να μετέφερε περί τους 750 άνδρες, γυναίκες και μικρά παιδιά – το παράτυπο ταξίδι με προορισμό την Ιταλία διεκόπη βίαια, 47 ναυτικά μίλια νοτιοδυτικά της Πύλου. Και μία από τις πλέον πολύνεκρες ανθρώπινες τραγωδίες στη σύγχρονη ιστορία της Μεσογείου, σε διεθνή ύδατα ελληνικής ευθύνης για έρευνα και διάσωση, μόλις είχε συντελεστεί.
Το ναυάγιο της Πύλου δεν ήταν, απλώς, ένα ακόμη δυστύχημα στη θάλασσα, ήταν μια ανθρώπινη τραγωδία που συγκλόνισε την Ελλάδα και ολόκληρο τον κόσμο. Μέσα στη νύχτα, στα βαθιά νερά της Μεσογείου, εκατοντάδες άνθρωποι που αναζητούσαν μια καλύτερη ζωή βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον φόβο, την απόγνωση και τελικά τον θάνατο. Οι αριθμοί συγκλονίζουν: 104 άνθρωποι με καταγωγή από τη Συρία, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν, την Αίγυπτο και την Παλαιστίνη διεσώθησαν, ανάμεσά τους και οκτώ ανήλικα παιδιά ενώ οι ελληνικές Αρχές ανέσυραν 82 νεκρούς. Για σχεδόν 600 ανθρώπους, όμως, τα νερά της Μεσογείου έγιναν υγρός τάφος.
Το αλιευτικό «Adriana» είχε ξεκινήσει το επικίνδυνο ταξίδι του στις 10 Ιουνίου από το Τομπρούκ της Λιβύης – από το σημείο που ακόμη και σήμερα φεύγουν καθημερινά καραβιές με προορισμό τη Γαύδο και την Κρήτη – μεταφέροντας στοιβαγμένους πολύ περισσότερους ανθρώπους από όσους μπορούσε να αντέξει.
Οι εικόνες των διασωθέντων και οι μαρτυρίες όσων επέζησαν αποκάλυψαν το σκληρό πρόσωπο της προσφυγικής κρίσης, υπενθυμίζοντας πως πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν ανθρώπινες ζωές, όνειρα και οικογένειες. Σύμφωνα με όσα είπαν υπήρχαν γυναίκες και παιδιά κλειδωμένα στα αμπάρια του αλιευτικού σκάφους τη στιγμή του ναυαγίου ενώ οι προμήθειες τροφίμων και νερού είχαν εξαντληθεί. Aλλωστε, οι περισσότεροι από τους διασωθέντες, οι οποίοι είχαν διακομισθεί στο νοσοκομείο Καλαμάτας, έφτασαν αφυδατωμένοι.
Το χρονικό
Από την πρώτη στιγμή το Λιμενικό υποστήριξε ότι το σκάφος δεν ζήτησε καμία συνδρομή ενώ απορρίφθηκε κάθε προσφορά για βοήθεια. Σύμφωνα δε με την τότε ανακοίνωση του Λιμενικού, γύρω στις 11 το πρωί της 13ηςΙουνίου ενημερώθηκε το Ενιαίο Κέντρο Συντονισμού Eρευνας και Διάσωσης ΛΣ – ΕΛΑΚΤ από το Κέντρο Επιχειρήσεων Ρώμης «για την ύπαρξη αλιευτικού σκάφος με μεγάλο αριθμό μεταναστών (στα διεθνή ύδατα νοτιοδυτικά της Πελοποννήσου) σύμφωνα με πληροφορία που ελήφθη από τις ιταλικές Αρχές έπειτα από κλήση ακτιβίστριας ΜΚΟ». Ελικόπτερο απογειώθηκε λίγο πριν από τις 2 το μεσημέρι από τη Μυτιλήνη με προορισμό το αλιευτικό σκάφος, το οποίο και εντόπισε το σκάφος ναπλέει με σταθερή πορεία και ταχύτητα έχοντας στα εξωτερικά καταστρώματα ικανό αριθμό επιβαινόντων.
Η πρώτη επικοινωνία με το αλιευτικό σκάφος, σύμφωνα με το Λιμενικό, έγινε με δυσκολία περί τις 2 το μεσημέρι, κατά την οποία – λέει το Λιμενικό – το αλιευτικό σκάφος δεν ζήτησε καμία συνδρομή για βοήθεια.
Από τη στιγμή που οι Αρχές έλαβαν γνώση της κατάστασης του πλοίου μέχρι τελικά το ναυάγιο μεσολάβησαν πάν από 15 ώρες. «Στις 02:04 π.μ. ο κυβερνήτης παραπλέοντος σκάφους του ΛΣ ενημέρωσε το Κέντρο Επιχειρήσεων ότι είδε το αλιευτικό να παίρνει μια δεξιά, στη συνέχεια μια απότομη αριστερά κλίση και μετά άλλη μια δεξιά κλίση τόσο μεγάλη που είχε ως αποτέλεσμα την ανατροπή του αλιευτικού. Σε 10 – 15 λεπτά αργότερα το σκάφος βυθίστηκε ολοσχερώς. Πλήθος επιβαινόντων που βρίσκονταν στα εξωτερικά καταστρώματα έπεσαν στη θάλασσα».
Οι εξελίξεις
Τρία χρόνια μετά το πολύνεκρο ναυάγιο, εκατοντάδες πρόσφυγες και μετανάστες αγνοούνται ενώ οι ευθύνες ακόμη περιμένουν να αποδοθούν. Σύμφωνα με το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες (ΕΣΠ), ύστερα από πολλές προσπάθειες των δικηγόρων των μηνυτών έχουν ασκηθεί ποινικές διώξεις με βαριές κατηγορίες εναντίον 21 μελών του Λιμενικού Σώματος, μεταξύ αυτών δύο πρώην αρχηγοί του Σώματος.
Αξίζει να σημειωθεί πως στην αρχή η ποινική δίωξη αφορούσε 17 άτομα με την υπόθεση να μπαίνει στο αρχείο σε ό,τι αφορούσε τέσσερις ανώτερους και ανώτατους αξιωματικούς. Επειτα από προσφυγή των δικηγόρων της υπόθεσης η εισαγγελέας του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου αποφάσισε την ποινική δίωξη και των τεσσάρωναξιωματικών, εξέλιξη που χαρακτηρίζεται πολύ σημαντική για τη διερεύνηση της υπόθεσης.
Πριν από λίγες μέρες νωρίτερα, στις 29 Μαΐου 2026, οι δικηγόροι που εκπροσωπούν τους επιζώντες και τις οικογένειες των θυμάτων του ναυαγίου κατέθεσαν αίτηση ενώπιον του αρμόδιου ανακριτή του Ναυτοδικείου Πειραιά, ώστε να διενεργηθούν συμπληρωματικές ανακριτικές πράξεις, προκειμένου να αναζητηθούν, να διατηρηθούν και να εξεταστούν όλα τα ψηφιακά δεδομένα που αφορούν τόσο τους 21 κατηγορούμενους όσο και το ΕΚΣΕΔ.
Μάλιστα, τις επόμενες ημέρες αναμένεται να ορκιστούν οι διορισμένοι τεχνικοί σύμβουλοι από την πλευρά των μηνυτών ενώ όπως επισημαίνουν στελέχη του ΕΣΠ η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών έχει στα χέρια της κάποια από τα κινητά τηλέφωνα επιζώντων, τα οποία αρχικά «δεν υπήρχαν» ή «θα έχουν καταστραφεί έτσι και αλλιώς αφού βράχηκαν», αλλά τελικά βρέθηκαν σε κάποια πλαστική σακούλα.
Τέλος, υπάρχουν αρκετά αιτήματα τα οποία αφορούν βασικές ανακριτικές πράξεις, οι οποίες σχετίζονται με ελλείψεις της προδικασίας και της ποινικής δικογραφίας, όπως για παράδειγμα το περιεχόμενο των επικοινωνιών του σκάφους του Λιμενικού με το Κέντρο Επιχειρήσεων και την ηγεσία του Λιμενικού και τα συστήματα καταγραφών.